Γεωστρατηγική και Ενέργεια: Πώς οι διεθνείς ανατροπές επανακαθορίζουν την οικονομία και τον ρόλο της Ελλάδας
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και βαθιάς αβεβαιότητας για το διεθνές σύστημα, η ενέργεια αναδεικνύεται εκ νέου ως κρίσιμος πυλώνας ασφάλειας, οικονομικής σταθερότητας και παραγωγικότητας.Δήμος Θεσσαλονίκης: Επίτιμος δημότης ο Ιβάν Σαββίδης - Τιμητική διάκριση και σε Χριστοδουλίδη, Μπουρλά, Ανδρεάδη και Ίδρυμα Παπαγεωργίου
Δήμος Θεσσαλονίκης: Επίτιμος δημότης ο Ιβάν Σαββίδης - Τιμητική διάκριση και σε Χριστοδουλίδη, Μπουρλά, Ανδρεάδη και Ίδρυμα Παπαγεωργίου
Έπεσαν οι υπογραφές για την εξαγορά της Warner Bros από την Paramount - Deal 110 δισ. δολαρίων
Έπεσαν οι υπογραφές για την εξαγορά της Warner Bros από την Paramount - Deal 110 δισ. δολαρίων
Τραμπ: Το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά - Συνεχίζονται οι συζητήσεις αλλά δεν έμεινα ικανοποιημένος
Τραμπ: Το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά - Συνεχίζονται οι συζητήσεις αλλά δεν έμεινα ικανοποιημένος
BBC, Guardian
BBC, GuardianΠώς οδηγήθηκαν σε «ανοιχτό πόλεμο» Πακιστάν και Αφγανιστάν
Πώς οδηγήθηκαν σε «ανοιχτό πόλεμο» Πακιστάν και Αφγανιστάν
Θεσσαλονίκη: Πόλη–Μεζές ή Πόλη–Πολιτισμός;
Τα τελευταία χρόνια έχει παγιωθεί σχεδόν αξιωματικά μια φράση στον δημόσιο λόγο για τη Θεσσαλονίκη: «είμαστε γαστρονομικός προορισμός». Με τη σφραγίδα του Δικτύου Δημιουργικών Πόλεων της UNESCO να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κύρους, η πόλη προβάλλεται συστηματικά μέσα από το αφήγημα της εστίασης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει δυναμική σκηνή εστιατορίων, νέους σεφ, δημιουργική κουζίνα και μια ζωντανή κουλτούρα εξόδου. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν έχει καλή γαστρονομία. Το ερώτημα είναι αν η γαστρονομία αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα ή αν έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα εύκολο και βολικό concept.
Με την ίδια λογική, οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν ως «γαστρονομικοί προορισμοί». Ο Βόλος με τα τσιπουράδικα και τη θαλασσινή του κουλτούρα. Η Καλαμάτα με το ελαιόλαδο, τα τοπικά προϊόντα και τη μεσσηνιακή κουζίνα. Τα Χανιά με τη βαθιά κρητική διατροφική παράδοση και το διεθνώς αναγνωρίσιμο brand της κρητικής διατροφής. Και φυσικά δεκάδες άλλες πόλεις και νησιά. Αν η γαστρονομία είναι το κριτήριο, τότε σχεδόν όλη η Ελλάδα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μπορεί να το επικαλεστεί. Άρα δεν μιλάμε για μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, μιλάμε για κοινό χαρακτηριστικό.
Παγκόσμια παραδείγματα: ακόμη και εκεί, δεν αρκεί
Υπάρχουν περιοχές με πραγματικά ισχυρή και διαχρονική γαστρονομική ταυτότητα. Η Τοσκάνη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα: η τοπική κουζίνα, το κρασί, η αγροτική παραγωγή, όλα συνθέτουν ένα αυθεντικό αφήγημα. Κι όμως, ακόμη και στην Τοσκάνη, η γαστρονομία αποτελεί ένα μικρό μόνο κλάσμα των λόγων επίσκεψης. Οι επισκέπτες έρχονται για τη Φλωρεντία, για την Αναγέννηση, για την τέχνη, για τα τοπία, για την ιστορία. Το φαγητό λειτουργεί συμπληρωματικά — ως εμπειρία που ενισχύει την επίσκεψη, όχι ως πρωταρχικό κίνητρο.
Οι διεθνείς έρευνες τουριστικής συμπεριφοράς καταδεικνύουν ότι η κύρια αιτία επιλογής προορισμού δεν είναι η γαστρονομία. Περίπου το 40% των ταξιδιωτών δηλώνουν ότι επιλέγουν έναν προορισμό πρωτίστως για τον πολιτισμό, τα αξιοθέατα και τα μουσεία. Η γαστρονομία έρχεται να ενισχύσει την εμπειρία, αλλά σπάνια θα την προκαλέσει.
Όταν μια πόλη επενδύει υπερβολικά σε ένα αφήγημα, διατρέχει τον κίνδυνο να αυτοπεριοριστεί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, «η πόλη του καλού φαγητού». Αυτό είναι απλώς ένα από τα πολλά της χαρακτηριστικά. Ο πραγματικός της πλούτος βρίσκεται αλλού: στη μοναδική πολυεπίπεδη ιστορία της.
Στη ρωμαϊκή της κληρονομιά. Στην εβραϊκή της μνήμη, που σφράγισε επί αιώνες την ταυτότητά της. Στην οθωμανική της περίοδο. Στη νεότερη ελληνική της διαδρομή. Οι μοναδικές βυζαντινές εκκλησίες της, μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Η Ροτόντα, που συμπυκνώνει 17 αιώνες ιστορίας σε έναν κύκλο πέτρας. Ο σταθμός Μετρό Βενιζέλου, που ανέδειξε με σχεδόν θεατρικό τρόπο τις ιστορικές περιόδους της πόλης μέσα στο παρόν της πόλης. Και φυσικά η Συλλογή Κωστάκη του MOMUS, μία από τις σημαντικότερες συλλογές ρωσικής πρωτοπορίας παγκοσμίως. Ένα πολιτιστικό κεφάλαιο με διεθνές εκτόπισμα, ικανό να τοποθετήσει τη Θεσσαλονίκη στον παγκόσμιο χάρτη της τέχνης.
Από τον μεζέ στην ουσία
Η αλήθεια είναι ότι η εστίαση δημιουργεί εικόνες εύκολες, άμεσες, instagrammable. Είναι εύκολο να φωτογραφίσεις ένα τραπέζι. Είναι δυσκολότερο να αφηγηθείς μια ιστορία 2.300 ετών. Αν όμως η πόλη θέλει να χτίσει βιώσιμη ταυτότητα, πρέπει να μετακινηθεί από το lifestyle στην ουσία. Να πάψει η γαστρονομία να αποτελεί την προμετωπίδα των καμπανιών. Να λειτουργεί ως συμπλήρωμα, όχι ως πυρήνας.
Η Θεσσαλονίκη έχει πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα στον πολιτισμό της. Στην αυθεντική της πολυπολιτισμικότητα. Στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης. Στην ιστορική της συνέχεια που παραμένει ορατή στον αστικό ιστό. Η πόλη χρειάζεται μια στρατηγική απεγκλωβισμού από το μονοδιάστατο αφήγημα της «γαστρονομικής πρωτεύουσας». Όχι γιατί η γαστρονομία δεν είναι σημαντική, αλλά γιατί δεν είναι μοναδική.
Το πραγματικό της κεφάλαιο είναι ο πολιτισμός. Οι στρώσεις ιστορίας που αναδύονται σε κάθε βήμα. Τα μνημεία της. Τα μουσεία της. Οι συλλογές της. Η βυζαντινή, ρωμαϊκή, εβραϊκή, οθωμανική και νεότερη ελληνική της ταυτότητα. Αν θέλουμε μια Θεσσαλονίκη με διεθνή ακτινοβολία, οφείλουμε να επενδύσουμε σε αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί να αντιγράψει.
* Ο κ. Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος είναι Πρόεδρος του ΔΣ του MOMUS, Κάτοχος της Έδρας UNESCO on Futures Research
Τα τελευταία χρόνια έχει παγιωθεί σχεδόν αξιωματικά μια φράση στον δημόσιο λόγο για τη Θεσσαλονίκη: «είμαστε γαστρονομικός προορισμός». Με τη σφραγίδα του Δικτύου Δημιουργικών Πόλεων της UNESCO να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κύρους, η πόλη προβάλλεται συστηματικά μέσα από το αφήγημα της εστίασης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει δυναμική σκηνή εστιατορίων, νέους σεφ, δημιουργική κουζίνα και μια ζωντανή κουλτούρα εξόδου. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν έχει καλή γαστρονομία. Το ερώτημα είναι αν η γαστρονομία αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα ή αν έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα εύκολο και βολικό concept.
Με την ίδια λογική, οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν ως «γαστρονομικοί προορισμοί». Ο Βόλος με τα τσιπουράδικα και τη θαλασσινή του κουλτούρα. Η Καλαμάτα με το ελαιόλαδο, τα τοπικά προϊόντα και τη μεσσηνιακή κουζίνα. Τα Χανιά με τη βαθιά κρητική διατροφική παράδοση και το διεθνώς αναγνωρίσιμο brand της κρητικής διατροφής. Και φυσικά δεκάδες άλλες πόλεις και νησιά. Αν η γαστρονομία είναι το κριτήριο, τότε σχεδόν όλη η Ελλάδα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μπορεί να το επικαλεστεί. Άρα δεν μιλάμε για μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, μιλάμε για κοινό χαρακτηριστικό.
Παγκόσμια παραδείγματα: ακόμη και εκεί, δεν αρκεί
Υπάρχουν περιοχές με πραγματικά ισχυρή και διαχρονική γαστρονομική ταυτότητα. Η Τοσκάνη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα: η τοπική κουζίνα, το κρασί, η αγροτική παραγωγή, όλα συνθέτουν ένα αυθεντικό αφήγημα. Κι όμως, ακόμη και στην Τοσκάνη, η γαστρονομία αποτελεί ένα μικρό μόνο κλάσμα των λόγων επίσκεψης. Οι επισκέπτες έρχονται για τη Φλωρεντία, για την Αναγέννηση, για την τέχνη, για τα τοπία, για την ιστορία. Το φαγητό λειτουργεί συμπληρωματικά — ως εμπειρία που ενισχύει την επίσκεψη, όχι ως πρωταρχικό κίνητρο.
Οι διεθνείς έρευνες τουριστικής συμπεριφοράς καταδεικνύουν ότι η κύρια αιτία επιλογής προορισμού δεν είναι η γαστρονομία. Περίπου το 40% των ταξιδιωτών δηλώνουν ότι επιλέγουν έναν προορισμό πρωτίστως για τον πολιτισμό, τα αξιοθέατα και τα μουσεία. Η γαστρονομία έρχεται να ενισχύσει την εμπειρία, αλλά σπάνια θα την προκαλέσει.
Όταν μια πόλη επενδύει υπερβολικά σε ένα αφήγημα, διατρέχει τον κίνδυνο να αυτοπεριοριστεί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, «η πόλη του καλού φαγητού». Αυτό είναι απλώς ένα από τα πολλά της χαρακτηριστικά. Ο πραγματικός της πλούτος βρίσκεται αλλού: στη μοναδική πολυεπίπεδη ιστορία της.
Στη ρωμαϊκή της κληρονομιά. Στην εβραϊκή της μνήμη, που σφράγισε επί αιώνες την ταυτότητά της. Στην οθωμανική της περίοδο. Στη νεότερη ελληνική της διαδρομή. Οι μοναδικές βυζαντινές εκκλησίες της, μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Η Ροτόντα, που συμπυκνώνει 17 αιώνες ιστορίας σε έναν κύκλο πέτρας. Ο σταθμός Μετρό Βενιζέλου, που ανέδειξε με σχεδόν θεατρικό τρόπο τις ιστορικές περιόδους της πόλης μέσα στο παρόν της πόλης. Και φυσικά η Συλλογή Κωστάκη του MOMUS, μία από τις σημαντικότερες συλλογές ρωσικής πρωτοπορίας παγκοσμίως. Ένα πολιτιστικό κεφάλαιο με διεθνές εκτόπισμα, ικανό να τοποθετήσει τη Θεσσαλονίκη στον παγκόσμιο χάρτη της τέχνης.
Από τον μεζέ στην ουσία
Η αλήθεια είναι ότι η εστίαση δημιουργεί εικόνες εύκολες, άμεσες, instagrammable. Είναι εύκολο να φωτογραφίσεις ένα τραπέζι. Είναι δυσκολότερο να αφηγηθείς μια ιστορία 2.300 ετών. Αν όμως η πόλη θέλει να χτίσει βιώσιμη ταυτότητα, πρέπει να μετακινηθεί από το lifestyle στην ουσία. Να πάψει η γαστρονομία να αποτελεί την προμετωπίδα των καμπανιών. Να λειτουργεί ως συμπλήρωμα, όχι ως πυρήνας.
Η Θεσσαλονίκη έχει πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα στον πολιτισμό της. Στην αυθεντική της πολυπολιτισμικότητα. Στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης. Στην ιστορική της συνέχεια που παραμένει ορατή στον αστικό ιστό. Η πόλη χρειάζεται μια στρατηγική απεγκλωβισμού από το μονοδιάστατο αφήγημα της «γαστρονομικής πρωτεύουσας». Όχι γιατί η γαστρονομία δεν είναι σημαντική, αλλά γιατί δεν είναι μοναδική.
Το πραγματικό της κεφάλαιο είναι ο πολιτισμός. Οι στρώσεις ιστορίας που αναδύονται σε κάθε βήμα. Τα μνημεία της. Τα μουσεία της. Οι συλλογές της. Η βυζαντινή, ρωμαϊκή, εβραϊκή, οθωμανική και νεότερη ελληνική της ταυτότητα. Αν θέλουμε μια Θεσσαλονίκη με διεθνή ακτινοβολία, οφείλουμε να επενδύσουμε σε αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί να αντιγράψει.
* Ο κ. Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος είναι Πρόεδρος του ΔΣ του MOMUS, Κάτοχος της Έδρας UNESCO on Futures Research
Τα μηνύματα Κυρ. Μητσοτάκη, η σύγκρουση με Ανδρουλάκη και η στρατηγική του Μαξίμου
Τα μηνύματα Κυρ. Μητσοτάκη, η σύγκρουση με Ανδρουλάκη και η στρατηγική του Μαξίμου
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΗΛΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΗΛΗΟι 200 της Καισαριανής, οι ανιστόρητοι και ο πόλεμος της επικοινωνίας
Οι 200 της Καισαριανής, οι ανιστόρητοι και ο πόλεμος της επικοινωνίας
Θεσσαλονίκη: Πόλη–Μεζές ή Πόλη–Πολιτισμός;
Τα τελευταία χρόνια έχει παγιωθεί σχεδόν αξιωματικά μια φράση στον δημόσιο λόγο για τη Θεσσαλονίκη: «είμαστε γαστρονομικός προορισμός». Με τη σφραγίδα του Δικτύου Δημιουργικών Πόλεων της UNESCO να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κύρους, η πόλη προβάλλεται συστηματικά μέσα από το αφήγημα της εστίασης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει δυναμική σκηνή εστιατορίων, νέους σεφ, δημιουργική κουζίνα και μια ζωντανή κουλτούρα εξόδου. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν έχει καλή γαστρονομία. Το ερώτημα είναι αν η γαστρονομία αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα ή αν έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα εύκολο και βολικό concept.
Με την ίδια λογική, οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν ως «γαστρονομικοί προορισμοί». Ο Βόλος με τα τσιπουράδικα και τη θαλασσινή του κουλτούρα. Η Καλαμάτα με το ελαιόλαδο, τα τοπικά προϊόντα και τη μεσσηνιακή κουζίνα. Τα Χανιά με τη βαθιά κρητική διατροφική παράδοση και το διεθνώς αναγνωρίσιμο brand της κρητικής διατροφής. Και φυσικά δεκάδες άλλες πόλεις και νησιά. Αν η γαστρονομία είναι το κριτήριο, τότε σχεδόν όλη η Ελλάδα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μπορεί να το επικαλεστεί. Άρα δεν μιλάμε για μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, μιλάμε για κοινό χαρακτηριστικό.
Παγκόσμια παραδείγματα: ακόμη και εκεί, δεν αρκεί
Υπάρχουν περιοχές με πραγματικά ισχυρή και διαχρονική γαστρονομική ταυτότητα. Η Τοσκάνη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα: η τοπική κουζίνα, το κρασί, η αγροτική παραγωγή, όλα συνθέτουν ένα αυθεντικό αφήγημα. Κι όμως, ακόμη και στην Τοσκάνη, η γαστρονομία αποτελεί ένα μικρό μόνο κλάσμα των λόγων επίσκεψης. Οι επισκέπτες έρχονται για τη Φλωρεντία, για την Αναγέννηση, για την τέχνη, για τα τοπία, για την ιστορία. Το φαγητό λειτουργεί συμπληρωματικά — ως εμπειρία που ενισχύει την επίσκεψη, όχι ως πρωταρχικό κίνητρο.
Οι διεθνείς έρευνες τουριστικής συμπεριφοράς καταδεικνύουν ότι η κύρια αιτία επιλογής προορισμού δεν είναι η γαστρονομία. Περίπου το 40% των ταξιδιωτών δηλώνουν ότι επιλέγουν έναν προορισμό πρωτίστως για τον πολιτισμό, τα αξιοθέατα και τα μουσεία. Η γαστρονομία έρχεται να ενισχύσει την εμπειρία, αλλά σπάνια θα την προκαλέσει.
Όταν μια πόλη επενδύει υπερβολικά σε ένα αφήγημα, διατρέχει τον κίνδυνο να αυτοπεριοριστεί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, «η πόλη του καλού φαγητού». Αυτό είναι απλώς ένα από τα πολλά της χαρακτηριστικά. Ο πραγματικός της πλούτος βρίσκεται αλλού: στη μοναδική πολυεπίπεδη ιστορία της.
Στη ρωμαϊκή της κληρονομιά. Στην εβραϊκή της μνήμη, που σφράγισε επί αιώνες την ταυτότητά της. Στην οθωμανική της περίοδο. Στη νεότερη ελληνική της διαδρομή. Οι μοναδικές βυζαντινές εκκλησίες της, μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Η Ροτόντα, που συμπυκνώνει 17 αιώνες ιστορίας σε έναν κύκλο πέτρας. Ο σταθμός Μετρό Βενιζέλου, που ανέδειξε με σχεδόν θεατρικό τρόπο τις ιστορικές περιόδους της πόλης μέσα στο παρόν της πόλης. Και φυσικά η Συλλογή Κωστάκη του MOMUS, μία από τις σημαντικότερες συλλογές ρωσικής πρωτοπορίας παγκοσμίως. Ένα πολιτιστικό κεφάλαιο με διεθνές εκτόπισμα, ικανό να τοποθετήσει τη Θεσσαλονίκη στον παγκόσμιο χάρτη της τέχνης.
Από τον μεζέ στην ουσία
Η αλήθεια είναι ότι η εστίαση δημιουργεί εικόνες εύκολες, άμεσες, instagrammable. Είναι εύκολο να φωτογραφίσεις ένα τραπέζι. Είναι δυσκολότερο να αφηγηθείς μια ιστορία 2.300 ετών. Αν όμως η πόλη θέλει να χτίσει βιώσιμη ταυτότητα, πρέπει να μετακινηθεί από το lifestyle στην ουσία. Να πάψει η γαστρονομία να αποτελεί την προμετωπίδα των καμπανιών. Να λειτουργεί ως συμπλήρωμα, όχι ως πυρήνας.
Η Θεσσαλονίκη έχει πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα στον πολιτισμό της. Στην αυθεντική της πολυπολιτισμικότητα. Στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης. Στην ιστορική της συνέχεια που παραμένει ορατή στον αστικό ιστό. Η πόλη χρειάζεται μια στρατηγική απεγκλωβισμού από το μονοδιάστατο αφήγημα της «γαστρονομικής πρωτεύουσας». Όχι γιατί η γαστρονομία δεν είναι σημαντική, αλλά γιατί δεν είναι μοναδική.
Το πραγματικό της κεφάλαιο είναι ο πολιτισμός. Οι στρώσεις ιστορίας που αναδύονται σε κάθε βήμα. Τα μνημεία της. Τα μουσεία της. Οι συλλογές της. Η βυζαντινή, ρωμαϊκή, εβραϊκή, οθωμανική και νεότερη ελληνική της ταυτότητα. Αν θέλουμε μια Θεσσαλονίκη με διεθνή ακτινοβολία, οφείλουμε να επενδύσουμε σε αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί να αντιγράψει.
* Ο κ. Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος είναι Πρόεδρος του ΔΣ του MOMUS, Κάτοχος της Έδρας UNESCO on Futures Research
Τα τελευταία χρόνια έχει παγιωθεί σχεδόν αξιωματικά μια φράση στον δημόσιο λόγο για τη Θεσσαλονίκη: «είμαστε γαστρονομικός προορισμός». Με τη σφραγίδα του Δικτύου Δημιουργικών Πόλεων της UNESCO να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κύρους, η πόλη προβάλλεται συστηματικά μέσα από το αφήγημα της εστίασης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει δυναμική σκηνή εστιατορίων, νέους σεφ, δημιουργική κουζίνα και μια ζωντανή κουλτούρα εξόδου. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν έχει καλή γαστρονομία. Το ερώτημα είναι αν η γαστρονομία αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα ή αν έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα εύκολο και βολικό concept.
Με την ίδια λογική, οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν ως «γαστρονομικοί προορισμοί». Ο Βόλος με τα τσιπουράδικα και τη θαλασσινή του κουλτούρα. Η Καλαμάτα με το ελαιόλαδο, τα τοπικά προϊόντα και τη μεσσηνιακή κουζίνα. Τα Χανιά με τη βαθιά κρητική διατροφική παράδοση και το διεθνώς αναγνωρίσιμο brand της κρητικής διατροφής. Και φυσικά δεκάδες άλλες πόλεις και νησιά. Αν η γαστρονομία είναι το κριτήριο, τότε σχεδόν όλη η Ελλάδα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μπορεί να το επικαλεστεί. Άρα δεν μιλάμε για μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, μιλάμε για κοινό χαρακτηριστικό.
Παγκόσμια παραδείγματα: ακόμη και εκεί, δεν αρκεί
Υπάρχουν περιοχές με πραγματικά ισχυρή και διαχρονική γαστρονομική ταυτότητα. Η Τοσκάνη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα: η τοπική κουζίνα, το κρασί, η αγροτική παραγωγή, όλα συνθέτουν ένα αυθεντικό αφήγημα. Κι όμως, ακόμη και στην Τοσκάνη, η γαστρονομία αποτελεί ένα μικρό μόνο κλάσμα των λόγων επίσκεψης. Οι επισκέπτες έρχονται για τη Φλωρεντία, για την Αναγέννηση, για την τέχνη, για τα τοπία, για την ιστορία. Το φαγητό λειτουργεί συμπληρωματικά — ως εμπειρία που ενισχύει την επίσκεψη, όχι ως πρωταρχικό κίνητρο.
Οι διεθνείς έρευνες τουριστικής συμπεριφοράς καταδεικνύουν ότι η κύρια αιτία επιλογής προορισμού δεν είναι η γαστρονομία. Περίπου το 40% των ταξιδιωτών δηλώνουν ότι επιλέγουν έναν προορισμό πρωτίστως για τον πολιτισμό, τα αξιοθέατα και τα μουσεία. Η γαστρονομία έρχεται να ενισχύσει την εμπειρία, αλλά σπάνια θα την προκαλέσει.
Όταν μια πόλη επενδύει υπερβολικά σε ένα αφήγημα, διατρέχει τον κίνδυνο να αυτοπεριοριστεί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, «η πόλη του καλού φαγητού». Αυτό είναι απλώς ένα από τα πολλά της χαρακτηριστικά. Ο πραγματικός της πλούτος βρίσκεται αλλού: στη μοναδική πολυεπίπεδη ιστορία της.
Στη ρωμαϊκή της κληρονομιά. Στην εβραϊκή της μνήμη, που σφράγισε επί αιώνες την ταυτότητά της. Στην οθωμανική της περίοδο. Στη νεότερη ελληνική της διαδρομή. Οι μοναδικές βυζαντινές εκκλησίες της, μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Η Ροτόντα, που συμπυκνώνει 17 αιώνες ιστορίας σε έναν κύκλο πέτρας. Ο σταθμός Μετρό Βενιζέλου, που ανέδειξε με σχεδόν θεατρικό τρόπο τις ιστορικές περιόδους της πόλης μέσα στο παρόν της πόλης. Και φυσικά η Συλλογή Κωστάκη του MOMUS, μία από τις σημαντικότερες συλλογές ρωσικής πρωτοπορίας παγκοσμίως. Ένα πολιτιστικό κεφάλαιο με διεθνές εκτόπισμα, ικανό να τοποθετήσει τη Θεσσαλονίκη στον παγκόσμιο χάρτη της τέχνης.
Από τον μεζέ στην ουσία
Η αλήθεια είναι ότι η εστίαση δημιουργεί εικόνες εύκολες, άμεσες, instagrammable. Είναι εύκολο να φωτογραφίσεις ένα τραπέζι. Είναι δυσκολότερο να αφηγηθείς μια ιστορία 2.300 ετών. Αν όμως η πόλη θέλει να χτίσει βιώσιμη ταυτότητα, πρέπει να μετακινηθεί από το lifestyle στην ουσία. Να πάψει η γαστρονομία να αποτελεί την προμετωπίδα των καμπανιών. Να λειτουργεί ως συμπλήρωμα, όχι ως πυρήνας.
Η Θεσσαλονίκη έχει πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα στον πολιτισμό της. Στην αυθεντική της πολυπολιτισμικότητα. Στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης. Στην ιστορική της συνέχεια που παραμένει ορατή στον αστικό ιστό. Η πόλη χρειάζεται μια στρατηγική απεγκλωβισμού από το μονοδιάστατο αφήγημα της «γαστρονομικής πρωτεύουσας». Όχι γιατί η γαστρονομία δεν είναι σημαντική, αλλά γιατί δεν είναι μοναδική.
Το πραγματικό της κεφάλαιο είναι ο πολιτισμός. Οι στρώσεις ιστορίας που αναδύονται σε κάθε βήμα. Τα μνημεία της. Τα μουσεία της. Οι συλλογές της. Η βυζαντινή, ρωμαϊκή, εβραϊκή, οθωμανική και νεότερη ελληνική της ταυτότητα. Αν θέλουμε μια Θεσσαλονίκη με διεθνή ακτινοβολία, οφείλουμε να επενδύσουμε σε αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί να αντιγράψει.
* Ο κ. Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος είναι Πρόεδρος του ΔΣ του MOMUS, Κάτοχος της Έδρας UNESCO on Futures Research
Ημαθία: Ξανά στο προσκήνιο η πρόταση για δημιουργία cargo αεροδρομίου - «Πιο επίκαιρο από ποτέ το έργο» λέει το Επιμελητήριο
Ημαθία: Ξανά στο προσκήνιο η πρόταση για δημιουργία cargo αεροδρομίου - «Πιο επίκαιρο από ποτέ το έργο» λέει το Επιμελητήριο
Ασλανίδης κατά Καρυστιανού: Το βίντεο ήταν λάθος, σοκαρίστηκαν οι γονείς των θυμάτων
Ασλανίδης κατά Καρυστιανού: Το βίντεο ήταν λάθος, σοκαρίστηκαν οι γονείς των θυμάτων
Δήμος Θεσσαλονίκης: Στο επίκεντρο η λειτουργία του Κέντρου Πρόληψης «Σείριος» -Η απάντηση της διοίκησης για μισθοδοσίες, μεταστεγάσεις και έλεγχο
Δήμος Θεσσαλονίκης: Στο επίκεντρο η λειτουργία του Κέντρου Πρόληψης «Σείριος» -Η απάντηση της διοίκησης για μισθοδοσίες, μεταστεγάσεις και έλεγχο
Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά: Στις 12 Ιουνίου τα «αποκαλυπτήρια» του νέου πνεύμονα πρασίνου με τριήμερο εκδηλώσεων
Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά: Στις 12 Ιουνίου τα «αποκαλυπτήρια» του νέου πνεύμονα πρασίνου με τριήμερο εκδηλώσεων
Θεσσαλονίκη: Η νέα «γεωγραφία» της βραχυχρόνιας μίσθωσης - Πώς τα δυτικά και περιαστικά προάστια αλλάζουν τον χάρτη
Θεσσαλονίκη: Η νέα «γεωγραφία» της βραχυχρόνιας μίσθωσης - Πώς τα δυτικά και περιαστικά προάστια αλλάζουν τον χάρτη





































