Η συζήτηση που είναι σε εξέλιξη με αφορμή τη μη υποβολή των υπογραφών στην αρμόδια υπηρεσία του δήμου Θεσσαλονίκης και οι «θέσεις» που διατυπώνονται στον δημόσιο διάλογο, προκειμένου να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα, περιπλέκουν ακόμη περισσότερο το τοπίο, καθώς η οργανωτική επιτροπή εμφανίζεται να αυτοαναιρείται μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Αν, μάλιστα, αναλογιστεί κανείς ότι τα μέλη της χρειάστηκαν σχεδόν δέκα μήνες προσπάθειας για να καταλήξουν στον πίνακα με τα ονοματεπώνυμα, τα πατρώνυμα, τα μητρώνυμα και τις ημερομηνίες γέννησης εκείνων που (εμφανίζονται να) υποστηρίζουν το δημοψήφισμα, τότε ενισχύεται η αίσθηση ότι το όλο εγχείρημα ήταν εξ αρχής στον αέρα, χωρίς καμία σοβαρή προετοιμασία.
Είναι χαρακτηριστικό πως όταν η Οργανωτική Επιτροπή παρουσίαζε τη διαδικασία συλλογής υπογραφών και εξηγούσε τα βήματα από το στάδιο της συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού έως την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, υποστήριζε πως -ελλείψει ειδικής πρόβλεψης στον νόμο- η αίτηση των εγγεγραμμένων εκλογέων μπορούσε να υπογραφεί είτε ψηφιακά είτε με φυσική υπογραφή. Τότε αυτή η θέση παρουσιαζόταν ως αυτονόητη ερμηνεία του θεσμικού πλαισίου.
Σήμερα όμως η ίδια επιτροπή χρεώνει στις υπηρεσίες του δήμου Θεσσαλονίκης ότι υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές τους και προχωρούν σε «αυθαίρετες ερμηνευτικές κατασκευές» σχετικά με το ζήτημα των υπογραφών που απαιτούνται για να εισαχθεί το θέμα στο δημοτικό συμβούλιο και να εξεταστεί η προκήρυξη δημοψηφίσματος. Στην επιστολή τους προς τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου Σπύρο Βούγια, οι νομικοί εκπρόσωποι της επιτροπής υποστηρίζουν ότι η επίκληση του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας είναι λανθασμένη, καθώς –όπως σημειώνουν– το άρθρο 134 του νόμου 4555/2018 αφορά την προκήρυξη δημοψηφίσματος και όχι την έκδοση διοικητικής πράξης.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία τους, η προκήρυξη δημοψηφίσματος δεν αποτελεί διοικητική πράξη, κάτι που –όπως αναφέρουν– έχει επιβεβαιωθεί και από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, κατά την άποψή τους, η εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας είναι άστοχη.
Μάλιστα, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, επικαλούμενοι παλαιότερη απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία ακόμη και μια αίτηση χωρίς υπογραφή μπορεί να θεωρηθεί επαρκής όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία προκύπτει σαφώς η ταυτότητα και η βούληση του αιτούντος. Με λίγα λόγια τους αρκούσε το γεγονός ότι στην ηλεκτρονική πλατφόρμα συγκέντρωσης υπογραφών, οι δημότες αρκούνταν να δηλώσουν τα προσωπικά στοιχεία τους και ότι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του δήμου Θεσσαλονίκης.
Γιατί άλλαξε η «γραμμή»;
Τι μεσολάβησε και από εκεί που η έννοια της «υπογραφής» παρουσιαζόταν ως βασική προϋπόθεση για την εγκυρότητα της αίτησης των δημοτών, σήμερα προβάλλεται η άποψη ότι ακόμη και η απλή καταχώρηση προσωπικών στοιχείων σε μια πλατφόρμα αρκεί για να τεκμηριωθεί η βούληση ενός δημότη; Μήπως η αδυναμία συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού υπογραφών τους οδήγησε σε αυτή τη λύση;
Ένα άλλο σημείο που έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση πολλών Θεσσαλονικέων ως προς τον τρόπο σκέψης της Οργανωτικής Επιτροπής για το δημοψήφισμα είναι ο τρόπος που απαξιώνουν ελαφρά τη καρδία το ένα εκατομμύριο ευρώ που αναμένεται να κοστίσει η όλη διαδικασία. «Η Δημοκρατία κοστίζει» ανέφεραν, προσθέτοντας πως «έχουμε δει τεράστια ποσά να δαπανώνται για άλλα ζητήματα από τον δήμο Θεσσαλονίκης».
«Η δημοκρατία κοστίζει» και ο «λογαριασμός» στους πολίτες
Η γενίκευση αυτή παραβλέπει μια βασική παράμετρο: τα χρήματα που δαπανά ο δήμος Θεσσαλονίκης για έργα, υπηρεσίες ή κοινωνικές παρεμβάσεις κατευθύνονται –τουλάχιστον θεωρητικά– σε δράσεις που έχουν άμεσο και απτό όφελος για την καθημερινότητα των πολιτών. Η συντήρηση των υποδομών, οι κοινωνικές δομές, οι παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο ή ακόμη και η υλοποίηση πολιτιστικών δράσεων αποτελούν πάγιες αρμοδιότητες της αυτοδιοίκησης και εντάσσονται σε έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό. Αντιθέτως, στην περίπτωση ενός δημοψηφίσματος το κόστος αυτό αφορά αποκλειστικά τη διεξαγωγή μιας διαδικασίας που –όπως εξελίσσεται μέχρι σήμερα– δεν είναι καν βέβαιο ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις ώστε να προχωρήσει. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Θα ήταν καλό και φρόνιμο, πριν αρχίσει κανείς να επικαλείται το «κόστος της δημοκρατίας», να έχει διασφαλίσει ότι η πρωτοβουλία που ανέλαβε και η ατζέντα που προωθεί είναι σοβαρά προετοιμασμένη, νομικά θωρακισμένη και απαλλαγμένη από γκρίζες ζώνες. Ειδάλλως ας καλύψει εκείνος το κόστος και ας στέλνει τον «λογαριασμό» στους δημότες της Θεσσαλονίκης.
Επιπρόσθετα, η Οργανωτική Επιτροπή σημειώνει ότι δεν κοστολογεί το δημοψήφισμα και πως «είναι αναγκαίο για ένα τόσο σημαντικό θέμα που απασχολεί τους πολίτες». Ξεχνούν μόνο ή παραβλέπουν σκοπίμως ότι ο χαρακτήρας του δημοψηφίσματος είναι συμβουλευτικός και όχι δεσμευτικός. Το γεγονός αυτό αφαιρεί από μόνο του ένα σημαντικό μέρος της… δραματικότητας με την οποία επιχειρείται να παρουσιαστεί η ανάγκη διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Διότι όταν μια διαδικασία κοστίζει τόσα πολλά χρήματα, αλλά το αποτέλεσμά της δεν παράγει δεσμευτικές συνέπειες για την τελική απόφαση, τότε εύλογα γεννάται το ερώτημα ποιος ο λόγος να πραγματοποιηθεί τελικά;
Τι θα «αφήσει» πίσω του το δημοψήφισμα
Με αυτά και με εκείνα, ακόμη και αν το δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ διεξαχθεί εφόσον ελεγχθούν οι υπογραφές, είναι πλέον διάχυτη η αίσθηση ότι ως διαδικασία θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που θεωρητικά θα λύσει. Και αυτό γιατί ήδη διχάζει την πόλη, πολώνει τους πολίτες και να στρέφει τη δημόσια συζήτηση στις αντιπαραθέσεις. Υπό αυτό το πρίσμα ένα εγχείρημα που -θεωρητικά τουλάχιστον- θα αποτύπωνε τη βούληση των Θεσσαλονικέων, ενδέχεται τελικά να αφήσει πίσω του σύγχυση, «σκιές», αμφισβητήσεις και ένα ακόμη ανοιχτό μέτωπο για την Θεσσαλονίκη.














