makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo
article image
ΔιεθνήΔιεθνή
20:28

Νετανιάχου: Συμμαχία με Ελλάδα, Κύπρο, Ινδία και αραβικά κράτη κατά του σιιτικού και σουνιτικού εξτρεμισμού

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ανέφερε ότι το Ισραήλ σκοπεύει να προτείνει τη δημιουργία «ενός είδους συμμαχίας γύρω ή εντός της Μέσης Ανατολής», προσθέτοντας ότι σε αυτές περιλαμβάνονται η Ινδία, η Ελλάδα, η Κύπρος, καθώς και χώρες από την αραβική, αφρικανική και ασιατική χερσόνησο, χωρίς να τις κατονομάσει.
article image
15:4815:48

Δημοσκόπηση Marc: Σταθερά επάνω από το 30% η ΝΔ - Ενισχύεται ο Κ. Μητσοτάκης, κατακρημνίζεται η Καρυστιανού

Δημοσκόπηση Marc: Σταθερά επάνω από το 30% η ΝΔ - Ενισχύεται ο Κ. Μητσοτάκης, κατακρημνίζεται η Καρυστιανού

article image
22.02.2026 | 08:0022.02.2026 | 08:00

Νέες καταναλωτικές συνήθειες και οι προκλήσεις για τα καταστήματα γειτονιάς

Το ελληνικό λιανικό εμπόριο και ιδιαίτερα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και τα καταστήματα γειτονιάς, βρίσκονται αντιμέτωπα με μια σύνθετη και δομική μεταβολή του οικονομικού περιβάλλοντος. 

Η μείωση των τζίρων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης επίδρασης τριών βασικών παραγόντων: της επίμονης ακρίβειας, της επιβράδυνσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της ριζικής αλλαγής στις καταναλωτικές συνήθειες.

Η σωρευτική αυτή πίεση οδηγεί σε ανακατανομή μεριδίων αγοράς υπέρ των μεγάλων οργανωμένων σχημάτων και του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τις μικρές επιχειρήσεις να αναζητούν λύση σε ένα πρόβλημα άλυτο με τα παραδοσιακά εργαλεία επεξεργασίας και ανάλυσης.

Ο υψηλός πληθωρισμός της περιόδου 2022–2025, μετά από μία πολυετή περίοδο στασιμότητας στις τιμές και αποπληθωριστικών πιέσεων λόγω της πανδημικής κρίσης, με ιδιαίτερη ένταση στα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγαση, οδήγησε σε μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και στο ροκάνισμα της ιδιωτικής κατανάλωσης με συνέπεια τη μείωση της κίνησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής. Η ιδιωτική κατανάλωση, αν και παραμένει βασικός πυλώνας του ΑΕΠ, εμφανίζει σημάδια κόπωσης σε πραγματικούς όρους, ιδιαίτερα στα μη βασικά αγαθά.

Το «καλάθι» του καταναλωτή μικραίνει και γίνεται πιο επιλεκτικό, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό εισοδήματος διατίθεται για βασικές ανάγκες και περιορίζεται τις δευτερεύουσες ή αυθόρμητες αγορές. Η συνθήκη αυτή για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, μεταφράζεται σε: μείωση μέσης απόδειξης, λιγότερη συχνότητα επισκέψεων, μεγαλύτερη πίεση για χαμηλότερες τιμές. Ταυτόχρονα, οι ίδιες αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος (ενέργεια, ενοίκια, μεταφορικά, προμήθειες), με περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων λόγω χαμηλών περιθωρίων κέρδους.

Στον παραπάνω καμβά η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη υφιστάμενη τάση: τη ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και της αλλαγής καταναλωτικού προτύπου. Τα τελευταία χρόνια, ο κύκλος εργασιών του e-commerce στην Ελλάδα αυξήθηκε με διψήφιους ρυθμούς, ενώ σημαντικό ποσοστό καταναλωτών πραγματοποιεί πλέον τακτικές online αγορές. Έτσι, σημαντικό μέρος της καταναλωτικής δαπάνης μετατοπίζεται εκτός φυσικού καταστήματος, ιδίως στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, με την πλειονότητα των ΜμΕ να χάνουν το τρένο της ψηφιοποίησης λόγω έλλειψης πόρων και γνώσεων.

Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόμενη συγκέντρωση του λιανεμπορίου σε μεγάλες αλυσίδες και υπεραγορές. Οι οργανωμένοι όμιλοι αξιοποιώντας τις οικονομίες κλίμακας, τις κεντρικές συμφωνίες προμηθειών, τις ιδιωτικές ετικέτες, επιθετικές πολιτικές προσφορών και προγράμματα πιστότητας πελατών σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, οδηγούν τον  καταναλωτή να στρέφεται σε σημεία που υπόσχονται χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα προϊόντος. Ακόμη και αν το κατάστημα γειτονιάς προσφέρει άμεση εξυπηρέτηση και προσωπική σχέση, η διαφορά τιμής συχνά καθορίζει την τελική επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακή ανακατανομή μεριδίων της αγοράς εις βάρος των πολύ μικρών επιχειρήσεων, μείωση του τζίρου τους και συμπίεση της  βιωσιμότητάς τους.

Το μικρό λιανεμπόριο όμως λειτουργεί και ως κύτταρο κοινωνικής συνοχής. Η υποχώρησή του  επιταχύνει τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε λίγους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες αποδυναμώνοντας την  πολυμορφία της αγοράς. Άλλωστε σημαντικό μέρος του ελληνικού επιχειρηματικού ιστού αποτελείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις οι οποίες στηρίζουν την τοπική απασχόληση και την περιφερειακή οικονομία. Η μείωσή τους δεν είναι μόνο εμπορικό ζήτημα αλλά και κοινωνικοοικονομικό.

Για αυτό απαιτούνται  στοχευμένες  πολιτικές ενίσχυσης -όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία για ψηφιακό μετασχηματισμό, ρυθμίσεις χρεών κ.α- της μικρής επιχειρηματικότητας με στόχο τη διατήρηση μίας ισορροπίας στην αγορά, της τοπικής ανάπτυξης  και της κοινωνικής συνοχής  που ιστορικά στηρίχθηκε στη μικρή ελληνική επιχείρηση.

 

*Ο κ. Λάζαρος Πίτκας είναι μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ) και Υπεύθυνος Συμβουλευτικής Υποστήριξης Επιχειρήσεων του ΕΕΘ

 

Το ελληνικό λιανικό εμπόριο και ιδιαίτερα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και τα καταστήματα γειτονιάς, βρίσκονται αντιμέτωπα με μια σύνθετη και δομική μεταβολή του οικονομικού περιβάλλοντος. 

Η μείωση των τζίρων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης επίδρασης τριών βασικών παραγόντων: της επίμονης ακρίβειας, της επιβράδυνσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της ριζικής αλλαγής στις καταναλωτικές συνήθειες.

Η σωρευτική αυτή πίεση οδηγεί σε ανακατανομή μεριδίων αγοράς υπέρ των μεγάλων οργανωμένων σχημάτων και του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τις μικρές επιχειρήσεις να αναζητούν λύση σε ένα πρόβλημα άλυτο με τα παραδοσιακά εργαλεία επεξεργασίας και ανάλυσης.

Ο υψηλός πληθωρισμός της περιόδου 2022–2025, μετά από μία πολυετή περίοδο στασιμότητας στις τιμές και αποπληθωριστικών πιέσεων λόγω της πανδημικής κρίσης, με ιδιαίτερη ένταση στα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγαση, οδήγησε σε μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και στο ροκάνισμα της ιδιωτικής κατανάλωσης με συνέπεια τη μείωση της κίνησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής. Η ιδιωτική κατανάλωση, αν και παραμένει βασικός πυλώνας του ΑΕΠ, εμφανίζει σημάδια κόπωσης σε πραγματικούς όρους, ιδιαίτερα στα μη βασικά αγαθά.

Το «καλάθι» του καταναλωτή μικραίνει και γίνεται πιο επιλεκτικό, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό εισοδήματος διατίθεται για βασικές ανάγκες και περιορίζεται τις δευτερεύουσες ή αυθόρμητες αγορές. Η συνθήκη αυτή για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, μεταφράζεται σε: μείωση μέσης απόδειξης, λιγότερη συχνότητα επισκέψεων, μεγαλύτερη πίεση για χαμηλότερες τιμές. Ταυτόχρονα, οι ίδιες αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος (ενέργεια, ενοίκια, μεταφορικά, προμήθειες), με περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων λόγω χαμηλών περιθωρίων κέρδους.

Στον παραπάνω καμβά η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη υφιστάμενη τάση: τη ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και της αλλαγής καταναλωτικού προτύπου. Τα τελευταία χρόνια, ο κύκλος εργασιών του e-commerce στην Ελλάδα αυξήθηκε με διψήφιους ρυθμούς, ενώ σημαντικό ποσοστό καταναλωτών πραγματοποιεί πλέον τακτικές online αγορές. Έτσι, σημαντικό μέρος της καταναλωτικής δαπάνης μετατοπίζεται εκτός φυσικού καταστήματος, ιδίως στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, με την πλειονότητα των ΜμΕ να χάνουν το τρένο της ψηφιοποίησης λόγω έλλειψης πόρων και γνώσεων.

Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόμενη συγκέντρωση του λιανεμπορίου σε μεγάλες αλυσίδες και υπεραγορές. Οι οργανωμένοι όμιλοι αξιοποιώντας τις οικονομίες κλίμακας, τις κεντρικές συμφωνίες προμηθειών, τις ιδιωτικές ετικέτες, επιθετικές πολιτικές προσφορών και προγράμματα πιστότητας πελατών σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, οδηγούν τον  καταναλωτή να στρέφεται σε σημεία που υπόσχονται χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα προϊόντος. Ακόμη και αν το κατάστημα γειτονιάς προσφέρει άμεση εξυπηρέτηση και προσωπική σχέση, η διαφορά τιμής συχνά καθορίζει την τελική επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακή ανακατανομή μεριδίων της αγοράς εις βάρος των πολύ μικρών επιχειρήσεων, μείωση του τζίρου τους και συμπίεση της  βιωσιμότητάς τους.

Το μικρό λιανεμπόριο όμως λειτουργεί και ως κύτταρο κοινωνικής συνοχής. Η υποχώρησή του  επιταχύνει τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε λίγους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες αποδυναμώνοντας την  πολυμορφία της αγοράς. Άλλωστε σημαντικό μέρος του ελληνικού επιχειρηματικού ιστού αποτελείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις οι οποίες στηρίζουν την τοπική απασχόληση και την περιφερειακή οικονομία. Η μείωσή τους δεν είναι μόνο εμπορικό ζήτημα αλλά και κοινωνικοοικονομικό.

Για αυτό απαιτούνται  στοχευμένες  πολιτικές ενίσχυσης -όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία για ψηφιακό μετασχηματισμό, ρυθμίσεις χρεών κ.α- της μικρής επιχειρηματικότητας με στόχο τη διατήρηση μίας ισορροπίας στην αγορά, της τοπικής ανάπτυξης  και της κοινωνικής συνοχής  που ιστορικά στηρίχθηκε στη μικρή ελληνική επιχείρηση.

 

*Ο κ. Λάζαρος Πίτκας είναι μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ) και Υπεύθυνος Συμβουλευτικής Υποστήριξης Επιχειρήσεων του ΕΕΘ

 

article image
22.02.2026 | 20:28
22.02.2026 | 19:30
22.02.2026 | 08:0022.02.2026 | 08:00

Νέες καταναλωτικές συνήθειες και οι προκλήσεις για τα καταστήματα γειτονιάς

Το ελληνικό λιανικό εμπόριο και ιδιαίτερα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και τα καταστήματα γειτονιάς, βρίσκονται αντιμέτωπα με μια σύνθετη και δομική μεταβολή του οικονομικού περιβάλλοντος. 

Η μείωση των τζίρων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης επίδρασης τριών βασικών παραγόντων: της επίμονης ακρίβειας, της επιβράδυνσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της ριζικής αλλαγής στις καταναλωτικές συνήθειες.

Η σωρευτική αυτή πίεση οδηγεί σε ανακατανομή μεριδίων αγοράς υπέρ των μεγάλων οργανωμένων σχημάτων και του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τις μικρές επιχειρήσεις να αναζητούν λύση σε ένα πρόβλημα άλυτο με τα παραδοσιακά εργαλεία επεξεργασίας και ανάλυσης.

Ο υψηλός πληθωρισμός της περιόδου 2022–2025, μετά από μία πολυετή περίοδο στασιμότητας στις τιμές και αποπληθωριστικών πιέσεων λόγω της πανδημικής κρίσης, με ιδιαίτερη ένταση στα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγαση, οδήγησε σε μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και στο ροκάνισμα της ιδιωτικής κατανάλωσης με συνέπεια τη μείωση της κίνησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής. Η ιδιωτική κατανάλωση, αν και παραμένει βασικός πυλώνας του ΑΕΠ, εμφανίζει σημάδια κόπωσης σε πραγματικούς όρους, ιδιαίτερα στα μη βασικά αγαθά.

Το «καλάθι» του καταναλωτή μικραίνει και γίνεται πιο επιλεκτικό, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό εισοδήματος διατίθεται για βασικές ανάγκες και περιορίζεται τις δευτερεύουσες ή αυθόρμητες αγορές. Η συνθήκη αυτή για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, μεταφράζεται σε: μείωση μέσης απόδειξης, λιγότερη συχνότητα επισκέψεων, μεγαλύτερη πίεση για χαμηλότερες τιμές. Ταυτόχρονα, οι ίδιες αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος (ενέργεια, ενοίκια, μεταφορικά, προμήθειες), με περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων λόγω χαμηλών περιθωρίων κέρδους.

Στον παραπάνω καμβά η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη υφιστάμενη τάση: τη ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και της αλλαγής καταναλωτικού προτύπου. Τα τελευταία χρόνια, ο κύκλος εργασιών του e-commerce στην Ελλάδα αυξήθηκε με διψήφιους ρυθμούς, ενώ σημαντικό ποσοστό καταναλωτών πραγματοποιεί πλέον τακτικές online αγορές. Έτσι, σημαντικό μέρος της καταναλωτικής δαπάνης μετατοπίζεται εκτός φυσικού καταστήματος, ιδίως στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, με την πλειονότητα των ΜμΕ να χάνουν το τρένο της ψηφιοποίησης λόγω έλλειψης πόρων και γνώσεων.

Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόμενη συγκέντρωση του λιανεμπορίου σε μεγάλες αλυσίδες και υπεραγορές. Οι οργανωμένοι όμιλοι αξιοποιώντας τις οικονομίες κλίμακας, τις κεντρικές συμφωνίες προμηθειών, τις ιδιωτικές ετικέτες, επιθετικές πολιτικές προσφορών και προγράμματα πιστότητας πελατών σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, οδηγούν τον  καταναλωτή να στρέφεται σε σημεία που υπόσχονται χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα προϊόντος. Ακόμη και αν το κατάστημα γειτονιάς προσφέρει άμεση εξυπηρέτηση και προσωπική σχέση, η διαφορά τιμής συχνά καθορίζει την τελική επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακή ανακατανομή μεριδίων της αγοράς εις βάρος των πολύ μικρών επιχειρήσεων, μείωση του τζίρου τους και συμπίεση της  βιωσιμότητάς τους.

Το μικρό λιανεμπόριο όμως λειτουργεί και ως κύτταρο κοινωνικής συνοχής. Η υποχώρησή του  επιταχύνει τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε λίγους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες αποδυναμώνοντας την  πολυμορφία της αγοράς. Άλλωστε σημαντικό μέρος του ελληνικού επιχειρηματικού ιστού αποτελείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις οι οποίες στηρίζουν την τοπική απασχόληση και την περιφερειακή οικονομία. Η μείωσή τους δεν είναι μόνο εμπορικό ζήτημα αλλά και κοινωνικοοικονομικό.

Για αυτό απαιτούνται  στοχευμένες  πολιτικές ενίσχυσης -όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία για ψηφιακό μετασχηματισμό, ρυθμίσεις χρεών κ.α- της μικρής επιχειρηματικότητας με στόχο τη διατήρηση μίας ισορροπίας στην αγορά, της τοπικής ανάπτυξης  και της κοινωνικής συνοχής  που ιστορικά στηρίχθηκε στη μικρή ελληνική επιχείρηση.

 

*Ο κ. Λάζαρος Πίτκας είναι μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ) και Υπεύθυνος Συμβουλευτικής Υποστήριξης Επιχειρήσεων του ΕΕΘ

 

Το ελληνικό λιανικό εμπόριο και ιδιαίτερα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και τα καταστήματα γειτονιάς, βρίσκονται αντιμέτωπα με μια σύνθετη και δομική μεταβολή του οικονομικού περιβάλλοντος. 

Η μείωση των τζίρων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης επίδρασης τριών βασικών παραγόντων: της επίμονης ακρίβειας, της επιβράδυνσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της ριζικής αλλαγής στις καταναλωτικές συνήθειες.

Η σωρευτική αυτή πίεση οδηγεί σε ανακατανομή μεριδίων αγοράς υπέρ των μεγάλων οργανωμένων σχημάτων και του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τις μικρές επιχειρήσεις να αναζητούν λύση σε ένα πρόβλημα άλυτο με τα παραδοσιακά εργαλεία επεξεργασίας και ανάλυσης.

Ο υψηλός πληθωρισμός της περιόδου 2022–2025, μετά από μία πολυετή περίοδο στασιμότητας στις τιμές και αποπληθωριστικών πιέσεων λόγω της πανδημικής κρίσης, με ιδιαίτερη ένταση στα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγαση, οδήγησε σε μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και στο ροκάνισμα της ιδιωτικής κατανάλωσης με συνέπεια τη μείωση της κίνησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής. Η ιδιωτική κατανάλωση, αν και παραμένει βασικός πυλώνας του ΑΕΠ, εμφανίζει σημάδια κόπωσης σε πραγματικούς όρους, ιδιαίτερα στα μη βασικά αγαθά.

Το «καλάθι» του καταναλωτή μικραίνει και γίνεται πιο επιλεκτικό, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό εισοδήματος διατίθεται για βασικές ανάγκες και περιορίζεται τις δευτερεύουσες ή αυθόρμητες αγορές. Η συνθήκη αυτή για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, μεταφράζεται σε: μείωση μέσης απόδειξης, λιγότερη συχνότητα επισκέψεων, μεγαλύτερη πίεση για χαμηλότερες τιμές. Ταυτόχρονα, οι ίδιες αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος (ενέργεια, ενοίκια, μεταφορικά, προμήθειες), με περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων λόγω χαμηλών περιθωρίων κέρδους.

Στον παραπάνω καμβά η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη υφιστάμενη τάση: τη ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και της αλλαγής καταναλωτικού προτύπου. Τα τελευταία χρόνια, ο κύκλος εργασιών του e-commerce στην Ελλάδα αυξήθηκε με διψήφιους ρυθμούς, ενώ σημαντικό ποσοστό καταναλωτών πραγματοποιεί πλέον τακτικές online αγορές. Έτσι, σημαντικό μέρος της καταναλωτικής δαπάνης μετατοπίζεται εκτός φυσικού καταστήματος, ιδίως στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, με την πλειονότητα των ΜμΕ να χάνουν το τρένο της ψηφιοποίησης λόγω έλλειψης πόρων και γνώσεων.

Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόμενη συγκέντρωση του λιανεμπορίου σε μεγάλες αλυσίδες και υπεραγορές. Οι οργανωμένοι όμιλοι αξιοποιώντας τις οικονομίες κλίμακας, τις κεντρικές συμφωνίες προμηθειών, τις ιδιωτικές ετικέτες, επιθετικές πολιτικές προσφορών και προγράμματα πιστότητας πελατών σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, οδηγούν τον  καταναλωτή να στρέφεται σε σημεία που υπόσχονται χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα προϊόντος. Ακόμη και αν το κατάστημα γειτονιάς προσφέρει άμεση εξυπηρέτηση και προσωπική σχέση, η διαφορά τιμής συχνά καθορίζει την τελική επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακή ανακατανομή μεριδίων της αγοράς εις βάρος των πολύ μικρών επιχειρήσεων, μείωση του τζίρου τους και συμπίεση της  βιωσιμότητάς τους.

Το μικρό λιανεμπόριο όμως λειτουργεί και ως κύτταρο κοινωνικής συνοχής. Η υποχώρησή του  επιταχύνει τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε λίγους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες αποδυναμώνοντας την  πολυμορφία της αγοράς. Άλλωστε σημαντικό μέρος του ελληνικού επιχειρηματικού ιστού αποτελείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις οι οποίες στηρίζουν την τοπική απασχόληση και την περιφερειακή οικονομία. Η μείωσή τους δεν είναι μόνο εμπορικό ζήτημα αλλά και κοινωνικοοικονομικό.

Για αυτό απαιτούνται  στοχευμένες  πολιτικές ενίσχυσης -όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία για ψηφιακό μετασχηματισμό, ρυθμίσεις χρεών κ.α- της μικρής επιχειρηματικότητας με στόχο τη διατήρηση μίας ισορροπίας στην αγορά, της τοπικής ανάπτυξης  και της κοινωνικής συνοχής  που ιστορικά στηρίχθηκε στη μικρή ελληνική επιχείρηση.

 

*Ο κ. Λάζαρος Πίτκας είναι μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ) και Υπεύθυνος Συμβουλευτικής Υποστήριξης Επιχειρήσεων του ΕΕΘ

 

article image22.02.2026 | 15:48
22.02.2026 | 17:10
article image
article image22.02.2026 | 12:45
article image
22.02.2026 | 09:00
Θεσσαλονικη«Ήλιος με ξιφολόγχες» στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών από 14 Μαρτίου