Συγκεκριμένα, με επιστολή που απέστειλε σήμερα (4/3) προς την εκπρόσωπο της Οργανωτικής Επιτροπής, Μαρία Κέκη, ο γενικός γραμματέας του δήμου Θεσσαλονίκης, Μιχάλης Μήττας, κοινοποίησε το έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής, στο οποίο διαπιστώνεται απουσία φυσικών ή ψηφιακών υπογραφών στον κατάλογο που συνοδεύει το αίτημα.
Παράλληλα, στην ίδια επιστολή επισημαίνεται η ανάγκη ορθής συμπλήρωσης του σχετικού αιτήματος σύμφωνα με τις προβλέψεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Τι αναφέρει η αρμόδια υπηρεσία
Σύμφωνα με το έγγραφο της Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών, διαβιβάστηκε στην υπηρεσία το υπ’ αριθμ. 52713/2-3-2026 αίτημα δημότη για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος, το οποίο συνοδευόταν από κατάλογο 23.214 ονοματεπωνύμων, με τα αντίστοιχα πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, ο συγκεκριμένος κατάλογος δεν περιλάμβανε φυσικές ή ψηφιακές υπογραφές. Η διαβίβαση του αιτήματος έγινε προκειμένου να εξεταστεί η πληρότητά του σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1β του Ν. 4555/2018, που αφορά τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος για τοπικό δημοψήφισμα από το 10% των εκλογέων ενός δήμου.
Όπως σημειώνει η υπηρεσία, η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει την υποβολή αίτησης από το 10% των εκλογέων, χωρίς να καθορίζει ειδικό τύπο.
Για τον λόγο αυτό, εφαρμόζεται συμπληρωματικά το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο ορίζει τις γενικές αρχές για την πληρότητα και την εγκυρότητα των αιτήσεων προς τη διοίκηση.
Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, κάθε αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία του αιτούντος και να φέρει υπογραφή, είτε φυσική είτε ψηφιακή. Η υπηρεσία διευκρινίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση συλλογικής αίτησης, κάθε πολίτης οφείλει να εκφράζει ατομικά τη βούλησή του, υπογράφοντας το αίτημα. Η υπογραφή αποτελεί στοιχείο ταυτοποίησης του αιτούντος και επιβεβαιώνει ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του αιτήματος.
«Δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο»
Με βάση τα παραπάνω, η Διεύθυνση Μητρώου Πολιτών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατάλογος που συνοδεύει το αίτημα -ο οποίος περιλαμβάνει ονοματεπώνυμα, πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης- δεν φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές και, ως εκ τούτου, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Κατά συνέπεια, όπως αναφέρεται στο έγγραφο, η συγκεκριμένη κατάσταση δεν ισοδυναμεί με αίτηση ούτε με δήλωση βούλησης των πολιτών.
Για τον λόγο αυτό, η υπηρεσία σημειώνει ότι, ελλείψει έγκυρης αίτησης, δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο.
Ακολουθεί αναλυτικά το έγγραφο της Υπηρεσίας:
Με το ανωτέρω έγγραφό σας μας διαβιβάσατε το υπ’ αρ. 52713/2-3-2026 αίτημα δημότη σχετικά με τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος, το οποίο ακολουθείται από έναν κατάλογο αποτελούμενο από 23214 ονοματεπώνυμα με αντίστοιχα πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης χωρίς φυσικές ή ψηφιακές υπογραφές.
Η διαβίβαση γίνεται λόγω αρμοδιότητας ελέγχου προκειμένου να εξεταστεί η πληρότητά του σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1β του Ν. 4555/2018 και κατά τον οποίο διαπιστώσαμε ότι:
Η εν λόγω διάταξη κάνει λόγο για αίτηση του 10% των εκλογέων χωρίς να καθορίζει ειδικό τύπο. Άρα, εφαρμόζεται συμπληρωματικά το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που περιέχει τις γενικές αρχές περί πληρότητας και εγκυρότητας της αίτησης προς τη Διοίκηση, εφόσον ο εν λόγω ειδικός νόμος δεν ρυθμίζει το θέμα διαφορετικά.
Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει το άρθρο 3 ΚΔΔ οι αιτήσεις πρέπει να περιέχουν τα στοιχεία του αιτούντος και να φέρουν υπογραφή, φυσική ή ψηφιακή.
Από τη διατύπωση δε του άρθρου 134 1β φαίνεται πως η αίτηση του 10% των εκλογέων θα μπορούσε να ήταν και μία συλλογική αίτηση, η οποία ωστόσο δεν παύει να αποτελεί έγγραφη αίτηση προς τη Διοίκηση εφόσον κατά τις γενικές αρχές του άρθρου 3 ΚΔΔ: κάθε πρόσωπο ταυτοποιείται/ κάθε πρόσωπο υπογράφει/ προκύπτει σαφής δήλωση βούλησης, δηλαδή κάθε πολίτης πρέπει να εκφράσει ατομικά και έγκυρα τη βούλησή του με υπογραφή ανεξάρτητα αν πρόκειται για ατομική ή ενιαία αίτηση. Η υπογραφή βεβαιώνει την ταυτότητα του αιτούντος και ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του αιτήματος.
Συμπερασματικά, η κατάσταση που επισυνάπτεται στο αίτημα με ονοματεπώνυμα και τα αντίστοιχα πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης, δεν φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές, φυσικές ή ψηφιακές και επομένως, κατά την άποψη της Υπηρεσίας μας, δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 3 ΚΔΔ, δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ούτε με δήλωση βούλησης.
Τέλος για όλους τους παραπάνω λόγους και ελλείψει έγκυρης αίτησης θεωρούμε ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων.








