Αντίθετα, παραπέμπει περισσότερο σε… κατάλογο του ληξιαρχείου καθώς αναφέρονται όνομα, επίθετο, πατρώνυμο, μητρώνυμο και έτος γέννησης. Από τη στιγμή, λοιπόν, που το όλο εγχείρημα στερείται του βασικού προαπαιτούμενου, δηλαδή των υπογραφών, φαίνεται πως μπαίνει στον… πάγο, καθώς είναι αδύνατη η επαλήθευση των στοιχείων.
Όπως εξηγεί η αρμόδια Διεύθυνση του Μητρώου Πολιτών της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής, η κατάσταση που επισυνάπτεται στο αίτημα της Οργανωτικής Επιτροπής δεν φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές και ως εκ τούτου «δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 3 ΚΔΔ, δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ούτε με δήλωση βούλησης». Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι «ελλείψει έγκυρης αίτησης θεωρούμε ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων».
Ο έλεγχος και η νομιμότητα των υπογραφών
Το τελευταίο αποτελεί τον σημαντικότερο κρίκο της αλυσίδας αφού ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, Σπύρος Βούγιας, έχει τονίσει επανειλημμένα ότι για να μπορέσει η δημοτική αρχή να προχωρήσει στη διενέργεια του δημοψηφίσματος πρέπει να ελεγχθεί η νομιμότητα και η εγκυρότητα των υπογραφών. Να πιστοποιήσουν, δηλαδή, οι δημοτικοί υπάλληλοι ότι τα άτομα που ζητούν να προχωρήσει η σχετική διαδικασία είναι πράγματι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο της Θεσσαλονίκης.
Στον (εύλογο) προβληματισμό που έθεσε η αρμόδια δημοτική υπηρεσία οι νομικοί της Οργανωτικής Επιτροπής για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ακρίτα Καιδατζή και Χαράλαμπος Κουρουνδής, καταλόγισαν προχειρότητα και βιασύνη στον δήμο Θεσσαλονίκης να απορρίψει το αίτημα. Μιλούν για «τυπολατρία» και πως το δημοψήφισμα δεν είναι διοικητική πράξη για να απαιτούνται οι υπογραφές.
Ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν
Εδώ, όμως, τίθεται αυτόματα ένα μεγάλο ερώτημα. Από πότε η τήρηση των στοιχειωδών κανόνων νομιμότητας, όπως αυτοί περιγράφονται στη σχετική νομολογία, απαξιώνεται ως «τυπολατρία»; Από πότε η διασφάλιση της ταυτότητας εκείνου που αιτείται κάτι από την κεντρική διοίκηση θεωρείται γραφειοκρατική εμμονή και όχι αυτονόητη προϋπόθεση σοβαρότητας και υπευθυνότητας;
Πώς ακριβώς θα ελεγχθούν 23.214 εγγραφές χωρίς την υπογραφή; Χωρίς, δηλαδή, το ελάχιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κάθε αναγραφόμενος πολίτης πράγματι συναινεί; Δηλαδή εάν αύριο οποιαδήποτε πληθυσμιακή ομάδα καταθέσει μια λίστα ονομάτων χωρίς υπογραφές για οποιοδήποτε ζήτημα, θα πρέπει ο Δήμος Θεσσαλονίκης να την αποδέχεται χωρίς δεύτερη κουβέντα επειδή πρόκειται περί «λαϊκής απαίτησης»; Και σε τελική ανάλυση, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη αν διαπιστωθούν λάθη, διπλοεγγραφές ή φέρονται να συνηγορούν πρόσωπα που ουδέποτε συναίνεσαν;
Ποιος ο (πραγματικός) σκοπός του δημοψηφίσματος;
Μήπως ένα δημοψήφισμα, υπό αυτές τις συνθήκες, λειτουργεί στην πραγματικότητα ως εργαλείο πολιτικής πίεσης και προσωπικής ανάδειξης; Και τελικά, δεν διδαχθήκαμε τίποτα από την περιπέτεια του Μετρό; Δεν μάθαμε τίποτα από τα χαμένα χρόνια των καθυστερήσεων, των ενστάσεων και της μάχης χαρακωμάτων που κράτησαν πίσω την πόλη; Πόσες πολιτικές καριέρες χτίστηκαν πάνω σε εκείνη τη σύγκρουση; Και πόσες, άραγε, φιλοδοξούν να χτιστούν πάνω στη ΔΕΘ; Φτάνει με τον ακτιβισμό εις βάρος της Θεσσαλονίκης.
Και εδώ μπαίνουμε στην ουσία του θέματος. Τελικά, ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα του αιτήματος για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος; Η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΘ ή η δημιουργία ενός νέου μετώπου έντασης και διχόνοιας στην πόλη;
Το ζήτημα της Διεθνούς Έκθεσης είναι πράγματι κρίσιμο. Αφορά την αναπτυξιακή φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης, τον δημόσιο χώρο, την οικονομία, το περιβάλλον. Είναι θέμα σύνθετο, πολυπαραγοντικό, που απαιτεί διάλογο, μελέτες, τεκμηρίωση και πολιτική ευθύνη. Δυστυχώς, όμως, κάποιοι φαίνεται ότι επιμένουν να σέρνουν την πόλη σε μια λογική «επαναστατικής γυμναστικής». Να δημιουργούν μέτωπα σύγκρουσης, να πολώνουν, να κατασκευάζουν «στρατόπεδα». Γιατί; Διότι μέσα από την ένταση χτίζονται πιο εύκολα προσωπικά και μικροκομματικά αφηγήματα.
Όχι άλλες χαμένες ευκαιρίες
Μόνο που η Θεσσαλονίκη δεν αντέχει άλλες χαμένες ευκαιρίες. Δεν αντέχει να μετατρέπεται κάθε μεγάλο έργο σε αρένα προσωπικών φιλοδοξιών. Προφανώς ο δημόσιος διάλογος είναι αναγκαίος. Όπως είναι προφανές ότι η διαφωνία είναι θεμιτή. Άλλωστε ο διάλογος είναι η χαρά της δημοκρατίας. Όμως ο σοβαρός και γόνιμος διάλογος προϋποθέτει κανόνες, σεβασμό στους θεσμούς, καθαρές διαδικασίες και ειλικρινή πρόθεση σύνθεσης.
Σήμερα η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη από σχέδιο, ρεαλισμό και υπευθυνότητα. Από προτάσεις κοστολογημένες και εφαρμόσιμες. Από πολιτικές δυνάμεις που θα πουν την αλήθεια στους πολίτες, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι βολική. Όχι από εύκολα διλήμματα και τεχνητές εντάσεις. Πολύ απλά το μέλλον της ΔΕΘ δεν μπορεί να γίνει πεδίο πρόχειρων εντυπώσεων. Είναι μια υπόθεση που θα κρίνει την εικόνα, την οικονομία και την ταυτότητα της πόλης για δεκαετίες. Και τέτοιες αποφάσεις δεν λαμβάνονται με όρους ακτιβισμού.













