makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo
article image
ΔιεθνήΔιεθνή
07:58Ενημερώθηκε 20:09
Live οι εξελιξεις στη Μεση Ανατολη

Η Τεχεράνη απειλεί να κλείσει εντελώς τα Στενά του Ορμούζ - Προοίμιο χερσαίας εισβολής του Ισραήλ η ανατίναξη της γέφυρας στον Λίβανο λέει ο Αούν

Στο κόκκινο βρίσκεται ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή μετά από 23 ημέρες καθώς δεκαπέντε άνθρωποι τραυματίστηκαν από πλήγμα με πυρομαχικά διασποράς στο Τελ Αβίβ. Ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής απαντώντας στο τελεσίγραφο Τραμπ είπε πως «θα καταστρέψουμε όλες τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, αν επιτεθούν στις δικές μας». Την ίδια στιγμή ο Μπένιαμιν Νετανιάχου ζητάει στήριξη από την Ευρώπη τονίζοντας πως «το Ιράν θέτει σε κίνδυνο όλο τον κόσμο».
article image
17:1517:15

Με πλήρες κλείσιμο του Ορμούζ απειλούν οι Φρουροί της Επανάστασης στο τελεσίγραφο Τραμπ

Με πλήρες κλείσιμο του Ορμούζ απειλούν οι Φρουροί της Επανάστασης στο τελεσίγραφο Τραμπ

article image
22.03.2026 | 08:0022.03.2026 | 08:00

Παράγουμε περισσότερη φιλανθρωπία απ’ όση μπορούμε να καταναλώσουμε;

Σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, δεν είναι σπάνιο να δει κανείς τους ίδιους ανθρώπους να συμμετέχουν σε διαφορετικές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, σχεδόν κάθε εβδομάδα, σε διαφορετικούς χώρους και για διαφορετικούς σκοπούς. Σε αρκετές περιπτώσεις, μέσα στο ίδιο Σαββατοκύριακο πραγματοποιούνται ταυτόχρονα περισσότερες από μία τέτοιες δράσεις που απευθύνονται στο ίδιο, περίπου, κοινό.

Η πόλη έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα ενεργή κουλτούρα φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών. Αυτό από μόνο του είναι θετικό. Ωστόσο, η διαρκής αύξηση αυτών των δράσεων γεννά ένα εύλογο ερώτημα: ενισχύεται πράγματι το κοινωνικό αποτύπωμα ή απλώς κατακερματίζεται;

Και μαζί με αυτό, ένα δεύτερο, πιο σύνθετο ερώτημα. Σε ποιο βαθμό αυτή η υπερπληθώρα δράσεων αποτυπώνει αποκλειστικά μια ανάγκη προσφοράς και σε ποιο βαθμό συνδέεται, έστω και έμμεσα, με άλλες λειτουργίες μιας μικρής αστικής κοινωνίας, όπως η κοινωνική προβολή, η δικτύωση ή και η προσωπική αναγνώριση;

Η εικόνα είναι πια γνώριμη. Σε μεγάλα ξενοδοχεία και γνωστούς χώρους εκδηλώσεων συγκεντρώνεται περιποιημένος κόσμος, πληρώνει ένα ποσό συμμετοχής, στηρίζει έναν σκοπό και περνά μερικές ώρες μέσα σε ένα ευχάριστο κοινωνικό περιβάλλον.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Υπήρχε και πριν από την οικονομική κρίση, στα χρόνια της ευημερίας, όταν τέτοιες εκδηλώσεις αποτελούσαν σχεδόν μόνιμο στοιχείο της κοινωνικής ατζέντας της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται κάτι διαφορετικό. Μια αισθητή αύξηση των οργανώσεων και των πρωτοβουλιών. Σύλλογοι, σωματεία, ΜΚΟ, λέσχες, παραρτήματα διεθνών οργανισμών και νέες ομάδες πολιτών εμφανίζονται συνεχώς, με ειλικρινή πρόθεση να προσφέρουν, θέλω να πιστεύω.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά τις προθέσεις. Αφορά την κλίμακα.

Σε μια μητροπολιτική περιοχή περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, πόσες τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί πραγματικά να στηρίξει μια τοπική κοινωνία; Γιατί, όσο κι αν δεν το λέμε εύκολα, η πραγματική δεξαμενή των ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά σε αυτές τις δράσεις είναι πολύ μικρότερη από τον συνολικό πληθυσμό της πόλης.

Στην πράξη πρόκειται για έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων που συναντιέται ξανά και ξανά στις ίδιες εκδηλώσεις, στηρίζοντας διαδοχικά διαφορετικές πρωτοβουλίες.

Εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο παράδοξο που αξίζει να ειπωθεί καθαρά. Η ίδια κοινωνική δεξαμενή καλείται να στηρίξει ολοένα περισσότερες δράσεις, με αποτέλεσμα η προσφορά να διαχέεται αντί να ενισχύεται. Με απλά λόγια, όσο αυξάνονται οι πρωτοβουλίες, τόσο μειώνεται η συγκέντρωση της συνολικής τους επίδρασης.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν μιλάμε για πολλαπλά τοπικά παραρτήματα διεθνών οργανώσεων που λειτουργούν παράλληλα στην ίδια πόλη. Πρόκειται για οργανισμούς με ιστορία, δομές και σημαντικό έργο. Ακριβώς γι’ αυτό τίθεται εύλογα το ερώτημα αν η υπερδιάσπαση σε τοπικό επίπεδο περιορίζει τελικά την αποτελεσματικότητα που θα μπορούσε να υπάρξει μέσα από πιο συντονισμένες πρωτοβουλίες.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν ανήκω στην πλευρά εκείνων που υποστηρίζουν ότι η φιλανθρωπία είναι περιττή ή ότι, όπως συχνά λέγεται, «η ελεημοσύνη δεν είναι η λύση». Αντιθέτως, έχω συμμετάσχει πολλές φορές σε τέτοιες δράσεις και στο παρελθόν έχω συμβάλει και στη διοργάνωσή τους, γνωρίζοντας από κοντά τη διάθεση προσφοράς που υπάρχει πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το ερώτημα αξίζει να τεθεί.

Οι κοινωνίες χρειάζονται και την οργανωμένη κοινωνική πολιτική και την ιδιωτική πρωτοβουλία προσφοράς. Η πρώτη δημιουργεί δομές και δικαιώματα. Η δεύτερη εκφράζει την ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για την αποτελεσματικότητά της έχει νόημα.

Ίσως λοιπόν έχει έρθει η στιγμή να αναρωτηθούμε αν, σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, θα είχε μεγαλύτερο νόημα μια πιο συνεργατική και συντονισμένη προσέγγιση. Λιγότερες παράλληλες δράσεις, μεγαλύτερες κοινές πρωτοβουλίες και περισσότερος συντονισμός.

Όχι για να περιοριστεί η διάθεση προσφοράς. Αλλά για να πολλαπλασιαστεί το πραγματικό της αποτύπωμα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το ζητούμενο δεν είναι πόσες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις πραγματοποιούνται σε μια πόλη. Το ζητούμενο είναι πόση πραγματική βοήθεια φτάνει εκεί που υπάρχει ανάγκη.

Η Θεσσαλονίκη δεν πάσχει από έλλειψη διάθεσης προσφοράς. Αντιθέτως, ίσως διαθέτει περισσότερη απ’ όση της αναλογεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχουμε βρει τον πιο ώριμο και αποτελεσματικό τρόπο να τη μετατρέπουμε σε ουσιαστικό κοινωνικό αποτέλεσμα ή αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φιλανθρωπία λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική πρακτική συμμετοχής παρά ως μηχανισμός μέγιστης επίδρασης.

 

*Ο κ. Χρήστος Αβδελλάς είναι Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων – Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών

 

Σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, δεν είναι σπάνιο να δει κανείς τους ίδιους ανθρώπους να συμμετέχουν σε διαφορετικές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, σχεδόν κάθε εβδομάδα, σε διαφορετικούς χώρους και για διαφορετικούς σκοπούς. Σε αρκετές περιπτώσεις, μέσα στο ίδιο Σαββατοκύριακο πραγματοποιούνται ταυτόχρονα περισσότερες από μία τέτοιες δράσεις που απευθύνονται στο ίδιο, περίπου, κοινό.

Η πόλη έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα ενεργή κουλτούρα φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών. Αυτό από μόνο του είναι θετικό. Ωστόσο, η διαρκής αύξηση αυτών των δράσεων γεννά ένα εύλογο ερώτημα: ενισχύεται πράγματι το κοινωνικό αποτύπωμα ή απλώς κατακερματίζεται;

Και μαζί με αυτό, ένα δεύτερο, πιο σύνθετο ερώτημα. Σε ποιο βαθμό αυτή η υπερπληθώρα δράσεων αποτυπώνει αποκλειστικά μια ανάγκη προσφοράς και σε ποιο βαθμό συνδέεται, έστω και έμμεσα, με άλλες λειτουργίες μιας μικρής αστικής κοινωνίας, όπως η κοινωνική προβολή, η δικτύωση ή και η προσωπική αναγνώριση;

Η εικόνα είναι πια γνώριμη. Σε μεγάλα ξενοδοχεία και γνωστούς χώρους εκδηλώσεων συγκεντρώνεται περιποιημένος κόσμος, πληρώνει ένα ποσό συμμετοχής, στηρίζει έναν σκοπό και περνά μερικές ώρες μέσα σε ένα ευχάριστο κοινωνικό περιβάλλον.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Υπήρχε και πριν από την οικονομική κρίση, στα χρόνια της ευημερίας, όταν τέτοιες εκδηλώσεις αποτελούσαν σχεδόν μόνιμο στοιχείο της κοινωνικής ατζέντας της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται κάτι διαφορετικό. Μια αισθητή αύξηση των οργανώσεων και των πρωτοβουλιών. Σύλλογοι, σωματεία, ΜΚΟ, λέσχες, παραρτήματα διεθνών οργανισμών και νέες ομάδες πολιτών εμφανίζονται συνεχώς, με ειλικρινή πρόθεση να προσφέρουν, θέλω να πιστεύω.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά τις προθέσεις. Αφορά την κλίμακα.

Σε μια μητροπολιτική περιοχή περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, πόσες τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί πραγματικά να στηρίξει μια τοπική κοινωνία; Γιατί, όσο κι αν δεν το λέμε εύκολα, η πραγματική δεξαμενή των ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά σε αυτές τις δράσεις είναι πολύ μικρότερη από τον συνολικό πληθυσμό της πόλης.

Στην πράξη πρόκειται για έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων που συναντιέται ξανά και ξανά στις ίδιες εκδηλώσεις, στηρίζοντας διαδοχικά διαφορετικές πρωτοβουλίες.

Εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο παράδοξο που αξίζει να ειπωθεί καθαρά. Η ίδια κοινωνική δεξαμενή καλείται να στηρίξει ολοένα περισσότερες δράσεις, με αποτέλεσμα η προσφορά να διαχέεται αντί να ενισχύεται. Με απλά λόγια, όσο αυξάνονται οι πρωτοβουλίες, τόσο μειώνεται η συγκέντρωση της συνολικής τους επίδρασης.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν μιλάμε για πολλαπλά τοπικά παραρτήματα διεθνών οργανώσεων που λειτουργούν παράλληλα στην ίδια πόλη. Πρόκειται για οργανισμούς με ιστορία, δομές και σημαντικό έργο. Ακριβώς γι’ αυτό τίθεται εύλογα το ερώτημα αν η υπερδιάσπαση σε τοπικό επίπεδο περιορίζει τελικά την αποτελεσματικότητα που θα μπορούσε να υπάρξει μέσα από πιο συντονισμένες πρωτοβουλίες.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν ανήκω στην πλευρά εκείνων που υποστηρίζουν ότι η φιλανθρωπία είναι περιττή ή ότι, όπως συχνά λέγεται, «η ελεημοσύνη δεν είναι η λύση». Αντιθέτως, έχω συμμετάσχει πολλές φορές σε τέτοιες δράσεις και στο παρελθόν έχω συμβάλει και στη διοργάνωσή τους, γνωρίζοντας από κοντά τη διάθεση προσφοράς που υπάρχει πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το ερώτημα αξίζει να τεθεί.

Οι κοινωνίες χρειάζονται και την οργανωμένη κοινωνική πολιτική και την ιδιωτική πρωτοβουλία προσφοράς. Η πρώτη δημιουργεί δομές και δικαιώματα. Η δεύτερη εκφράζει την ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για την αποτελεσματικότητά της έχει νόημα.

Ίσως λοιπόν έχει έρθει η στιγμή να αναρωτηθούμε αν, σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, θα είχε μεγαλύτερο νόημα μια πιο συνεργατική και συντονισμένη προσέγγιση. Λιγότερες παράλληλες δράσεις, μεγαλύτερες κοινές πρωτοβουλίες και περισσότερος συντονισμός.

Όχι για να περιοριστεί η διάθεση προσφοράς. Αλλά για να πολλαπλασιαστεί το πραγματικό της αποτύπωμα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το ζητούμενο δεν είναι πόσες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις πραγματοποιούνται σε μια πόλη. Το ζητούμενο είναι πόση πραγματική βοήθεια φτάνει εκεί που υπάρχει ανάγκη.

Η Θεσσαλονίκη δεν πάσχει από έλλειψη διάθεσης προσφοράς. Αντιθέτως, ίσως διαθέτει περισσότερη απ’ όση της αναλογεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχουμε βρει τον πιο ώριμο και αποτελεσματικό τρόπο να τη μετατρέπουμε σε ουσιαστικό κοινωνικό αποτέλεσμα ή αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φιλανθρωπία λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική πρακτική συμμετοχής παρά ως μηχανισμός μέγιστης επίδρασης.

 

*Ο κ. Χρήστος Αβδελλάς είναι Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων – Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών

 

article image
22.03.2026 | 20:09
22.03.2026 | 18:19
22.03.2026 | 20:25
InvestingΘα επιταχύνει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή την ενεργειακή μετάβαση;
22.03.2026 | 08:0022.03.2026 | 08:00

Παράγουμε περισσότερη φιλανθρωπία απ’ όση μπορούμε να καταναλώσουμε;

Σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, δεν είναι σπάνιο να δει κανείς τους ίδιους ανθρώπους να συμμετέχουν σε διαφορετικές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, σχεδόν κάθε εβδομάδα, σε διαφορετικούς χώρους και για διαφορετικούς σκοπούς. Σε αρκετές περιπτώσεις, μέσα στο ίδιο Σαββατοκύριακο πραγματοποιούνται ταυτόχρονα περισσότερες από μία τέτοιες δράσεις που απευθύνονται στο ίδιο, περίπου, κοινό.

Η πόλη έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα ενεργή κουλτούρα φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών. Αυτό από μόνο του είναι θετικό. Ωστόσο, η διαρκής αύξηση αυτών των δράσεων γεννά ένα εύλογο ερώτημα: ενισχύεται πράγματι το κοινωνικό αποτύπωμα ή απλώς κατακερματίζεται;

Και μαζί με αυτό, ένα δεύτερο, πιο σύνθετο ερώτημα. Σε ποιο βαθμό αυτή η υπερπληθώρα δράσεων αποτυπώνει αποκλειστικά μια ανάγκη προσφοράς και σε ποιο βαθμό συνδέεται, έστω και έμμεσα, με άλλες λειτουργίες μιας μικρής αστικής κοινωνίας, όπως η κοινωνική προβολή, η δικτύωση ή και η προσωπική αναγνώριση;

Η εικόνα είναι πια γνώριμη. Σε μεγάλα ξενοδοχεία και γνωστούς χώρους εκδηλώσεων συγκεντρώνεται περιποιημένος κόσμος, πληρώνει ένα ποσό συμμετοχής, στηρίζει έναν σκοπό και περνά μερικές ώρες μέσα σε ένα ευχάριστο κοινωνικό περιβάλλον.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Υπήρχε και πριν από την οικονομική κρίση, στα χρόνια της ευημερίας, όταν τέτοιες εκδηλώσεις αποτελούσαν σχεδόν μόνιμο στοιχείο της κοινωνικής ατζέντας της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται κάτι διαφορετικό. Μια αισθητή αύξηση των οργανώσεων και των πρωτοβουλιών. Σύλλογοι, σωματεία, ΜΚΟ, λέσχες, παραρτήματα διεθνών οργανισμών και νέες ομάδες πολιτών εμφανίζονται συνεχώς, με ειλικρινή πρόθεση να προσφέρουν, θέλω να πιστεύω.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά τις προθέσεις. Αφορά την κλίμακα.

Σε μια μητροπολιτική περιοχή περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, πόσες τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί πραγματικά να στηρίξει μια τοπική κοινωνία; Γιατί, όσο κι αν δεν το λέμε εύκολα, η πραγματική δεξαμενή των ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά σε αυτές τις δράσεις είναι πολύ μικρότερη από τον συνολικό πληθυσμό της πόλης.

Στην πράξη πρόκειται για έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων που συναντιέται ξανά και ξανά στις ίδιες εκδηλώσεις, στηρίζοντας διαδοχικά διαφορετικές πρωτοβουλίες.

Εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο παράδοξο που αξίζει να ειπωθεί καθαρά. Η ίδια κοινωνική δεξαμενή καλείται να στηρίξει ολοένα περισσότερες δράσεις, με αποτέλεσμα η προσφορά να διαχέεται αντί να ενισχύεται. Με απλά λόγια, όσο αυξάνονται οι πρωτοβουλίες, τόσο μειώνεται η συγκέντρωση της συνολικής τους επίδρασης.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν μιλάμε για πολλαπλά τοπικά παραρτήματα διεθνών οργανώσεων που λειτουργούν παράλληλα στην ίδια πόλη. Πρόκειται για οργανισμούς με ιστορία, δομές και σημαντικό έργο. Ακριβώς γι’ αυτό τίθεται εύλογα το ερώτημα αν η υπερδιάσπαση σε τοπικό επίπεδο περιορίζει τελικά την αποτελεσματικότητα που θα μπορούσε να υπάρξει μέσα από πιο συντονισμένες πρωτοβουλίες.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν ανήκω στην πλευρά εκείνων που υποστηρίζουν ότι η φιλανθρωπία είναι περιττή ή ότι, όπως συχνά λέγεται, «η ελεημοσύνη δεν είναι η λύση». Αντιθέτως, έχω συμμετάσχει πολλές φορές σε τέτοιες δράσεις και στο παρελθόν έχω συμβάλει και στη διοργάνωσή τους, γνωρίζοντας από κοντά τη διάθεση προσφοράς που υπάρχει πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το ερώτημα αξίζει να τεθεί.

Οι κοινωνίες χρειάζονται και την οργανωμένη κοινωνική πολιτική και την ιδιωτική πρωτοβουλία προσφοράς. Η πρώτη δημιουργεί δομές και δικαιώματα. Η δεύτερη εκφράζει την ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για την αποτελεσματικότητά της έχει νόημα.

Ίσως λοιπόν έχει έρθει η στιγμή να αναρωτηθούμε αν, σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, θα είχε μεγαλύτερο νόημα μια πιο συνεργατική και συντονισμένη προσέγγιση. Λιγότερες παράλληλες δράσεις, μεγαλύτερες κοινές πρωτοβουλίες και περισσότερος συντονισμός.

Όχι για να περιοριστεί η διάθεση προσφοράς. Αλλά για να πολλαπλασιαστεί το πραγματικό της αποτύπωμα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το ζητούμενο δεν είναι πόσες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις πραγματοποιούνται σε μια πόλη. Το ζητούμενο είναι πόση πραγματική βοήθεια φτάνει εκεί που υπάρχει ανάγκη.

Η Θεσσαλονίκη δεν πάσχει από έλλειψη διάθεσης προσφοράς. Αντιθέτως, ίσως διαθέτει περισσότερη απ’ όση της αναλογεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχουμε βρει τον πιο ώριμο και αποτελεσματικό τρόπο να τη μετατρέπουμε σε ουσιαστικό κοινωνικό αποτέλεσμα ή αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φιλανθρωπία λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική πρακτική συμμετοχής παρά ως μηχανισμός μέγιστης επίδρασης.

 

*Ο κ. Χρήστος Αβδελλάς είναι Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων – Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών

 

Σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, δεν είναι σπάνιο να δει κανείς τους ίδιους ανθρώπους να συμμετέχουν σε διαφορετικές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, σχεδόν κάθε εβδομάδα, σε διαφορετικούς χώρους και για διαφορετικούς σκοπούς. Σε αρκετές περιπτώσεις, μέσα στο ίδιο Σαββατοκύριακο πραγματοποιούνται ταυτόχρονα περισσότερες από μία τέτοιες δράσεις που απευθύνονται στο ίδιο, περίπου, κοινό.

Η πόλη έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα ενεργή κουλτούρα φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών. Αυτό από μόνο του είναι θετικό. Ωστόσο, η διαρκής αύξηση αυτών των δράσεων γεννά ένα εύλογο ερώτημα: ενισχύεται πράγματι το κοινωνικό αποτύπωμα ή απλώς κατακερματίζεται;

Και μαζί με αυτό, ένα δεύτερο, πιο σύνθετο ερώτημα. Σε ποιο βαθμό αυτή η υπερπληθώρα δράσεων αποτυπώνει αποκλειστικά μια ανάγκη προσφοράς και σε ποιο βαθμό συνδέεται, έστω και έμμεσα, με άλλες λειτουργίες μιας μικρής αστικής κοινωνίας, όπως η κοινωνική προβολή, η δικτύωση ή και η προσωπική αναγνώριση;

Η εικόνα είναι πια γνώριμη. Σε μεγάλα ξενοδοχεία και γνωστούς χώρους εκδηλώσεων συγκεντρώνεται περιποιημένος κόσμος, πληρώνει ένα ποσό συμμετοχής, στηρίζει έναν σκοπό και περνά μερικές ώρες μέσα σε ένα ευχάριστο κοινωνικό περιβάλλον.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Υπήρχε και πριν από την οικονομική κρίση, στα χρόνια της ευημερίας, όταν τέτοιες εκδηλώσεις αποτελούσαν σχεδόν μόνιμο στοιχείο της κοινωνικής ατζέντας της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται κάτι διαφορετικό. Μια αισθητή αύξηση των οργανώσεων και των πρωτοβουλιών. Σύλλογοι, σωματεία, ΜΚΟ, λέσχες, παραρτήματα διεθνών οργανισμών και νέες ομάδες πολιτών εμφανίζονται συνεχώς, με ειλικρινή πρόθεση να προσφέρουν, θέλω να πιστεύω.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά τις προθέσεις. Αφορά την κλίμακα.

Σε μια μητροπολιτική περιοχή περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, πόσες τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί πραγματικά να στηρίξει μια τοπική κοινωνία; Γιατί, όσο κι αν δεν το λέμε εύκολα, η πραγματική δεξαμενή των ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά σε αυτές τις δράσεις είναι πολύ μικρότερη από τον συνολικό πληθυσμό της πόλης.

Στην πράξη πρόκειται για έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων που συναντιέται ξανά και ξανά στις ίδιες εκδηλώσεις, στηρίζοντας διαδοχικά διαφορετικές πρωτοβουλίες.

Εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο παράδοξο που αξίζει να ειπωθεί καθαρά. Η ίδια κοινωνική δεξαμενή καλείται να στηρίξει ολοένα περισσότερες δράσεις, με αποτέλεσμα η προσφορά να διαχέεται αντί να ενισχύεται. Με απλά λόγια, όσο αυξάνονται οι πρωτοβουλίες, τόσο μειώνεται η συγκέντρωση της συνολικής τους επίδρασης.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν μιλάμε για πολλαπλά τοπικά παραρτήματα διεθνών οργανώσεων που λειτουργούν παράλληλα στην ίδια πόλη. Πρόκειται για οργανισμούς με ιστορία, δομές και σημαντικό έργο. Ακριβώς γι’ αυτό τίθεται εύλογα το ερώτημα αν η υπερδιάσπαση σε τοπικό επίπεδο περιορίζει τελικά την αποτελεσματικότητα που θα μπορούσε να υπάρξει μέσα από πιο συντονισμένες πρωτοβουλίες.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν ανήκω στην πλευρά εκείνων που υποστηρίζουν ότι η φιλανθρωπία είναι περιττή ή ότι, όπως συχνά λέγεται, «η ελεημοσύνη δεν είναι η λύση». Αντιθέτως, έχω συμμετάσχει πολλές φορές σε τέτοιες δράσεις και στο παρελθόν έχω συμβάλει και στη διοργάνωσή τους, γνωρίζοντας από κοντά τη διάθεση προσφοράς που υπάρχει πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το ερώτημα αξίζει να τεθεί.

Οι κοινωνίες χρειάζονται και την οργανωμένη κοινωνική πολιτική και την ιδιωτική πρωτοβουλία προσφοράς. Η πρώτη δημιουργεί δομές και δικαιώματα. Η δεύτερη εκφράζει την ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για την αποτελεσματικότητά της έχει νόημα.

Ίσως λοιπόν έχει έρθει η στιγμή να αναρωτηθούμε αν, σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, θα είχε μεγαλύτερο νόημα μια πιο συνεργατική και συντονισμένη προσέγγιση. Λιγότερες παράλληλες δράσεις, μεγαλύτερες κοινές πρωτοβουλίες και περισσότερος συντονισμός.

Όχι για να περιοριστεί η διάθεση προσφοράς. Αλλά για να πολλαπλασιαστεί το πραγματικό της αποτύπωμα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το ζητούμενο δεν είναι πόσες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις πραγματοποιούνται σε μια πόλη. Το ζητούμενο είναι πόση πραγματική βοήθεια φτάνει εκεί που υπάρχει ανάγκη.

Η Θεσσαλονίκη δεν πάσχει από έλλειψη διάθεσης προσφοράς. Αντιθέτως, ίσως διαθέτει περισσότερη απ’ όση της αναλογεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχουμε βρει τον πιο ώριμο και αποτελεσματικό τρόπο να τη μετατρέπουμε σε ουσιαστικό κοινωνικό αποτέλεσμα ή αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φιλανθρωπία λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική πρακτική συμμετοχής παρά ως μηχανισμός μέγιστης επίδρασης.

 

*Ο κ. Χρήστος Αβδελλάς είναι Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων – Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών

 

article image22.03.2026 | 17:16
22.03.2026 | 17:18
article image
article image22.03.2026 | 08:00