Live οι εξελιξεις στη Μεση Ανατολη
Προελαύνουν οι IDF στον Λίβανο - 17.000 πεζοναύτες και το USS Tripoli στην Μέση Ανατολή έτοιμοι για χερσαία επέμβαση
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επιδεινώνεται περαιτέρω, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να απειλούν πανεπιστήμια σε ΗΠΑ και Ισραήλ, ενώ εντείνεται και η εμπλοκή των Χούθι, οι οποίοι εκτόξευσαν πυραύλους κατά της ισραηλινής επικράτειας. Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία, ενώ, σύμφωνα με την Washington Post, το Πεντάγωνο προετοιμάζεται για χερσαίες επιχειρήσεις διάρκειας εβδομάδων στο Ιράν. Παράλληλα, καταγράφονται επιθέσεις με drones και πυραύλους σε Ιράκ, ΗΑΕ και Κουβέιτ.Nετανιάχου: Για λόγους ασφαλείας η απαγόρευση εισόδου του καθολικού πατριάρχη στον Πανάγιο Τάφο
Nετανιάχου: Για λόγους ασφαλείας η απαγόρευση εισόδου του καθολικού πατριάρχη στον Πανάγιο Τάφο
CNBC: Τι λένε οι CEOs ενεργειακών κολοσσών για την κρίση στις εφοδιαστικές αλυσίδες
CNBC: Τι λένε οι CEOs ενεργειακών κολοσσών για την κρίση στις εφοδιαστικές αλυσίδες
ΔΕΘ: Μια ιστορία που δεν έχει πια «δράκο»
Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του ο Φράνσις Φουκουγιάμα, εξηγεί πως διδάσκει στο μεταπτυχιακό της Διεθνούς Πολιτικής του πανεπιστημίου του Στάντφορτ την άσκηση των δημόσιων πολιτικών μέσα από τρείς κύκλους: είναι ο εντοπισμός/πραγμάτευση του προβλήματος, η κατάρτιση των ενδεδειγμένων λύσεων και η σφαίρα της υλοποίησης.
Το ρηξικέλευθο της προσέγγισής του, έγκειται στην προσοχή που δίνει στον τρίτο κύκλο: η υλοποίηση θεωρείται ένα κεφάλαιο από μόνη της, ακριβώς διότι μεταξύ θεωρίας και πράξης μεσολαβεί η… πραγματικότητα.
Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι μάλλον ξένη στην ελληνική πολιτική ζωή, η οποία έχει συνηθίσει να σταματάει στις μακέτες. Διατυπώνεις τη θεωρητική λύση, και τελείωσες. Όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, με το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» το οποίο και τον οδήγησε στην εξουσία το 2015. Η υπόμνηση από τους αντιπάλους του περί του ανέφικτου των προτάσεών του, επηρέασε ελάχιστα τους ψηφοφόρους και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Στη Θεσσαλονίκη, βεβαίως, γνωρίζουμε καλά από το Μετρό τι μπορεί να κρύβει η διαδικασία της υλοποίησης. Ίσως θα μπορούσε να το εντάξει ο Φουκουγιάμα στο μάθημά του ως περίπτωση μελέτης, καθώς ήταν οι θεσμικές πολιτικές αδυναμίες και ένα πλέγμα λανθασμένων επιλογών και νοοτροπιών που το εκτροχίασαν επί 15 συναπτά έτη.
Όλα έπαιξαν ρόλο. Από το γεγονός ότι ένα πελατειακό κράτος στην τότε διακομματική του σύνθεση αδυνατούσε να φέρει εις πέρας ένα τόσο πολύπλοκο έργο, μέχρι την ένδεια της τοπικής πολιτικής τάξης και βεβαίως την χρεοκοπία του 2010.
Το τελευταίο επεισόδιο των καθυστερήσεων μας ενδιαφέρει εδώ γιατί πάει να επαναληφθεί στην υπόθεση της ΔΕΘ. Ο λόγος για την διαμάχη γύρω από τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου. Ενός ζητήματος τεχνικού, που κρύβει ωστόσο μέσα του ευρύτερες προτεραιότητες. Τη σύγκρουση αρχικά με ένα «κράτος των εργολάβων» που θέλησε να ξηλώσει έναν αρχαιολογικό χώρο τόσο σημαντικό ώστε σήμερα και αφότου διασώθηκε να εξελίσσεται μάλλον σε νέο τοπόσημο της πόλης. Και την αντιπαράθεση σε δεύτερο χρόνο με την λογική της εργαλειοποίησης, ενός πολιτικού χώρου που ελλείψει νοήματος και δημιουργικών οριζόντων πιάστηκε από το ζήτημα σαν σε σανίδα σωτηρίας και το τερμάτισε προσθέτοντας άλλο έναν χρόνο ταλαιπωρίας για την πόλη και τους πολίτες της.
Η ιστορία έχει ως εξής.
Αρχικώς η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου θα αποφασίσει την απόσπαση των αρχαιοτήτων και την αποθήκευσή τους, με το αιτιολογικό ότι οποιοδήποτε άλλη επιλογή θα εκτροχιάσει το έργο. Ήταν η εποχή που ακούστηκε το δίλημμα «αρχαία ή μετρό».
Η κοινωνία των πολιτών αντέδρασε, μαζί με επιστημονικούς φορείς, καθώς έκρινε πως εκείνο που κινδύνευε να χαθεί ήταν άκρως σημαντικό από την σκοπιά της πολιτιστικής κληρονομιάς και της εθνικής μνήμης. Ένα τμήμα της κεντρικής αρτηρίας της πόλης αυτούσιο, από τους χρόνους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του Βυζαντίου, που ήταν δυνατόν να αναδειχθεί σα σύμβολο της εντυπωσιακής συνέχειας της πόλης μέσα στους αιώνες –αλλά και της ελληνικότητάς της.
Σε αυτήν τη βάση επηρεάστηκε και το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης, καθώς και η τότε ηγεσία του Δήμου ώστε να αποφασίσει υπέρ της διάσωσης των αρχαιοτήτων.
Η δε τότε καινούργια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αγκάλιασε το αίτημα περισσότερο για λόγους συμβολικούς, σαν έμπρακτη απόδειξη ρήξης με την πολιτική των «σαμαροβενιζέλων» (sic!). Γι’ αυτό αρκετά επιπόλαια επίλεξε την εκδοχή της κατασκευής του σταθμού με την παραμονή των αρχαιοτήτων in situ. Στη διάρκεια της θητείας της, όμως, απέτυχε να προχωρήσει στην υλοποίηση, μιας και την εμπόδιζαν ανυπέρβλητα ζητήματα τεχνικής φύσεως αλλά και ασφάλειας, τα οποία υποτιμούσε για λόγους πολιτικού γοήτρου.
Το αδιέξοδο αίρεται από την επόμενη κυβέρνηση, και προκρίνεται μια σύνθεση μεταξύ της αρχικής κυβερνητικής στάσης και της θέσης της κοινωνίας των πολιτών: απόσπαση, κατασκευή και επανατοποθέτηση. Ένας λαμπρός και πανευρωπαϊκά πρωτοπόρος μηχανικός αναλαμβάνει το έργο –ο Δ. Κορρές– καταφέρνει να κατανικήσει τις πολύπλοκες τεχνικές προκλήσεις, με συνέπεια να έχουμε σήμερα και αρχαία και μετρό.
Ωστόσο η φάση της μεγαλύτερης όξυνσης των συγκρούσεων γύρω από τον Σταθμό έμελλε να έρθει αφότου δρομολογείται η τελική λύση του προβλήματος.
Μετά την αποδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία, το κόμμα αλλά και σύσσωμη η αριστερά έρχεται κατά μέτωπο με την υπαρξιακή κρίση που επωάστηκε μέσα στο φιάσκο της διακυβέρνησης. Ο ''χώρος'' αναζητά αφήγημα-σανίδα σωτηρίας. Το βρίσκει αναποδογυρίζοντας την πραγματικότητα με το να βαφτίσει ως «έγκλημα» κάτι που στην ουσία αποτελούσε νίκη της κοινωνίας των πολιτών: την υποχώρηση της κεντρικής εξουσίας που έβλεπε μόνον την τεχνική αναγκαιότητα (μετρό) και υποτιμούσε την πολιτιστική κληρονομιά (αρχαία).
Έτσι στην τελευταία φάση υλοποίησης, το μετρό, λειτούργησε ως υποκατάστατο συσπείρωσης για την τοπική Αριστερά, με συνέπεια να προκληθεί μια πόλωση άνευ ουσίας και αντικρίσματος για την πόλη. Η οποία το μόνο που έφερε στην πράξη, ήταν ότι παρέτεινε κι άλλο το μαρτύριο της πόλης με επιπλέον καθυστερήσεις.
Πάμε τώρα στην ΔΕΘ. Το αρχικό σχέδιο επένδυσης με τα ξενοδοχεία- ουρανοξύστες, τους μεγάλους εκθεσιακούς χώρους και το εμπορικό κέντρο προτάθηκε σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ πασχίζει να αποδείξει ότι έχει ''αναπτυξιακό πρόσημο'' (sic!). Hδε συμπόρευση με τον Δήμο Θεσ/νίκης τότε, συμβαίνει γιατί ο τελευταίος καλπάζει στο άρμα της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού. Εξ ου και ο «ντουμπαϊκός» χαρακτήρας της σχεδιαζόμενης επένδυσης, ο κατασκευαστικός και αισθητικός της στόμφος, η επιμονή της σε ένα παρασιτικό οικονομικό μοντέλο. Είχαμε άγιο που γλυτώσαμε. Ειδάλλως η Έκθεση θα είχε την τύχη της πρώτης εκδοχής της αναπλασμένης στοάς Μοδιάνο, και η πόλη θα είχε απομείνει με τον ουρανοξύστη και το τσιμέντο σαν μνημείο μιας προπέτειας ''αναπτυξιακής''.
Μεσολάβησαν, βεβαίως, οι ''μουσικές καρέκλες''. Με την αλλαγή της κυβέρνησης, εκείνοι που εισηγήθηκαν την πρόταση αλλάζουν, τώρα, θέση. Ό,τι ήταν μέχρι τότε ''αναπτυξιακό'' μεταμορφώνεται σε ''φαραωνικό'' (που ήταν εξ αρχής). Αντί αυτού, ανασύρεται μια παλιά πρόταση από το συρτάρι (μεταφορά της ΔΕΘ στην Σίνδο και Μητροπολιτικό Πάρκο αντί αυτής στην τωρινή θέση της Έκθεσης) και ξεκινάει μια καμπάνια υπογραφών για δημοψήφισμα, σε σύμπραξη με ευρύτερες δυνάμεις.
Η ειρωνεία της ιστορίας, βέβαια, είναι ότι η πρόταση για μεταφορά στη Σίνδο απηχεί το νεοφιλελεύθερο κλίμα και πνεύμα της εποχής που κατατέθηκε (αρχές 2000), σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η αποβιομηχάνιση της Σίνδου με τον συνεδριακό τουρισμό της ΔΕΘ. Ας είναι.
Δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα της πρότασης, αλλά ότι είναι μη εφαρμόσιμη. Δεν νοείται Διεθνής Έκθεση με το αεροδρόμιο να βρίσκεται στο άλλο άκρο της πόλης χωρίς να συνδέεται με μέσο σταθερής τροχιάς. Ούτε η ΔΕΘ έχει τέτοιο αναπτυξιακό αντικείμενο ή δυναμική που να δικαιολογεί τέτοιες υποδομές.
Ψιλά γράμματα ωστόσο. Η Σίνδος επιλέγεται στο πλαίσιο ενός εξωραϊσμού, και μιας ''μαξιμαλιστικής'' πρότασης που περιγράφει την εγκαθίδρυση ενός μητροπολιτικού πάρκου στο κέντρο της πόλης εν είδει ''πράσινης ουτοπίας'': Να είναι δημόσιο (άρα ''αποεμπορευματοποιημένο'' [sic!]), να εμπλέκει σε ιδανικές αναλογίες πολιτισμό, αθλητισμό και αναψυχή.
Μπορεί να υλοποιηθεί αυτό σήμερα στην πόλη; “Δεν αφορά”. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αντιστροφή όπου η πρόταση χρησιμεύει ως ρυμουλκό ενός δημοψηφίσματος. Και όχι το ανάποδο, που θα ‘ταν το αναμενόμενο, να υπηρετεί δηλαδή το δημοψήφισμα την υλοποίηση μιας πρότασης.
Το δε πραγματικό δίλημμα που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοψήφισμα, εάν η νέα ΔΕΘ θα περιλαμβάνει πάρκο ή βαριές εμπορικές και τουριστικές χρήσεις επιλύθηκε έπειτα από την υπαναχώρηση της κυβέρνησης.
Η οποία έκανε πίσω μπροστά στον συνδυασμό της πίεσης από τα κάτω, και των προωθητικών προτάσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης, υπό την νέα του διοίκηση.
Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και η αλήθεια είναι πως ορθώς υπήρξε πίεση ''από τα κάτω'', κινηματική, που ματαίωσε την υλοποίηση ενός φαραωνικού μη βιώσιμου έργου· ορθώς –επίσης– ο Δήμαρχος παρενέβη προωθητικά, πετυχαίνοντας να κατοχυρώσει αυξημένες εκτάσεις πρασίνου στο νέο σχέδιο· και ορθώς η κυβέρνηση έκανε πίσω, αφουγκραζόμενη την αντίθεση της τοπικής κοινωνίας.
Ίσως όμως αυτό να είναι που να ενοχλεί περισσότερο. Ότι αυτή η ιστορία δεν έχει πια ''δράκο''. «Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»…
***
Τόσο στο πιο εύθραυστο, όσο και στο πιο σφριγηλό παράδειγμα Δημοκρατίας μέσα στην ιστορία, την Αρχαία Αθήνα ή την Βαϊμάρη, αυτή θα υπονομευτεί εκ των έσω. Ήταν οι δημαγωγοί που την εξάντλησαν, αλλάζοντας «ακόμα και την σημασία των λέξεων για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους» καταπώς έλεγε και ο Θουκυδίδης.
Στην περίπτωση της ΔΕΘ αναρωτιέται κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το ερώτημα του δημοψηφίσματος, τώρα. Μεταξύ μιας πρότασης που αποσύρθηκε και μιας πρότασης ανέφικτης μα εξιδανικευμένης; Όπως και στο δημοψήφισμα του Τσίπρα το 2015, η ''δημιουργική'' ασάφεια του ερωτήματος χρησιμοποιείται για να εκμαιεύσει μια άνευ πραγματικού αντικρίσματος νίκη, ωστόσο σημαντικής μικροπολιτικής υπεραξίας.
Αυτή η μηχανική της “λαϊκής βούλησης” έχει το θράσος να αυτοσυστήνεται σαν τη μόνη αυθεντικά δημοκρατική γραμμή, ωστόσο είναι εκείνη που εργαλειοποιεί ακραία τη δημοκρατία και εν τέλει την χαντακώνει μεταβάλλοντας σε παίγνιο.
Πάντως το πρακτικό δίλημμα έτσι όπως τίθεται σήμερα είναι, το αν θα προχωρήσει αυτή η ήπια ανάπλαση με το πάρκο ή αν μπλέξουμε σε μια ατελείωτη σειρά αναβολών αφήνοντας τα πράγματα να ανακυκλώνονται εις το διηνεκές, και τον χώρο της Έκθεσης να παραμένει με την όψη που έχει σήμερα «…και όσο χρειαστεί».
Σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, εθνικά και διεθνώς, η πόλη πρέπει να αποφύγει άλλη μια ''τρικυμία μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό''.
Γιατί αυτό την αποσπά από το πραγματικό πεδίο της πάλης που θα κρίνει το μέλλον της.
Από θέση αρχής, επίσης, θα πρέπει να προστεθεί και το ακόλουθο: η δημοκρατία διασώζεται ως άθλημα της πράξης που καλλιεργεί στην κοινότητα υψηλή διάκριση, ενώ διασύρεται όταν την χρησιμοποιούμε για να κάνουμε μάρκετινγκ της ηθικής μας υπεροχής, όταν χαϊδεύουμε αυτιά ή τάζουμε λαγούς και πετραχήλια.
*Ο κ. Γιώργος Ρακκάς είναι Πολιτικός Επιστήμονας. Διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης (2015-2017, 2019-2023)
Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του ο Φράνσις Φουκουγιάμα, εξηγεί πως διδάσκει στο μεταπτυχιακό της Διεθνούς Πολιτικής του πανεπιστημίου του Στάντφορτ την άσκηση των δημόσιων πολιτικών μέσα από τρείς κύκλους: είναι ο εντοπισμός/πραγμάτευση του προβλήματος, η κατάρτιση των ενδεδειγμένων λύσεων και η σφαίρα της υλοποίησης.
Το ρηξικέλευθο της προσέγγισής του, έγκειται στην προσοχή που δίνει στον τρίτο κύκλο: η υλοποίηση θεωρείται ένα κεφάλαιο από μόνη της, ακριβώς διότι μεταξύ θεωρίας και πράξης μεσολαβεί η… πραγματικότητα.
Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι μάλλον ξένη στην ελληνική πολιτική ζωή, η οποία έχει συνηθίσει να σταματάει στις μακέτες. Διατυπώνεις τη θεωρητική λύση, και τελείωσες. Όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, με το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» το οποίο και τον οδήγησε στην εξουσία το 2015. Η υπόμνηση από τους αντιπάλους του περί του ανέφικτου των προτάσεών του, επηρέασε ελάχιστα τους ψηφοφόρους και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Στη Θεσσαλονίκη, βεβαίως, γνωρίζουμε καλά από το Μετρό τι μπορεί να κρύβει η διαδικασία της υλοποίησης. Ίσως θα μπορούσε να το εντάξει ο Φουκουγιάμα στο μάθημά του ως περίπτωση μελέτης, καθώς ήταν οι θεσμικές πολιτικές αδυναμίες και ένα πλέγμα λανθασμένων επιλογών και νοοτροπιών που το εκτροχίασαν επί 15 συναπτά έτη.
Όλα έπαιξαν ρόλο. Από το γεγονός ότι ένα πελατειακό κράτος στην τότε διακομματική του σύνθεση αδυνατούσε να φέρει εις πέρας ένα τόσο πολύπλοκο έργο, μέχρι την ένδεια της τοπικής πολιτικής τάξης και βεβαίως την χρεοκοπία του 2010.
Το τελευταίο επεισόδιο των καθυστερήσεων μας ενδιαφέρει εδώ γιατί πάει να επαναληφθεί στην υπόθεση της ΔΕΘ. Ο λόγος για την διαμάχη γύρω από τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου. Ενός ζητήματος τεχνικού, που κρύβει ωστόσο μέσα του ευρύτερες προτεραιότητες. Τη σύγκρουση αρχικά με ένα «κράτος των εργολάβων» που θέλησε να ξηλώσει έναν αρχαιολογικό χώρο τόσο σημαντικό ώστε σήμερα και αφότου διασώθηκε να εξελίσσεται μάλλον σε νέο τοπόσημο της πόλης. Και την αντιπαράθεση σε δεύτερο χρόνο με την λογική της εργαλειοποίησης, ενός πολιτικού χώρου που ελλείψει νοήματος και δημιουργικών οριζόντων πιάστηκε από το ζήτημα σαν σε σανίδα σωτηρίας και το τερμάτισε προσθέτοντας άλλο έναν χρόνο ταλαιπωρίας για την πόλη και τους πολίτες της.
Η ιστορία έχει ως εξής.
Αρχικώς η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου θα αποφασίσει την απόσπαση των αρχαιοτήτων και την αποθήκευσή τους, με το αιτιολογικό ότι οποιοδήποτε άλλη επιλογή θα εκτροχιάσει το έργο. Ήταν η εποχή που ακούστηκε το δίλημμα «αρχαία ή μετρό».
Η κοινωνία των πολιτών αντέδρασε, μαζί με επιστημονικούς φορείς, καθώς έκρινε πως εκείνο που κινδύνευε να χαθεί ήταν άκρως σημαντικό από την σκοπιά της πολιτιστικής κληρονομιάς και της εθνικής μνήμης. Ένα τμήμα της κεντρικής αρτηρίας της πόλης αυτούσιο, από τους χρόνους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του Βυζαντίου, που ήταν δυνατόν να αναδειχθεί σα σύμβολο της εντυπωσιακής συνέχειας της πόλης μέσα στους αιώνες –αλλά και της ελληνικότητάς της.
Σε αυτήν τη βάση επηρεάστηκε και το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης, καθώς και η τότε ηγεσία του Δήμου ώστε να αποφασίσει υπέρ της διάσωσης των αρχαιοτήτων.
Η δε τότε καινούργια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αγκάλιασε το αίτημα περισσότερο για λόγους συμβολικούς, σαν έμπρακτη απόδειξη ρήξης με την πολιτική των «σαμαροβενιζέλων» (sic!). Γι’ αυτό αρκετά επιπόλαια επίλεξε την εκδοχή της κατασκευής του σταθμού με την παραμονή των αρχαιοτήτων in situ. Στη διάρκεια της θητείας της, όμως, απέτυχε να προχωρήσει στην υλοποίηση, μιας και την εμπόδιζαν ανυπέρβλητα ζητήματα τεχνικής φύσεως αλλά και ασφάλειας, τα οποία υποτιμούσε για λόγους πολιτικού γοήτρου.
Το αδιέξοδο αίρεται από την επόμενη κυβέρνηση, και προκρίνεται μια σύνθεση μεταξύ της αρχικής κυβερνητικής στάσης και της θέσης της κοινωνίας των πολιτών: απόσπαση, κατασκευή και επανατοποθέτηση. Ένας λαμπρός και πανευρωπαϊκά πρωτοπόρος μηχανικός αναλαμβάνει το έργο –ο Δ. Κορρές– καταφέρνει να κατανικήσει τις πολύπλοκες τεχνικές προκλήσεις, με συνέπεια να έχουμε σήμερα και αρχαία και μετρό.
Ωστόσο η φάση της μεγαλύτερης όξυνσης των συγκρούσεων γύρω από τον Σταθμό έμελλε να έρθει αφότου δρομολογείται η τελική λύση του προβλήματος.
Μετά την αποδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία, το κόμμα αλλά και σύσσωμη η αριστερά έρχεται κατά μέτωπο με την υπαρξιακή κρίση που επωάστηκε μέσα στο φιάσκο της διακυβέρνησης. Ο ''χώρος'' αναζητά αφήγημα-σανίδα σωτηρίας. Το βρίσκει αναποδογυρίζοντας την πραγματικότητα με το να βαφτίσει ως «έγκλημα» κάτι που στην ουσία αποτελούσε νίκη της κοινωνίας των πολιτών: την υποχώρηση της κεντρικής εξουσίας που έβλεπε μόνον την τεχνική αναγκαιότητα (μετρό) και υποτιμούσε την πολιτιστική κληρονομιά (αρχαία).
Έτσι στην τελευταία φάση υλοποίησης, το μετρό, λειτούργησε ως υποκατάστατο συσπείρωσης για την τοπική Αριστερά, με συνέπεια να προκληθεί μια πόλωση άνευ ουσίας και αντικρίσματος για την πόλη. Η οποία το μόνο που έφερε στην πράξη, ήταν ότι παρέτεινε κι άλλο το μαρτύριο της πόλης με επιπλέον καθυστερήσεις.
Πάμε τώρα στην ΔΕΘ. Το αρχικό σχέδιο επένδυσης με τα ξενοδοχεία- ουρανοξύστες, τους μεγάλους εκθεσιακούς χώρους και το εμπορικό κέντρο προτάθηκε σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ πασχίζει να αποδείξει ότι έχει ''αναπτυξιακό πρόσημο'' (sic!). Hδε συμπόρευση με τον Δήμο Θεσ/νίκης τότε, συμβαίνει γιατί ο τελευταίος καλπάζει στο άρμα της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού. Εξ ου και ο «ντουμπαϊκός» χαρακτήρας της σχεδιαζόμενης επένδυσης, ο κατασκευαστικός και αισθητικός της στόμφος, η επιμονή της σε ένα παρασιτικό οικονομικό μοντέλο. Είχαμε άγιο που γλυτώσαμε. Ειδάλλως η Έκθεση θα είχε την τύχη της πρώτης εκδοχής της αναπλασμένης στοάς Μοδιάνο, και η πόλη θα είχε απομείνει με τον ουρανοξύστη και το τσιμέντο σαν μνημείο μιας προπέτειας ''αναπτυξιακής''.
Μεσολάβησαν, βεβαίως, οι ''μουσικές καρέκλες''. Με την αλλαγή της κυβέρνησης, εκείνοι που εισηγήθηκαν την πρόταση αλλάζουν, τώρα, θέση. Ό,τι ήταν μέχρι τότε ''αναπτυξιακό'' μεταμορφώνεται σε ''φαραωνικό'' (που ήταν εξ αρχής). Αντί αυτού, ανασύρεται μια παλιά πρόταση από το συρτάρι (μεταφορά της ΔΕΘ στην Σίνδο και Μητροπολιτικό Πάρκο αντί αυτής στην τωρινή θέση της Έκθεσης) και ξεκινάει μια καμπάνια υπογραφών για δημοψήφισμα, σε σύμπραξη με ευρύτερες δυνάμεις.
Η ειρωνεία της ιστορίας, βέβαια, είναι ότι η πρόταση για μεταφορά στη Σίνδο απηχεί το νεοφιλελεύθερο κλίμα και πνεύμα της εποχής που κατατέθηκε (αρχές 2000), σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η αποβιομηχάνιση της Σίνδου με τον συνεδριακό τουρισμό της ΔΕΘ. Ας είναι.
Δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα της πρότασης, αλλά ότι είναι μη εφαρμόσιμη. Δεν νοείται Διεθνής Έκθεση με το αεροδρόμιο να βρίσκεται στο άλλο άκρο της πόλης χωρίς να συνδέεται με μέσο σταθερής τροχιάς. Ούτε η ΔΕΘ έχει τέτοιο αναπτυξιακό αντικείμενο ή δυναμική που να δικαιολογεί τέτοιες υποδομές.
Ψιλά γράμματα ωστόσο. Η Σίνδος επιλέγεται στο πλαίσιο ενός εξωραϊσμού, και μιας ''μαξιμαλιστικής'' πρότασης που περιγράφει την εγκαθίδρυση ενός μητροπολιτικού πάρκου στο κέντρο της πόλης εν είδει ''πράσινης ουτοπίας'': Να είναι δημόσιο (άρα ''αποεμπορευματοποιημένο'' [sic!]), να εμπλέκει σε ιδανικές αναλογίες πολιτισμό, αθλητισμό και αναψυχή.
Μπορεί να υλοποιηθεί αυτό σήμερα στην πόλη; “Δεν αφορά”. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αντιστροφή όπου η πρόταση χρησιμεύει ως ρυμουλκό ενός δημοψηφίσματος. Και όχι το ανάποδο, που θα ‘ταν το αναμενόμενο, να υπηρετεί δηλαδή το δημοψήφισμα την υλοποίηση μιας πρότασης.
Το δε πραγματικό δίλημμα που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοψήφισμα, εάν η νέα ΔΕΘ θα περιλαμβάνει πάρκο ή βαριές εμπορικές και τουριστικές χρήσεις επιλύθηκε έπειτα από την υπαναχώρηση της κυβέρνησης.
Η οποία έκανε πίσω μπροστά στον συνδυασμό της πίεσης από τα κάτω, και των προωθητικών προτάσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης, υπό την νέα του διοίκηση.
Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και η αλήθεια είναι πως ορθώς υπήρξε πίεση ''από τα κάτω'', κινηματική, που ματαίωσε την υλοποίηση ενός φαραωνικού μη βιώσιμου έργου· ορθώς –επίσης– ο Δήμαρχος παρενέβη προωθητικά, πετυχαίνοντας να κατοχυρώσει αυξημένες εκτάσεις πρασίνου στο νέο σχέδιο· και ορθώς η κυβέρνηση έκανε πίσω, αφουγκραζόμενη την αντίθεση της τοπικής κοινωνίας.
Ίσως όμως αυτό να είναι που να ενοχλεί περισσότερο. Ότι αυτή η ιστορία δεν έχει πια ''δράκο''. «Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»…
***
Τόσο στο πιο εύθραυστο, όσο και στο πιο σφριγηλό παράδειγμα Δημοκρατίας μέσα στην ιστορία, την Αρχαία Αθήνα ή την Βαϊμάρη, αυτή θα υπονομευτεί εκ των έσω. Ήταν οι δημαγωγοί που την εξάντλησαν, αλλάζοντας «ακόμα και την σημασία των λέξεων για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους» καταπώς έλεγε και ο Θουκυδίδης.
Στην περίπτωση της ΔΕΘ αναρωτιέται κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το ερώτημα του δημοψηφίσματος, τώρα. Μεταξύ μιας πρότασης που αποσύρθηκε και μιας πρότασης ανέφικτης μα εξιδανικευμένης; Όπως και στο δημοψήφισμα του Τσίπρα το 2015, η ''δημιουργική'' ασάφεια του ερωτήματος χρησιμοποιείται για να εκμαιεύσει μια άνευ πραγματικού αντικρίσματος νίκη, ωστόσο σημαντικής μικροπολιτικής υπεραξίας.
Αυτή η μηχανική της “λαϊκής βούλησης” έχει το θράσος να αυτοσυστήνεται σαν τη μόνη αυθεντικά δημοκρατική γραμμή, ωστόσο είναι εκείνη που εργαλειοποιεί ακραία τη δημοκρατία και εν τέλει την χαντακώνει μεταβάλλοντας σε παίγνιο.
Πάντως το πρακτικό δίλημμα έτσι όπως τίθεται σήμερα είναι, το αν θα προχωρήσει αυτή η ήπια ανάπλαση με το πάρκο ή αν μπλέξουμε σε μια ατελείωτη σειρά αναβολών αφήνοντας τα πράγματα να ανακυκλώνονται εις το διηνεκές, και τον χώρο της Έκθεσης να παραμένει με την όψη που έχει σήμερα «…και όσο χρειαστεί».
Σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, εθνικά και διεθνώς, η πόλη πρέπει να αποφύγει άλλη μια ''τρικυμία μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό''.
Γιατί αυτό την αποσπά από το πραγματικό πεδίο της πάλης που θα κρίνει το μέλλον της.
Από θέση αρχής, επίσης, θα πρέπει να προστεθεί και το ακόλουθο: η δημοκρατία διασώζεται ως άθλημα της πράξης που καλλιεργεί στην κοινότητα υψηλή διάκριση, ενώ διασύρεται όταν την χρησιμοποιούμε για να κάνουμε μάρκετινγκ της ηθικής μας υπεροχής, όταν χαϊδεύουμε αυτιά ή τάζουμε λαγούς και πετραχήλια.
*Ο κ. Γιώργος Ρακκάς είναι Πολιτικός Επιστήμονας. Διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης (2015-2017, 2019-2023)
Η νίκη του Άρη στη Ρόδο και η μάχη της τετράδας που μαίνεται!
Η νίκη του Άρη στη Ρόδο και η μάχη της τετράδας που μαίνεται!
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΗΛΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΗΛΗ«Ποιος σκότωσε τον Μπελογιάννη»
«Ποιος σκότωσε τον Μπελογιάννη»
ΔΕΘ: Μια ιστορία που δεν έχει πια «δράκο»
Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του ο Φράνσις Φουκουγιάμα, εξηγεί πως διδάσκει στο μεταπτυχιακό της Διεθνούς Πολιτικής του πανεπιστημίου του Στάντφορτ την άσκηση των δημόσιων πολιτικών μέσα από τρείς κύκλους: είναι ο εντοπισμός/πραγμάτευση του προβλήματος, η κατάρτιση των ενδεδειγμένων λύσεων και η σφαίρα της υλοποίησης.
Το ρηξικέλευθο της προσέγγισής του, έγκειται στην προσοχή που δίνει στον τρίτο κύκλο: η υλοποίηση θεωρείται ένα κεφάλαιο από μόνη της, ακριβώς διότι μεταξύ θεωρίας και πράξης μεσολαβεί η… πραγματικότητα.
Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι μάλλον ξένη στην ελληνική πολιτική ζωή, η οποία έχει συνηθίσει να σταματάει στις μακέτες. Διατυπώνεις τη θεωρητική λύση, και τελείωσες. Όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, με το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» το οποίο και τον οδήγησε στην εξουσία το 2015. Η υπόμνηση από τους αντιπάλους του περί του ανέφικτου των προτάσεών του, επηρέασε ελάχιστα τους ψηφοφόρους και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Στη Θεσσαλονίκη, βεβαίως, γνωρίζουμε καλά από το Μετρό τι μπορεί να κρύβει η διαδικασία της υλοποίησης. Ίσως θα μπορούσε να το εντάξει ο Φουκουγιάμα στο μάθημά του ως περίπτωση μελέτης, καθώς ήταν οι θεσμικές πολιτικές αδυναμίες και ένα πλέγμα λανθασμένων επιλογών και νοοτροπιών που το εκτροχίασαν επί 15 συναπτά έτη.
Όλα έπαιξαν ρόλο. Από το γεγονός ότι ένα πελατειακό κράτος στην τότε διακομματική του σύνθεση αδυνατούσε να φέρει εις πέρας ένα τόσο πολύπλοκο έργο, μέχρι την ένδεια της τοπικής πολιτικής τάξης και βεβαίως την χρεοκοπία του 2010.
Το τελευταίο επεισόδιο των καθυστερήσεων μας ενδιαφέρει εδώ γιατί πάει να επαναληφθεί στην υπόθεση της ΔΕΘ. Ο λόγος για την διαμάχη γύρω από τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου. Ενός ζητήματος τεχνικού, που κρύβει ωστόσο μέσα του ευρύτερες προτεραιότητες. Τη σύγκρουση αρχικά με ένα «κράτος των εργολάβων» που θέλησε να ξηλώσει έναν αρχαιολογικό χώρο τόσο σημαντικό ώστε σήμερα και αφότου διασώθηκε να εξελίσσεται μάλλον σε νέο τοπόσημο της πόλης. Και την αντιπαράθεση σε δεύτερο χρόνο με την λογική της εργαλειοποίησης, ενός πολιτικού χώρου που ελλείψει νοήματος και δημιουργικών οριζόντων πιάστηκε από το ζήτημα σαν σε σανίδα σωτηρίας και το τερμάτισε προσθέτοντας άλλο έναν χρόνο ταλαιπωρίας για την πόλη και τους πολίτες της.
Η ιστορία έχει ως εξής.
Αρχικώς η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου θα αποφασίσει την απόσπαση των αρχαιοτήτων και την αποθήκευσή τους, με το αιτιολογικό ότι οποιοδήποτε άλλη επιλογή θα εκτροχιάσει το έργο. Ήταν η εποχή που ακούστηκε το δίλημμα «αρχαία ή μετρό».
Η κοινωνία των πολιτών αντέδρασε, μαζί με επιστημονικούς φορείς, καθώς έκρινε πως εκείνο που κινδύνευε να χαθεί ήταν άκρως σημαντικό από την σκοπιά της πολιτιστικής κληρονομιάς και της εθνικής μνήμης. Ένα τμήμα της κεντρικής αρτηρίας της πόλης αυτούσιο, από τους χρόνους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του Βυζαντίου, που ήταν δυνατόν να αναδειχθεί σα σύμβολο της εντυπωσιακής συνέχειας της πόλης μέσα στους αιώνες –αλλά και της ελληνικότητάς της.
Σε αυτήν τη βάση επηρεάστηκε και το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης, καθώς και η τότε ηγεσία του Δήμου ώστε να αποφασίσει υπέρ της διάσωσης των αρχαιοτήτων.
Η δε τότε καινούργια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αγκάλιασε το αίτημα περισσότερο για λόγους συμβολικούς, σαν έμπρακτη απόδειξη ρήξης με την πολιτική των «σαμαροβενιζέλων» (sic!). Γι’ αυτό αρκετά επιπόλαια επίλεξε την εκδοχή της κατασκευής του σταθμού με την παραμονή των αρχαιοτήτων in situ. Στη διάρκεια της θητείας της, όμως, απέτυχε να προχωρήσει στην υλοποίηση, μιας και την εμπόδιζαν ανυπέρβλητα ζητήματα τεχνικής φύσεως αλλά και ασφάλειας, τα οποία υποτιμούσε για λόγους πολιτικού γοήτρου.
Το αδιέξοδο αίρεται από την επόμενη κυβέρνηση, και προκρίνεται μια σύνθεση μεταξύ της αρχικής κυβερνητικής στάσης και της θέσης της κοινωνίας των πολιτών: απόσπαση, κατασκευή και επανατοποθέτηση. Ένας λαμπρός και πανευρωπαϊκά πρωτοπόρος μηχανικός αναλαμβάνει το έργο –ο Δ. Κορρές– καταφέρνει να κατανικήσει τις πολύπλοκες τεχνικές προκλήσεις, με συνέπεια να έχουμε σήμερα και αρχαία και μετρό.
Ωστόσο η φάση της μεγαλύτερης όξυνσης των συγκρούσεων γύρω από τον Σταθμό έμελλε να έρθει αφότου δρομολογείται η τελική λύση του προβλήματος.
Μετά την αποδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία, το κόμμα αλλά και σύσσωμη η αριστερά έρχεται κατά μέτωπο με την υπαρξιακή κρίση που επωάστηκε μέσα στο φιάσκο της διακυβέρνησης. Ο ''χώρος'' αναζητά αφήγημα-σανίδα σωτηρίας. Το βρίσκει αναποδογυρίζοντας την πραγματικότητα με το να βαφτίσει ως «έγκλημα» κάτι που στην ουσία αποτελούσε νίκη της κοινωνίας των πολιτών: την υποχώρηση της κεντρικής εξουσίας που έβλεπε μόνον την τεχνική αναγκαιότητα (μετρό) και υποτιμούσε την πολιτιστική κληρονομιά (αρχαία).
Έτσι στην τελευταία φάση υλοποίησης, το μετρό, λειτούργησε ως υποκατάστατο συσπείρωσης για την τοπική Αριστερά, με συνέπεια να προκληθεί μια πόλωση άνευ ουσίας και αντικρίσματος για την πόλη. Η οποία το μόνο που έφερε στην πράξη, ήταν ότι παρέτεινε κι άλλο το μαρτύριο της πόλης με επιπλέον καθυστερήσεις.
Πάμε τώρα στην ΔΕΘ. Το αρχικό σχέδιο επένδυσης με τα ξενοδοχεία- ουρανοξύστες, τους μεγάλους εκθεσιακούς χώρους και το εμπορικό κέντρο προτάθηκε σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ πασχίζει να αποδείξει ότι έχει ''αναπτυξιακό πρόσημο'' (sic!). Hδε συμπόρευση με τον Δήμο Θεσ/νίκης τότε, συμβαίνει γιατί ο τελευταίος καλπάζει στο άρμα της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού. Εξ ου και ο «ντουμπαϊκός» χαρακτήρας της σχεδιαζόμενης επένδυσης, ο κατασκευαστικός και αισθητικός της στόμφος, η επιμονή της σε ένα παρασιτικό οικονομικό μοντέλο. Είχαμε άγιο που γλυτώσαμε. Ειδάλλως η Έκθεση θα είχε την τύχη της πρώτης εκδοχής της αναπλασμένης στοάς Μοδιάνο, και η πόλη θα είχε απομείνει με τον ουρανοξύστη και το τσιμέντο σαν μνημείο μιας προπέτειας ''αναπτυξιακής''.
Μεσολάβησαν, βεβαίως, οι ''μουσικές καρέκλες''. Με την αλλαγή της κυβέρνησης, εκείνοι που εισηγήθηκαν την πρόταση αλλάζουν, τώρα, θέση. Ό,τι ήταν μέχρι τότε ''αναπτυξιακό'' μεταμορφώνεται σε ''φαραωνικό'' (που ήταν εξ αρχής). Αντί αυτού, ανασύρεται μια παλιά πρόταση από το συρτάρι (μεταφορά της ΔΕΘ στην Σίνδο και Μητροπολιτικό Πάρκο αντί αυτής στην τωρινή θέση της Έκθεσης) και ξεκινάει μια καμπάνια υπογραφών για δημοψήφισμα, σε σύμπραξη με ευρύτερες δυνάμεις.
Η ειρωνεία της ιστορίας, βέβαια, είναι ότι η πρόταση για μεταφορά στη Σίνδο απηχεί το νεοφιλελεύθερο κλίμα και πνεύμα της εποχής που κατατέθηκε (αρχές 2000), σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η αποβιομηχάνιση της Σίνδου με τον συνεδριακό τουρισμό της ΔΕΘ. Ας είναι.
Δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα της πρότασης, αλλά ότι είναι μη εφαρμόσιμη. Δεν νοείται Διεθνής Έκθεση με το αεροδρόμιο να βρίσκεται στο άλλο άκρο της πόλης χωρίς να συνδέεται με μέσο σταθερής τροχιάς. Ούτε η ΔΕΘ έχει τέτοιο αναπτυξιακό αντικείμενο ή δυναμική που να δικαιολογεί τέτοιες υποδομές.
Ψιλά γράμματα ωστόσο. Η Σίνδος επιλέγεται στο πλαίσιο ενός εξωραϊσμού, και μιας ''μαξιμαλιστικής'' πρότασης που περιγράφει την εγκαθίδρυση ενός μητροπολιτικού πάρκου στο κέντρο της πόλης εν είδει ''πράσινης ουτοπίας'': Να είναι δημόσιο (άρα ''αποεμπορευματοποιημένο'' [sic!]), να εμπλέκει σε ιδανικές αναλογίες πολιτισμό, αθλητισμό και αναψυχή.
Μπορεί να υλοποιηθεί αυτό σήμερα στην πόλη; “Δεν αφορά”. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αντιστροφή όπου η πρόταση χρησιμεύει ως ρυμουλκό ενός δημοψηφίσματος. Και όχι το ανάποδο, που θα ‘ταν το αναμενόμενο, να υπηρετεί δηλαδή το δημοψήφισμα την υλοποίηση μιας πρότασης.
Το δε πραγματικό δίλημμα που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοψήφισμα, εάν η νέα ΔΕΘ θα περιλαμβάνει πάρκο ή βαριές εμπορικές και τουριστικές χρήσεις επιλύθηκε έπειτα από την υπαναχώρηση της κυβέρνησης.
Η οποία έκανε πίσω μπροστά στον συνδυασμό της πίεσης από τα κάτω, και των προωθητικών προτάσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης, υπό την νέα του διοίκηση.
Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και η αλήθεια είναι πως ορθώς υπήρξε πίεση ''από τα κάτω'', κινηματική, που ματαίωσε την υλοποίηση ενός φαραωνικού μη βιώσιμου έργου· ορθώς –επίσης– ο Δήμαρχος παρενέβη προωθητικά, πετυχαίνοντας να κατοχυρώσει αυξημένες εκτάσεις πρασίνου στο νέο σχέδιο· και ορθώς η κυβέρνηση έκανε πίσω, αφουγκραζόμενη την αντίθεση της τοπικής κοινωνίας.
Ίσως όμως αυτό να είναι που να ενοχλεί περισσότερο. Ότι αυτή η ιστορία δεν έχει πια ''δράκο''. «Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»…
***
Τόσο στο πιο εύθραυστο, όσο και στο πιο σφριγηλό παράδειγμα Δημοκρατίας μέσα στην ιστορία, την Αρχαία Αθήνα ή την Βαϊμάρη, αυτή θα υπονομευτεί εκ των έσω. Ήταν οι δημαγωγοί που την εξάντλησαν, αλλάζοντας «ακόμα και την σημασία των λέξεων για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους» καταπώς έλεγε και ο Θουκυδίδης.
Στην περίπτωση της ΔΕΘ αναρωτιέται κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το ερώτημα του δημοψηφίσματος, τώρα. Μεταξύ μιας πρότασης που αποσύρθηκε και μιας πρότασης ανέφικτης μα εξιδανικευμένης; Όπως και στο δημοψήφισμα του Τσίπρα το 2015, η ''δημιουργική'' ασάφεια του ερωτήματος χρησιμοποιείται για να εκμαιεύσει μια άνευ πραγματικού αντικρίσματος νίκη, ωστόσο σημαντικής μικροπολιτικής υπεραξίας.
Αυτή η μηχανική της “λαϊκής βούλησης” έχει το θράσος να αυτοσυστήνεται σαν τη μόνη αυθεντικά δημοκρατική γραμμή, ωστόσο είναι εκείνη που εργαλειοποιεί ακραία τη δημοκρατία και εν τέλει την χαντακώνει μεταβάλλοντας σε παίγνιο.
Πάντως το πρακτικό δίλημμα έτσι όπως τίθεται σήμερα είναι, το αν θα προχωρήσει αυτή η ήπια ανάπλαση με το πάρκο ή αν μπλέξουμε σε μια ατελείωτη σειρά αναβολών αφήνοντας τα πράγματα να ανακυκλώνονται εις το διηνεκές, και τον χώρο της Έκθεσης να παραμένει με την όψη που έχει σήμερα «…και όσο χρειαστεί».
Σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, εθνικά και διεθνώς, η πόλη πρέπει να αποφύγει άλλη μια ''τρικυμία μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό''.
Γιατί αυτό την αποσπά από το πραγματικό πεδίο της πάλης που θα κρίνει το μέλλον της.
Από θέση αρχής, επίσης, θα πρέπει να προστεθεί και το ακόλουθο: η δημοκρατία διασώζεται ως άθλημα της πράξης που καλλιεργεί στην κοινότητα υψηλή διάκριση, ενώ διασύρεται όταν την χρησιμοποιούμε για να κάνουμε μάρκετινγκ της ηθικής μας υπεροχής, όταν χαϊδεύουμε αυτιά ή τάζουμε λαγούς και πετραχήλια.
*Ο κ. Γιώργος Ρακκάς είναι Πολιτικός Επιστήμονας. Διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης (2015-2017, 2019-2023)
Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του ο Φράνσις Φουκουγιάμα, εξηγεί πως διδάσκει στο μεταπτυχιακό της Διεθνούς Πολιτικής του πανεπιστημίου του Στάντφορτ την άσκηση των δημόσιων πολιτικών μέσα από τρείς κύκλους: είναι ο εντοπισμός/πραγμάτευση του προβλήματος, η κατάρτιση των ενδεδειγμένων λύσεων και η σφαίρα της υλοποίησης.
Το ρηξικέλευθο της προσέγγισής του, έγκειται στην προσοχή που δίνει στον τρίτο κύκλο: η υλοποίηση θεωρείται ένα κεφάλαιο από μόνη της, ακριβώς διότι μεταξύ θεωρίας και πράξης μεσολαβεί η… πραγματικότητα.
Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι μάλλον ξένη στην ελληνική πολιτική ζωή, η οποία έχει συνηθίσει να σταματάει στις μακέτες. Διατυπώνεις τη θεωρητική λύση, και τελείωσες. Όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, με το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» το οποίο και τον οδήγησε στην εξουσία το 2015. Η υπόμνηση από τους αντιπάλους του περί του ανέφικτου των προτάσεών του, επηρέασε ελάχιστα τους ψηφοφόρους και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Στη Θεσσαλονίκη, βεβαίως, γνωρίζουμε καλά από το Μετρό τι μπορεί να κρύβει η διαδικασία της υλοποίησης. Ίσως θα μπορούσε να το εντάξει ο Φουκουγιάμα στο μάθημά του ως περίπτωση μελέτης, καθώς ήταν οι θεσμικές πολιτικές αδυναμίες και ένα πλέγμα λανθασμένων επιλογών και νοοτροπιών που το εκτροχίασαν επί 15 συναπτά έτη.
Όλα έπαιξαν ρόλο. Από το γεγονός ότι ένα πελατειακό κράτος στην τότε διακομματική του σύνθεση αδυνατούσε να φέρει εις πέρας ένα τόσο πολύπλοκο έργο, μέχρι την ένδεια της τοπικής πολιτικής τάξης και βεβαίως την χρεοκοπία του 2010.
Το τελευταίο επεισόδιο των καθυστερήσεων μας ενδιαφέρει εδώ γιατί πάει να επαναληφθεί στην υπόθεση της ΔΕΘ. Ο λόγος για την διαμάχη γύρω από τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου. Ενός ζητήματος τεχνικού, που κρύβει ωστόσο μέσα του ευρύτερες προτεραιότητες. Τη σύγκρουση αρχικά με ένα «κράτος των εργολάβων» που θέλησε να ξηλώσει έναν αρχαιολογικό χώρο τόσο σημαντικό ώστε σήμερα και αφότου διασώθηκε να εξελίσσεται μάλλον σε νέο τοπόσημο της πόλης. Και την αντιπαράθεση σε δεύτερο χρόνο με την λογική της εργαλειοποίησης, ενός πολιτικού χώρου που ελλείψει νοήματος και δημιουργικών οριζόντων πιάστηκε από το ζήτημα σαν σε σανίδα σωτηρίας και το τερμάτισε προσθέτοντας άλλο έναν χρόνο ταλαιπωρίας για την πόλη και τους πολίτες της.
Η ιστορία έχει ως εξής.
Αρχικώς η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου θα αποφασίσει την απόσπαση των αρχαιοτήτων και την αποθήκευσή τους, με το αιτιολογικό ότι οποιοδήποτε άλλη επιλογή θα εκτροχιάσει το έργο. Ήταν η εποχή που ακούστηκε το δίλημμα «αρχαία ή μετρό».
Η κοινωνία των πολιτών αντέδρασε, μαζί με επιστημονικούς φορείς, καθώς έκρινε πως εκείνο που κινδύνευε να χαθεί ήταν άκρως σημαντικό από την σκοπιά της πολιτιστικής κληρονομιάς και της εθνικής μνήμης. Ένα τμήμα της κεντρικής αρτηρίας της πόλης αυτούσιο, από τους χρόνους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του Βυζαντίου, που ήταν δυνατόν να αναδειχθεί σα σύμβολο της εντυπωσιακής συνέχειας της πόλης μέσα στους αιώνες –αλλά και της ελληνικότητάς της.
Σε αυτήν τη βάση επηρεάστηκε και το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης, καθώς και η τότε ηγεσία του Δήμου ώστε να αποφασίσει υπέρ της διάσωσης των αρχαιοτήτων.
Η δε τότε καινούργια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αγκάλιασε το αίτημα περισσότερο για λόγους συμβολικούς, σαν έμπρακτη απόδειξη ρήξης με την πολιτική των «σαμαροβενιζέλων» (sic!). Γι’ αυτό αρκετά επιπόλαια επίλεξε την εκδοχή της κατασκευής του σταθμού με την παραμονή των αρχαιοτήτων in situ. Στη διάρκεια της θητείας της, όμως, απέτυχε να προχωρήσει στην υλοποίηση, μιας και την εμπόδιζαν ανυπέρβλητα ζητήματα τεχνικής φύσεως αλλά και ασφάλειας, τα οποία υποτιμούσε για λόγους πολιτικού γοήτρου.
Το αδιέξοδο αίρεται από την επόμενη κυβέρνηση, και προκρίνεται μια σύνθεση μεταξύ της αρχικής κυβερνητικής στάσης και της θέσης της κοινωνίας των πολιτών: απόσπαση, κατασκευή και επανατοποθέτηση. Ένας λαμπρός και πανευρωπαϊκά πρωτοπόρος μηχανικός αναλαμβάνει το έργο –ο Δ. Κορρές– καταφέρνει να κατανικήσει τις πολύπλοκες τεχνικές προκλήσεις, με συνέπεια να έχουμε σήμερα και αρχαία και μετρό.
Ωστόσο η φάση της μεγαλύτερης όξυνσης των συγκρούσεων γύρω από τον Σταθμό έμελλε να έρθει αφότου δρομολογείται η τελική λύση του προβλήματος.
Μετά την αποδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία, το κόμμα αλλά και σύσσωμη η αριστερά έρχεται κατά μέτωπο με την υπαρξιακή κρίση που επωάστηκε μέσα στο φιάσκο της διακυβέρνησης. Ο ''χώρος'' αναζητά αφήγημα-σανίδα σωτηρίας. Το βρίσκει αναποδογυρίζοντας την πραγματικότητα με το να βαφτίσει ως «έγκλημα» κάτι που στην ουσία αποτελούσε νίκη της κοινωνίας των πολιτών: την υποχώρηση της κεντρικής εξουσίας που έβλεπε μόνον την τεχνική αναγκαιότητα (μετρό) και υποτιμούσε την πολιτιστική κληρονομιά (αρχαία).
Έτσι στην τελευταία φάση υλοποίησης, το μετρό, λειτούργησε ως υποκατάστατο συσπείρωσης για την τοπική Αριστερά, με συνέπεια να προκληθεί μια πόλωση άνευ ουσίας και αντικρίσματος για την πόλη. Η οποία το μόνο που έφερε στην πράξη, ήταν ότι παρέτεινε κι άλλο το μαρτύριο της πόλης με επιπλέον καθυστερήσεις.
Πάμε τώρα στην ΔΕΘ. Το αρχικό σχέδιο επένδυσης με τα ξενοδοχεία- ουρανοξύστες, τους μεγάλους εκθεσιακούς χώρους και το εμπορικό κέντρο προτάθηκε σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ πασχίζει να αποδείξει ότι έχει ''αναπτυξιακό πρόσημο'' (sic!). Hδε συμπόρευση με τον Δήμο Θεσ/νίκης τότε, συμβαίνει γιατί ο τελευταίος καλπάζει στο άρμα της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού. Εξ ου και ο «ντουμπαϊκός» χαρακτήρας της σχεδιαζόμενης επένδυσης, ο κατασκευαστικός και αισθητικός της στόμφος, η επιμονή της σε ένα παρασιτικό οικονομικό μοντέλο. Είχαμε άγιο που γλυτώσαμε. Ειδάλλως η Έκθεση θα είχε την τύχη της πρώτης εκδοχής της αναπλασμένης στοάς Μοδιάνο, και η πόλη θα είχε απομείνει με τον ουρανοξύστη και το τσιμέντο σαν μνημείο μιας προπέτειας ''αναπτυξιακής''.
Μεσολάβησαν, βεβαίως, οι ''μουσικές καρέκλες''. Με την αλλαγή της κυβέρνησης, εκείνοι που εισηγήθηκαν την πρόταση αλλάζουν, τώρα, θέση. Ό,τι ήταν μέχρι τότε ''αναπτυξιακό'' μεταμορφώνεται σε ''φαραωνικό'' (που ήταν εξ αρχής). Αντί αυτού, ανασύρεται μια παλιά πρόταση από το συρτάρι (μεταφορά της ΔΕΘ στην Σίνδο και Μητροπολιτικό Πάρκο αντί αυτής στην τωρινή θέση της Έκθεσης) και ξεκινάει μια καμπάνια υπογραφών για δημοψήφισμα, σε σύμπραξη με ευρύτερες δυνάμεις.
Η ειρωνεία της ιστορίας, βέβαια, είναι ότι η πρόταση για μεταφορά στη Σίνδο απηχεί το νεοφιλελεύθερο κλίμα και πνεύμα της εποχής που κατατέθηκε (αρχές 2000), σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η αποβιομηχάνιση της Σίνδου με τον συνεδριακό τουρισμό της ΔΕΘ. Ας είναι.
Δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα της πρότασης, αλλά ότι είναι μη εφαρμόσιμη. Δεν νοείται Διεθνής Έκθεση με το αεροδρόμιο να βρίσκεται στο άλλο άκρο της πόλης χωρίς να συνδέεται με μέσο σταθερής τροχιάς. Ούτε η ΔΕΘ έχει τέτοιο αναπτυξιακό αντικείμενο ή δυναμική που να δικαιολογεί τέτοιες υποδομές.
Ψιλά γράμματα ωστόσο. Η Σίνδος επιλέγεται στο πλαίσιο ενός εξωραϊσμού, και μιας ''μαξιμαλιστικής'' πρότασης που περιγράφει την εγκαθίδρυση ενός μητροπολιτικού πάρκου στο κέντρο της πόλης εν είδει ''πράσινης ουτοπίας'': Να είναι δημόσιο (άρα ''αποεμπορευματοποιημένο'' [sic!]), να εμπλέκει σε ιδανικές αναλογίες πολιτισμό, αθλητισμό και αναψυχή.
Μπορεί να υλοποιηθεί αυτό σήμερα στην πόλη; “Δεν αφορά”. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αντιστροφή όπου η πρόταση χρησιμεύει ως ρυμουλκό ενός δημοψηφίσματος. Και όχι το ανάποδο, που θα ‘ταν το αναμενόμενο, να υπηρετεί δηλαδή το δημοψήφισμα την υλοποίηση μιας πρότασης.
Το δε πραγματικό δίλημμα που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοψήφισμα, εάν η νέα ΔΕΘ θα περιλαμβάνει πάρκο ή βαριές εμπορικές και τουριστικές χρήσεις επιλύθηκε έπειτα από την υπαναχώρηση της κυβέρνησης.
Η οποία έκανε πίσω μπροστά στον συνδυασμό της πίεσης από τα κάτω, και των προωθητικών προτάσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης, υπό την νέα του διοίκηση.
Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και η αλήθεια είναι πως ορθώς υπήρξε πίεση ''από τα κάτω'', κινηματική, που ματαίωσε την υλοποίηση ενός φαραωνικού μη βιώσιμου έργου· ορθώς –επίσης– ο Δήμαρχος παρενέβη προωθητικά, πετυχαίνοντας να κατοχυρώσει αυξημένες εκτάσεις πρασίνου στο νέο σχέδιο· και ορθώς η κυβέρνηση έκανε πίσω, αφουγκραζόμενη την αντίθεση της τοπικής κοινωνίας.
Ίσως όμως αυτό να είναι που να ενοχλεί περισσότερο. Ότι αυτή η ιστορία δεν έχει πια ''δράκο''. «Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»…
***
Τόσο στο πιο εύθραυστο, όσο και στο πιο σφριγηλό παράδειγμα Δημοκρατίας μέσα στην ιστορία, την Αρχαία Αθήνα ή την Βαϊμάρη, αυτή θα υπονομευτεί εκ των έσω. Ήταν οι δημαγωγοί που την εξάντλησαν, αλλάζοντας «ακόμα και την σημασία των λέξεων για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους» καταπώς έλεγε και ο Θουκυδίδης.
Στην περίπτωση της ΔΕΘ αναρωτιέται κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το ερώτημα του δημοψηφίσματος, τώρα. Μεταξύ μιας πρότασης που αποσύρθηκε και μιας πρότασης ανέφικτης μα εξιδανικευμένης; Όπως και στο δημοψήφισμα του Τσίπρα το 2015, η ''δημιουργική'' ασάφεια του ερωτήματος χρησιμοποιείται για να εκμαιεύσει μια άνευ πραγματικού αντικρίσματος νίκη, ωστόσο σημαντικής μικροπολιτικής υπεραξίας.
Αυτή η μηχανική της “λαϊκής βούλησης” έχει το θράσος να αυτοσυστήνεται σαν τη μόνη αυθεντικά δημοκρατική γραμμή, ωστόσο είναι εκείνη που εργαλειοποιεί ακραία τη δημοκρατία και εν τέλει την χαντακώνει μεταβάλλοντας σε παίγνιο.
Πάντως το πρακτικό δίλημμα έτσι όπως τίθεται σήμερα είναι, το αν θα προχωρήσει αυτή η ήπια ανάπλαση με το πάρκο ή αν μπλέξουμε σε μια ατελείωτη σειρά αναβολών αφήνοντας τα πράγματα να ανακυκλώνονται εις το διηνεκές, και τον χώρο της Έκθεσης να παραμένει με την όψη που έχει σήμερα «…και όσο χρειαστεί».
Σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, εθνικά και διεθνώς, η πόλη πρέπει να αποφύγει άλλη μια ''τρικυμία μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό''.
Γιατί αυτό την αποσπά από το πραγματικό πεδίο της πάλης που θα κρίνει το μέλλον της.
Από θέση αρχής, επίσης, θα πρέπει να προστεθεί και το ακόλουθο: η δημοκρατία διασώζεται ως άθλημα της πράξης που καλλιεργεί στην κοινότητα υψηλή διάκριση, ενώ διασύρεται όταν την χρησιμοποιούμε για να κάνουμε μάρκετινγκ της ηθικής μας υπεροχής, όταν χαϊδεύουμε αυτιά ή τάζουμε λαγούς και πετραχήλια.
*Ο κ. Γιώργος Ρακκάς είναι Πολιτικός Επιστήμονας. Διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης (2015-2017, 2019-2023)
Μαρινέλλα: Κρασί, Θάλασσα και μια ζωή που τραγουδά
Μαρινέλλα: Κρασί, Θάλασσα και μια ζωή που τραγουδά
Εφιαλτικά σενάρια για πετρέλαιο στα 200 δολάρια και παγκόσμια ύφεση
Εφιαλτικά σενάρια για πετρέλαιο στα 200 δολάρια και παγκόσμια ύφεση
Ο Π. Γκυρινης στα Μακεδονικα Νεα
Ο Π. Γκυρινης στα Μακεδονικα ΝεαΟλοταχώς για τον ψηφιακό μετασχηματισμό ο Δήμος Αλεξάνδρειας: Οι 11 δράσεις που αλλάζουν την καθημερινότητα
Ολοταχώς για τον ψηφιακό μετασχηματισμό ο Δήμος Αλεξάνδρειας: Οι 11 δράσεις που αλλάζουν την καθημερινότητα
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΤο πρώτο ρομπότ της ανθρωπότητας, ένα… laptop από το παρελθόν και το «GPS» των αστέρων-Τα τεχνολογικά θαύματα της αρχαίας Ελλάδας σε μια έκθεση
Το πρώτο ρομπότ της ανθρωπότητας, ένα… laptop από το παρελθόν και το «GPS» των αστέρων-Τα τεχνολογικά θαύματα της αρχαίας Ελλάδας σε μια έκθεση
ΠΑΟΚ σε ρυθμούς Ευρώπης: Ημιτελικός τώρα, EuroLeague στο βάθος!
ΠΑΟΚ σε ρυθμούς Ευρώπης: Ημιτελικός τώρα, EuroLeague στο βάθος!
Θεσσαλονίκη: «Γκάζι» πάτησε η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα – Οι κλάδοι με αυξημένη κινητικότητα
Θεσσαλονίκη: «Γκάζι» πάτησε η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα – Οι κλάδοι με αυξημένη κινητικότητα





































