«Το ένα τραγούδι έφερε το άλλο, η μία χώρα έφερε την άλλη», λέει η Αλεξάνδρα Γκράβας, περιγράφοντας στα Μακεδονικά Νέα πώς η αρχική της ιδέα να συνδυάσει δύο αγαπημένους της συνθέτες, τον Κουρτ Βάιλ και τον Αττίκ, εξελίχθηκε σε ένα παγκόσμιο μουσικό οδοιπορικό. Η Ελληνίδα καλλιτέχνιδα με τη διεθνή καριέρα -έχει εντυπωσιάσει με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής της το κοινό σε Γερμανία, Βρετανία, ΗΠΑ, Καναδά, Βραζιλία, Μεξικό, Κίνα, Ιαπωνία και άλλες είκοσι χώρες, ενώ το latin CD της «Songbook 3 / El Amor Es Vida» βραβεύτηκε ως «Καλύτερο CD της χρονιάς 2021» στο Μεξικό- θα ερμηνεύσει στη Θεσσαλονίκη, την πόλη καταγωγής της οικογένειάς της, τραγούδια σε επτά γλώσσες, ακόμη και στα… ζουλού, στον παλμό της επανάστασης, του έρωτα, της φτώχειας και της τρέλας. Μια βραδιά που, όπως λέει η ίδια, «δεν την έχει ξανακάνει κάποιος έτσι».
Συνέντευξη της Αλεξάνδρας Γκράβας στη Χρύσα Νάνου
- Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή στη Θεσσαλονίκη;
Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα για μένα διακοπές. Είναι η πατρίδα των γονιών μου και δική μου πατρίδα, παρόλο που δεν έχω ζήσει μόνιμα. Εδώ είναι όλοι οι συγγενείς μου, είναι η καταγωγή μου, το σπίτι μου. Και κάθε φορά που έρχομαι νιώθω να επιστρέφω σε κάτι οικείο.
- Πώς προέκυψε η ιδέα για μια συναυλία αφιερωμένη στον Μεσοπόλεμο;
Πριν από χρόνια, είχα σκεφτεί πώς να συνδυάσω δύο αγαπημένους μου συνθέτες, τον Κουρτ Βάιλ και τον Αττίκ, δεν είχα όμως ακόμα την έμπνευση πώς θα μπορούσα να το κάνω και το άφησα. Όταν μου ζήτησαν από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών να κάνουμε και πάλι κάτι μαζί, εκεί μου ήρθε σαν φλας η ιδέα να κοιτάξω το έργο αυτών των δύο συνθετών. Και μετά μπήκα σε όλη αυτή την έρευνα πάνω σε μια εποχή. Το ένα τραγούδι έφερε το άλλο, η μία χώρα έφερε την άλλη. Πήγα μετά από Γαλλία, πήγα Σαγκάη. Βρήκα κομμάτια από το τανγκό, όχι όπως το ξέρουμε σήμερα, αλλά το young tango, το πρώιμο τανγκό. Μετά λέω, «οκ, τι κάνουμε όμως και σε κάποιες άλλες ηπείρους, που δεν έχω ξαναβάλει το μάτι μου και το αυτί μου, και σε χώρες όπως η Νότια Αφρική;». Εκεί βρήκα απίστευτα πράγματα, ενδιαφέροντα τόσο ιστορικά όσο και μουσικά – εθνολογία και η μουσικολογία εδώ πάνε μαζί σε αυτό. Εκεί, στη Νότια Αφρική, βρήκα ένα πολύ ωραίο τραγούδι, το οποίο θα τραγουδήσω και στη συναυλία.
- Τραγουδάτε σε επτά διαφορετικές γλώσσες. Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι για να το μάθετε;
Ένα τραγούδι στα ζουλού. Στην αρχή λέω, «αυτό δεν θα μπορέσω να το κάνω». Δεν μπορούσα να ακούσω φωνήεντα, τίποτα, δεν μπορούσα να καταλάβω τους ήχους που κάνουν οι άνθρωποι εκεί με τη φωνή τους. Αλλά με βοήθησε η πρέσβειρα της Νότιας Αφρικής στην Αθήνα, που είναι φίλη και έτσι το έκανα. Τώρα έχει γίνει κάπως δικό μου αυτό το κομμάτι. Μπορώ πλέον πολύ εύκολα να το αποδώσω, αλλά μέχρι να το καταλάβει ο εγκέφαλός μου ήταν δύσκολο. Με ρωτάνε πολλές φορές πώς γίνεται να τραγουδάω σε τόσες γλώσσες. Δεν είναι κάτι μαγικό, είναι κάτι πάνω στο οποίο δουλεύει το μυαλό, συνηθίζει σε έναν ήχο, σε μία συγκεκριμένη δομή. Βέβαια, δεν τη μιλάς τη γλώσσα, αλλά ξέρεις τι λες. Μπαίνεις στο πετσί της λίγο, λίγο. Φυσικά δεν γίνονται αυτά σε δύο ώρες. Γίνονται σε δύο, τρεις ή και περισσότερες εβδομάδες. Ένα, ένα τα βήματα και μετά αρχίζει το μυαλό και το συνηθίζει αυτό που προσπαθείς να μάθεις και ξαφνικά ξυπνάς μια μέρα και να το, το έχεις! Υπήρχε βέβαια και ένα τραγούδι στα πολωνικά στο οποίο σήκωσα τα χέρια. Γιατί αυτή η γλώσσα είναι απίστευτα δύσκολη. Παρόλο που είχα τον πιανίστα μου στο Μεξικό, που είναι Πολωνός... Θα μπορούσα να το συνέχιζα αν είχα κι άλλο κουράγιο αλλά το άφησα, δεν μπορούσα. Λέω: «Δεν γίνεται, δε γίνεται». Ε, την άλλη φορά. Η έρευνα έφερνε συνέχεια κι άλλα κομμάτια και άλλα κομμάτια. Αλλά βέβαια, κάπου πρέπει να βάλεις όρια, γιατί ένα πρόγραμμα είναι μιάμιση – δύο ώρες. Θες να βάλεις και εκείνο και το άλλο, αλλά νομίζω έκανα μια επιλογή, η οποία έχει μια λογική και έχει και μια ιστορία, γιατί εγώ μιλάω στον κόσμο κατά τη διάρκεια της συναυλίας, εξηγώ. Είναι σημαντικό για μένα να καταλάβει ο άλλος τι ακούει.

Αλεξάνδρα Γκράβας
- Ποιο είναι το νήμα που διατρέχει όλη την παράσταση;
Το νήμα είμαι εγώ. [γέλιο] Αλλά και το νήμα που ενώνει όλα αυτά τα τραγούδια και ελπίζω να το δείχνει η συναυλία, είναι το πόσες ανησυχίες είχαν οι καλλιτέχνες στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Το επικό θέατρο του Κουρτ Βάιλ με τον Μπρεχτ έχει άλλη μουσική, άλλον τόνο, άλλο στυλ, απευθύνεται σε πολύ σκληρές κοινωνικές καταστάσεις. Μετά έχουμε το Παρίσι, την Εντίθ Πιάφ, την Ζοζεφίν Μπέικερ, που μιλάνε για έρωτες και πιο ρομαντικές καταστάσεις. Και στη συνέχεια πάμε στην Αίγυπτο, που το κομμάτι που έχω διαλέξει έχει μία σχέση με ένα ελληνικό τραγούδι – μια μεγάλη έκπληξη. Έχω συνδυάσει τα δυο τραγούδια στη συναυλία και εξηγώ πώς και γιατί έχουν μια συγγένεια. Υπάρχει και ένα κινέζικο τραγούδι. Τι ξέρουμε για την Κίνα; Την ξέρουμε όπως είναι σήμερα, μετά τον Μάο. Εγώ δεν ήξερα τι γινόταν πριν, ποιοι ήταν οι καλλιτέχνες της εποχής και τι τραγουδούσαν. Γιατί και αυτοί είχαν τα music halls. Μετά έχω βέβαια, Αττίκ. Πολύ ωραία κομμάτια του Αττίκ, πολύ σημαντικά κομμάτια. Έχω και ένα κομμάτι από την Ισπανία, που γράφτηκε το 1914 από τον υπέροχο μεγάλο συνθέτη, τον Μάνουελ ντε Φάγια, πριν ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Είναι η προσευχή μιας μάνας, που προσεύχεται να μην πάει ποτέ το παιδί της στρατιώτης στον πόλεμο. Στο πρόγραμμα κάνουμε και ένα ταξίδι στο Μπρόντγουεϊ με τα σπουδαία τραγούδια της εποχής. Έχουμε ακόμη ένα πολύ ωραίο ορχηστρικό κομμάτι από τη Ζιμπάμπουε. Είναι μια βραδιά που νομίζω πως δεν την έχει ξανακάνει κάποιος με αυτόν τον τρόπο.
- Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Blues me through the night»;
Στην πραγματικότητα δεν τραγουδάω μπλουζ. Αλλά ας πούμε ότι το μπλουζ ήταν η έκφραση τότε της ψυχής, των κοινωνικών καταστάσεων, ήταν μια απολογία. Ήταν πολύ της μόδας τότε μαζί με την τζαζ. Αυτά ήταν η επανάσταση. Και επειδή το μπλουζ έπαιξε μεγάλο ρόλο στη μουσική σκηνή της Ευρώπης και στη Νότια Αφρική, παντού υπήρχε το μπλουζ ως μια έκφραση της επανάστασης. Και έτσι ήταν για μένα ένα σημαντικό κομμάτι που θα έπρεπε να υπάρχει μέσα στον τίτλο.
- Πώς πιστεύετε ότι μιλάει στο σημερινό κοινό το ταξίδι σε μια εποχή που φαίνεται μακρινή;
Μπορεί να λέμε ότι είναι μακρινή εποχή, αλλά είναι και πολύ κοντά μας, όπως διαπίστωσα από τα κείμενα που διάβασα, για την Ιστορία και τη μουσική εκείνης της περιόδου, τα backgrounds των τραγουδιστών και των συνθετών. Αυτή η αναζήτηση της αγάπης, της ηρεμίας και η ανάγκη να ονειρεύεσαι θα υπάρχει πάντα στον άνθρωπο. Όσο ζούμε και υπάρχουμε και δεν είμαστε ρομπότ, θα έχουμε πάντα αυτές τις ανάγκες που είχαν και τότε οι άνθρωποι. Όταν αναφερόμαστε στον Μεσοπόλεμο σήμερα μιλάμε για μία ταραγμένη πολιτικά περίοδο, αλλά μουσικά, καλλιτεχνικά ήταν μία χρυσή εποχή. Και εγώ φέρνω στη σκηνή ένα μικρό κομμάτι αυτής της εποχής. Δεν μπορώ να δείξω πολλά, αλλά πιστεύω θα είναι κάτι που μπορεί ο σημερινός ακροατής να πει: «Ας πάω να κοιτάξω και εγώ λίγο παραπάνω τι γινόταν τότε». Και το άλλο, αυτό που θέλω να κάνω είναι ψυχαγωγία. Θέλω να περάσει καλά ο κόσμος με κάτι καινούργιο, κάτι που δεν το έχει ξανακούσει.
- Η μουσική του Αττίκ, που είναι η πιο οικεία για το ελληνικό κοινό, πώς ταιριάζει σε αυτή την εποχή που βγαίνει από πόλεμο και ξαναβυθίζεται σε πόλεμο;
Ο Αττίκ είναι... τι να πω; Είναι genius! Διάβασα τη ζωή του μέσα από το βιβλίο της Δανάης. Είναι εντυπωσιακό να δει κανείς τι σπουδές έκανε αυτός ο άνθρωπος στο Παρίσι, καθώς ήταν και κλασικός μουσικός. Σπούδασε Σούμπερτ, κι εγώ που είμαι κλασική τραγουδίστρια αυτό το ρεπερτόριο τα τραγούδησα πριν από πολλά χρόνια. Το γερμανικό τραγούδι, το Lied, ήταν η αγάπη του. Έφερε την Μπελ Επόκ στην Ελλάδα. Βέβαια δεν ξέρω τι θα γινόταν αν δεν γυρνούσε στην Ελλάδα – νομίζω ότι ο Αττίκ θα ήταν ένας παγκοσμίου επιπέδου σούπερ σταρ. Και αν δεν ακολουθούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Δυστυχώς. Ήταν ιδιοφυής, ήταν ποιητής. Τι στίχοι είναι αυτοί που γράφει! Νομίζεις ότι αυτά τα λόγια τα έγραψες εσύ εκείνη τη στιγμή και σου βγαίνουν παρλάροντας από το μυαλό σου. Δεν τον χορταίνω και σίγουρα θα τραγουδήσω παραπάνω Αττίκ στη ζωή μου. Να είμαστε καλά. Ε, είναι μόνο η αρχή για μένα. Είναι η μεγάλη μου ανακάλυψη.
Η παράσταση
Αλεξάνδρα Γκράβας «Blues me through the night»
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026, 20.30
Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (Μ2)
Τραγούδι, ιδέα, έρευνα, καλλιτεχνική επιμέλεια: Αλεξάνδρα Γκράβας
Ενορχηστρώσεις, πιάνο, μουσική διεύθυνση: Πέτρος Μπούρας
Ενορχηστρώσεις, κιθάρα: Αντώνης Μυτακίδης
Βιολί: Δημήτρης Κουζής
Βιολοντσέλο Γιάννος Γιοβάνος
Ήχος: Γιώργος Φραγκέλης
Φωτισμός: Γιώργος Χαραλάμπους
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
15€, 10€ (μειωμένο)
Για εισιτήρια: https://www.tch.gr/









