makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo
article image
ΕλλάδαΕλλάδα
21:00Ενημερώθηκε 22:38

Κατασκοπεία στη Σούδα: Γεωργιανός είχε φωτογραφίες του αεροπλανοφόρου Ford - Επικοινωνούσε με Ιράν

Στο μικροσκόπιο της ΕΥΠ, τον τελευταίο μήνα είχε μπει ο Γεωργιανός υπήκοος, ο οποίος προσήχθη σήμερα ως ύποπτος κατασκοπείας στη Σούδα, καθώς είχε στην κατοχή του φωτογραφίες του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Gerald Ford, ενώ λάμβανε πληροφορίες απευθείας από το Ιράν μέσω εφαρμογής, σύμφωνα με το ΣΚΑΙ και το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.
article image
20:2320:23

Σπουδαία κίνηση για τον ΠΑΟΚ: Ανακοίνωσε την πρόσληψη του Αντρέα Τρινκιέρι

Σπουδαία κίνηση για τον ΠΑΟΚ: Ανακοίνωσε την πρόσληψη του Αντρέα Τρινκιέρι

Θωμάς ΜίχοςΘωμάς Μίχος
article image
02.03.2026 | 08:0002.03.2026 | 08:00

Συνταγματική αναθεώρηση: Ένα νέο θεσμικό συμβόλαιο για την Ελλάδα του αύριο

Η συζήτηση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας και την ποιότητα των θεσμών δεν μπορεί να είναι θεωρητική ή αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική και το κράτος περνά μέσα από μια ουσιαστική θεσμική ανανέωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί μια στενά νομική διαδικασία, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή που μπορεί να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για τη χώρα.

Όπως έχω επισημάνει και στο βιβλίο μου «Ορκίζομαι», μια συνταγματική αναθεώρηση που φιλοδοξεί να αντέξει στον χρόνο οφείλει να αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι συγκυριακές πολιτικές επιδιώξεις. Στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους δικαίου, η θωράκιση των θεσμών και η ουσιαστική αναβάθμιση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πνεύμα, έχω καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που παραμένουν επίκαιρες. Η μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200 μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό Κοινοβούλιο, ενώ η εκλογή όλων των βουλευτών μέσα από μικρότερες εκλογικές περιφέρειες θα ενισχύσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και εκπροσώπων τους. Παράλληλα, η αντικατάσταση των Βουλευτών Επικρατείας από εκπροσώπους του απόδημου Ελληνισμού θα δώσει ουσιαστική φωνή στην ομογένεια, ενισχύοντας τη σύνδεση της πατρίδας με τον παγκόσμιο Ελληνισμό.

Κομβικής σημασίας είναι επίσης η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της βουλευτικής ψήφου, η καθιέρωση σταθερής τετραετούς κοινοβουλευτικής θητείας και η θέσπιση ορίων θητειών για όλους τους αιρετούς. Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να συμβάλουν στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, στην ενίσχυση της πολιτικής σταθερότητας και στην αποφυγή αιφνιδιασμών που διαταράσσουν τη δημοκρατική κανονικότητα.

Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Η κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, η αναθεώρηση του πλαισίου περί ευθύνης υπουργών, ο σαφής διαχωρισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μέσω ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή, η ενίσχυση του ελέγχου του «πόθεν έσχες», ο ετήσιος οικονομικός έλεγχος των κομμάτων και ο περιορισμός των εκλογικών δαπανών αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, η ουσία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες αλλαγές άρθρων. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε θεμέλιο της δημοκρατικής πορείας της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση και υπηρέτησε την Ελλάδα σε κρίσιμες στιγμές. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έχει μεταβληθεί ριζικά. Η χώρα λειτουργεί σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι θεσμοί οφείλουν να είναι πιο ευέλικτοι, πιο διαφανείς και περισσότερο προσανατολισμένοι στις ανάγκες του πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Ένα Σύνταγμα που θα ενισχύει την ανάπτυξη, θα προστατεύει τα κοινωνικά δικαιώματα, θα εκσυγχρονίζει τη δημόσια διοίκηση και θα διαμορφώνει μια πιο ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί, τελικά, μια ιστορική ευκαιρία. Όχι μόνο για αλλαγές στο ανώτατο νομικό κείμενο της χώρας, αλλά για την οικοδόμηση ενός νέου θεσμικού συμβολαίου ανάμεσα στην Πολιτεία και τους πολίτες. Μια ευκαιρία να ενισχυθεί η Δημοκρατία μας, ώστε να ανταποκρίνεται με αυτοπεποίθηση, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Ο κ. Θεόδωρος Γ. Καράογλου είναι Βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης

Η συζήτηση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας και την ποιότητα των θεσμών δεν μπορεί να είναι θεωρητική ή αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική και το κράτος περνά μέσα από μια ουσιαστική θεσμική ανανέωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί μια στενά νομική διαδικασία, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή που μπορεί να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για τη χώρα.

Όπως έχω επισημάνει και στο βιβλίο μου «Ορκίζομαι», μια συνταγματική αναθεώρηση που φιλοδοξεί να αντέξει στον χρόνο οφείλει να αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι συγκυριακές πολιτικές επιδιώξεις. Στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους δικαίου, η θωράκιση των θεσμών και η ουσιαστική αναβάθμιση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πνεύμα, έχω καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που παραμένουν επίκαιρες. Η μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200 μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό Κοινοβούλιο, ενώ η εκλογή όλων των βουλευτών μέσα από μικρότερες εκλογικές περιφέρειες θα ενισχύσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και εκπροσώπων τους. Παράλληλα, η αντικατάσταση των Βουλευτών Επικρατείας από εκπροσώπους του απόδημου Ελληνισμού θα δώσει ουσιαστική φωνή στην ομογένεια, ενισχύοντας τη σύνδεση της πατρίδας με τον παγκόσμιο Ελληνισμό.

Κομβικής σημασίας είναι επίσης η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της βουλευτικής ψήφου, η καθιέρωση σταθερής τετραετούς κοινοβουλευτικής θητείας και η θέσπιση ορίων θητειών για όλους τους αιρετούς. Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να συμβάλουν στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, στην ενίσχυση της πολιτικής σταθερότητας και στην αποφυγή αιφνιδιασμών που διαταράσσουν τη δημοκρατική κανονικότητα.

Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Η κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, η αναθεώρηση του πλαισίου περί ευθύνης υπουργών, ο σαφής διαχωρισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μέσω ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή, η ενίσχυση του ελέγχου του «πόθεν έσχες», ο ετήσιος οικονομικός έλεγχος των κομμάτων και ο περιορισμός των εκλογικών δαπανών αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, η ουσία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες αλλαγές άρθρων. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε θεμέλιο της δημοκρατικής πορείας της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση και υπηρέτησε την Ελλάδα σε κρίσιμες στιγμές. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έχει μεταβληθεί ριζικά. Η χώρα λειτουργεί σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι θεσμοί οφείλουν να είναι πιο ευέλικτοι, πιο διαφανείς και περισσότερο προσανατολισμένοι στις ανάγκες του πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Ένα Σύνταγμα που θα ενισχύει την ανάπτυξη, θα προστατεύει τα κοινωνικά δικαιώματα, θα εκσυγχρονίζει τη δημόσια διοίκηση και θα διαμορφώνει μια πιο ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί, τελικά, μια ιστορική ευκαιρία. Όχι μόνο για αλλαγές στο ανώτατο νομικό κείμενο της χώρας, αλλά για την οικοδόμηση ενός νέου θεσμικού συμβολαίου ανάμεσα στην Πολιτεία και τους πολίτες. Μια ευκαιρία να ενισχυθεί η Δημοκρατία μας, ώστε να ανταποκρίνεται με αυτοπεποίθηση, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Ο κ. Θεόδωρος Γ. Καράογλου είναι Βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης

article image
02.03.2026 | 22:38
02.03.2026 | 20:57
02.03.2026 | 19:55
NBCΈνταση μεταξύ Αραγτσί, Γουίτκοφ και Κούσνερ στη συνάντηση της Γενεύης
02.03.2026 | 08:0002.03.2026 | 08:00

Συνταγματική αναθεώρηση: Ένα νέο θεσμικό συμβόλαιο για την Ελλάδα του αύριο

Η συζήτηση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας και την ποιότητα των θεσμών δεν μπορεί να είναι θεωρητική ή αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική και το κράτος περνά μέσα από μια ουσιαστική θεσμική ανανέωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί μια στενά νομική διαδικασία, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή που μπορεί να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για τη χώρα.

Όπως έχω επισημάνει και στο βιβλίο μου «Ορκίζομαι», μια συνταγματική αναθεώρηση που φιλοδοξεί να αντέξει στον χρόνο οφείλει να αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι συγκυριακές πολιτικές επιδιώξεις. Στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους δικαίου, η θωράκιση των θεσμών και η ουσιαστική αναβάθμιση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πνεύμα, έχω καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που παραμένουν επίκαιρες. Η μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200 μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό Κοινοβούλιο, ενώ η εκλογή όλων των βουλευτών μέσα από μικρότερες εκλογικές περιφέρειες θα ενισχύσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και εκπροσώπων τους. Παράλληλα, η αντικατάσταση των Βουλευτών Επικρατείας από εκπροσώπους του απόδημου Ελληνισμού θα δώσει ουσιαστική φωνή στην ομογένεια, ενισχύοντας τη σύνδεση της πατρίδας με τον παγκόσμιο Ελληνισμό.

Κομβικής σημασίας είναι επίσης η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της βουλευτικής ψήφου, η καθιέρωση σταθερής τετραετούς κοινοβουλευτικής θητείας και η θέσπιση ορίων θητειών για όλους τους αιρετούς. Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να συμβάλουν στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, στην ενίσχυση της πολιτικής σταθερότητας και στην αποφυγή αιφνιδιασμών που διαταράσσουν τη δημοκρατική κανονικότητα.

Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Η κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, η αναθεώρηση του πλαισίου περί ευθύνης υπουργών, ο σαφής διαχωρισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μέσω ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή, η ενίσχυση του ελέγχου του «πόθεν έσχες», ο ετήσιος οικονομικός έλεγχος των κομμάτων και ο περιορισμός των εκλογικών δαπανών αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, η ουσία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες αλλαγές άρθρων. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε θεμέλιο της δημοκρατικής πορείας της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση και υπηρέτησε την Ελλάδα σε κρίσιμες στιγμές. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έχει μεταβληθεί ριζικά. Η χώρα λειτουργεί σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι θεσμοί οφείλουν να είναι πιο ευέλικτοι, πιο διαφανείς και περισσότερο προσανατολισμένοι στις ανάγκες του πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Ένα Σύνταγμα που θα ενισχύει την ανάπτυξη, θα προστατεύει τα κοινωνικά δικαιώματα, θα εκσυγχρονίζει τη δημόσια διοίκηση και θα διαμορφώνει μια πιο ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί, τελικά, μια ιστορική ευκαιρία. Όχι μόνο για αλλαγές στο ανώτατο νομικό κείμενο της χώρας, αλλά για την οικοδόμηση ενός νέου θεσμικού συμβολαίου ανάμεσα στην Πολιτεία και τους πολίτες. Μια ευκαιρία να ενισχυθεί η Δημοκρατία μας, ώστε να ανταποκρίνεται με αυτοπεποίθηση, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Ο κ. Θεόδωρος Γ. Καράογλου είναι Βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης

Η συζήτηση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας και την ποιότητα των θεσμών δεν μπορεί να είναι θεωρητική ή αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική και το κράτος περνά μέσα από μια ουσιαστική θεσμική ανανέωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί μια στενά νομική διαδικασία, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή που μπορεί να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για τη χώρα.

Όπως έχω επισημάνει και στο βιβλίο μου «Ορκίζομαι», μια συνταγματική αναθεώρηση που φιλοδοξεί να αντέξει στον χρόνο οφείλει να αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι συγκυριακές πολιτικές επιδιώξεις. Στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους δικαίου, η θωράκιση των θεσμών και η ουσιαστική αναβάθμιση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πνεύμα, έχω καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που παραμένουν επίκαιρες. Η μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200 μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό Κοινοβούλιο, ενώ η εκλογή όλων των βουλευτών μέσα από μικρότερες εκλογικές περιφέρειες θα ενισχύσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και εκπροσώπων τους. Παράλληλα, η αντικατάσταση των Βουλευτών Επικρατείας από εκπροσώπους του απόδημου Ελληνισμού θα δώσει ουσιαστική φωνή στην ομογένεια, ενισχύοντας τη σύνδεση της πατρίδας με τον παγκόσμιο Ελληνισμό.

Κομβικής σημασίας είναι επίσης η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της βουλευτικής ψήφου, η καθιέρωση σταθερής τετραετούς κοινοβουλευτικής θητείας και η θέσπιση ορίων θητειών για όλους τους αιρετούς. Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να συμβάλουν στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, στην ενίσχυση της πολιτικής σταθερότητας και στην αποφυγή αιφνιδιασμών που διαταράσσουν τη δημοκρατική κανονικότητα.

Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Η κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, η αναθεώρηση του πλαισίου περί ευθύνης υπουργών, ο σαφής διαχωρισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μέσω ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή, η ενίσχυση του ελέγχου του «πόθεν έσχες», ο ετήσιος οικονομικός έλεγχος των κομμάτων και ο περιορισμός των εκλογικών δαπανών αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, η ουσία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες αλλαγές άρθρων. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε θεμέλιο της δημοκρατικής πορείας της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση και υπηρέτησε την Ελλάδα σε κρίσιμες στιγμές. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έχει μεταβληθεί ριζικά. Η χώρα λειτουργεί σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι θεσμοί οφείλουν να είναι πιο ευέλικτοι, πιο διαφανείς και περισσότερο προσανατολισμένοι στις ανάγκες του πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Ένα Σύνταγμα που θα ενισχύει την ανάπτυξη, θα προστατεύει τα κοινωνικά δικαιώματα, θα εκσυγχρονίζει τη δημόσια διοίκηση και θα διαμορφώνει μια πιο ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί, τελικά, μια ιστορική ευκαιρία. Όχι μόνο για αλλαγές στο ανώτατο νομικό κείμενο της χώρας, αλλά για την οικοδόμηση ενός νέου θεσμικού συμβολαίου ανάμεσα στην Πολιτεία και τους πολίτες. Μια ευκαιρία να ενισχυθεί η Δημοκρατία μας, ώστε να ανταποκρίνεται με αυτοπεποίθηση, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Ο κ. Θεόδωρος Γ. Καράογλου είναι Βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης

article image02.03.2026 | 22:04
article image02.03.2026 | 20:43
02.03.2026 | 20:19
article image
article image
02.03.2026 | 10:45
article image02.03.2026 | 11:03