makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo

Ο Αριστοτέλης Μαραγκός μιλάει για τη νέα ταινία του: Ο «Μπιτσκόμπερ», ο Καββαδίας και η λαχτάρα για θάλασσα

Ακούστε το άρθρο 8'
19.03.2026 | 07:00
Ο Αριστοτέλης Μαραγκός μιλάει για τη νέα ταινία του: Ο «Μπιτσκόμπερ», ο Καββαδίας και η λαχτάρα για θάλασσα
Στη Θεσσαλονίκη «πιάνει λιμάνι» ο «Μπιτσκόμπερ» του Αριστοτέλη Μαραγκού: από σήμερα Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026 θα προβάλλεται στην αίθουσα Σταύρος Τορνές, έχοντας ήδη διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία σε φεστιβάλ και κινηματογραφικές αίθουσες σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Με διακρίσεις στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο Σκηνοθεσίας και το Βραβείο Φωτογραφίας, η ταινία συνομιλεί με το έργο του Νίκου Καββαδία, αντλώντας έμπνευση από τις επιστολές και τον κόσμο του, τη λαχτάρα για θάλασσα, τη φυγή ως τρόπο ύπαρξης.

Αφετηρία του φιλμ υπήρξε μια πραγματική εικόνα: η κατασκευή ενός πλοίου σε μια πόλη χωρίς θάλασσα. Πάνω σε αυτήν, ο Αριστοτέλης Μαραγκός χτίζει την ιστορία του Ηλία, του ήρωα που ονειρεύεται να πλεύσει ακολουθώντας τα ίχνη του ναυτικού πατέρα του, αλλά παραμένει αιχμάλωτος μιας ενδιάμεσης κατάστασης, ανάμεσα στην επιθυμία για φυγή και στην αδυναμία να την πραγματοποιήσει. Ο «μπιτσκόμπερ» του Καββαδία -αυτός που αγαπά τη θάλασσα με πάθος, αλλά δεν μπορεί να τη σηκώσει- γίνεται υπαρξιακή φιγούρα: κάποιος που γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που φαντάζεται μέσα από ιστορίες που συλλέγει, αφηγείται και εντέλει οικειοποιείται. Τον ήρωα υποδύεται ο Χρήστος Πασσαλής.

Σε ένα τοπίο όπου η πρόσβαση στις αίθουσες παραμένει ζητούμενο, ο «Μπιτσκόμπερ» επιβεβαιώνει ότι η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή διεκδικεί επίμονα χώρο και ουσιαστική επαφή με το κοινό.

 

 

Συνέντευξη στη Χρύσα Νάνου

Στη συνέντευξή του στα Μακεδονικά Νέα ο σκηνοθέτης Αριστοτέλης Μαραγκός μιλάει για την έμπνευσή του από τον Καββαδία, τη συνεργασία με τον Χρήστο Πασσαλή και τη διαδρομή της ταινίας από τα διεθνή φεστιβάλ -το Διαγωνιστικό Τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μπουένος Άιρες από όπου ξεκίνησε την πορεία της- μέχρι τις αίθουσες.

Ποια ήταν η αρχική ιδέα για την ταινία και πώς οδηγηθήκατε στις επιστολές του Νίκου Καββαδία;

Η πρώτη σπίθα δεν προήλθε απευθείας από τον Καββαδία, αλλά από μια πραγματική ιστορία: μια ομάδα ανθρώπων που κατασκεύαζε ένα καράβι σε μια πόλη χωρίς θάλασσα. Αυτή η εικόνα ενός πλοίου που δεν προορίζεται να ταξιδέψει με απασχόλησε πολύ και έγινε η αφετηρία για να χτιστεί ο κόσμος της ταινίας. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση, οι επιστολές και τα κείμενα του Καββαδία λειτούργησαν σαν ένας φυσικός συνομιλητής. Οι επιστολές του, αλλά και συνολικά το έργο του, δεν λειτούργησαν ως υλικό προς διασκευή, αλλά ως ένα είδος εσωτερικού τοπίου. Μου έδωσαν έναν τρόπο να κατανοήσω αυτή τη φαντασιακή σχέση με τη θάλασσα, όχι ως εμπειρία, αλλά ως επιθυμία, ως μύθο που κουβαλά κάποιος χωρίς να τον έχει ζήσει απαραίτητα.

Η έννοια του «Μπιτσκόμπερ» στον Καββαδία παραπέμπει στον άνθρωπο που ούτε αντέχει τη θάλασσα ούτε μπορεί να την εγκαταλείψει. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε σε αυτή την αντιφατική έννοια και πώς μεταφράζεται στο πρόσωπο του Ηλία;

Αυτό που με τράβηξε είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ιδιότητα, αλλά για μια υπαρξιακή συνθήκη. Ο μπιτσκόμπερ δεν είναι ένας αποτυχημένος ναυτικός· είναι κάποιος που βρίσκεται διαρκώς σε μια ενδιάμεση κατάσταση, χωρίς να ανήκει πλήρως πουθενά.

Στον Ηλία αυτή η αντίφαση γίνεται κινητήριος δύναμη. Δεν έχει τη στόφα του ανθρώπου που αντέχει τη θάλασσα, αλλά δεν μπορεί και να συμφιλιωθεί με την ιδέα της στασιμότητας. Έτσι, καταφεύγει στις ιστορίες, τις συλλέγει, τις αφηγείται, τις οικειοποιείται. Με έναν τρόπο, προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που φαντάζεται ότι θα μπορούσε να γίνει.

 

Αριστοτέλης Μαραγκός

Στο ποίημα Mal du départ ο Καββαδίας γράφει «θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών…». Ο Beachcomber σας είναι κι αυτός ένας τέτοιος, «κατά Καββαδίαν» χαρακτήρας;

Νομίζω πως υπάρχει μια συγγένεια, αλλά όχι ως ευθεία μεταφορά. Ο ήρωας της ταινίας δεν είναι κάποιος που βιώνει το ταξίδι, αλλά κάποιος που το φαντάζεται, κάποιος που τα κουβαλά ως επιθυμία και το προβάλλει πάνω του. Υπάρχει σε αυτόν μια διαρκής απόσταση ανάμεσα στη φαντασία και την πράξη. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία: στο ότι η ανάγκη για το ταξίδι είναι πιο ισχυρή από την ίδια την εμπειρία του.

Ο Χρήστος Πασσαλής υποδύεται τον βασικό ήρωα. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να του προτείνετε τον ρόλο και πώς συνεργαστήκατε;

Ο Χρήστος έχει την ικανότητά του να κρατάει κάτι ανοιχτό στον χαρακτήρα, αυτή τη διπλή ποιότητα που χρειαζόταν ο ρόλος, μια εσωτερικότητα αλλά και μια αίσθηση αινίγματος που και εγώ είχα ανάγκη. Στη συνεργασία μας, αυτό που είχε ενδιαφέρον ήταν ότι δεν προσπάθησε να επιβεβαιώσει τον χαρακτήρα όπως τον είχα φανταστεί, αλλά να τον μετακινήσει. Με βαθιά κατανόηση του κειμένου και των προθέσεων μου, έφερε κάτι απρόβλεπτο, που τελικά άνοιξε περισσότερο την ταινία. Ο δικός μου ρόλος ήταν να δημιουργήσω το πλαίσιο ώστε να μπορεί να εξερευνήσει αυτή τη σκοτεινή και ασταθή πλευρά του Ηλία.

Στο παρελθόν έχετε πειραματιστεί με τη φόρμα, όπως στο «Timekeepers of Eternity». Τι είδους κινηματογραφική γλώσσα αναζητήσατε στο «Μπιτσκόμπερ»;

Δεν ξεκινάω ποτέ από τη φόρμα ως αυτοσκοπό. Με ενδιαφέρει να προκύπτει από την ίδια την ιστορία· εγώ προσπαθώ να παραμένω ανοιχτός στον πειραματισμό. Το The Timekeepers of Eternity, παρότι πειραματικό στη φόρμα, έχει και μια έντονα mainstream βάση, ξεκινά από τον Stephen King και συνομιλεί με την επιστημονική φαντασία, τον τρόμο και με την αισθητική των παλιών B-movies. Στο Μπιτσκόμπερ αναζητούσα μια γλώσσα που να μπορεί να χωρέσει αυτή την αμφισημία του χαρακτήρα, κάτι που να κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φαντασιακό. Υπάρχει μια συνειδητή χρήση στοιχείων που παραπέμπουν σε πιο παλιές κινηματογραφικές φόρμες, αλλά όχι με νοσταλγική διάθεση. Περισσότερο ως ένας τρόπος να δημιουργηθεί μια απόσταση, ένα πεδίο όπου ο θεατής μπορεί να κινηθεί ελεύθερα ανάμεσα στο πραγματικό και στο επινοημένο. Αυτό ίσως είναι για μένα και το σημείο όπου συναντιέται η ταινία με τον κόσμο του Καββαδία.

 

 

Η πορεία της ταινίας ξεκίνησε από φεστιβάλ στο εξωτερικό πριν φτάσει στην Ελλάδα. Πώς ήταν αυτή η διαδρομή και ποιες οι αντιδράσεις του κοινού;

Ξεκινήσαμε την πορεία μας από την Αργεντινή, και αυτά τα ταξίδια είναι πολύτιμα γιατί σου αποκαλύπτουν πώς επικοινωνεί η ταινία σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια. Βλέπεις πώς αλλάζει η ανάγνωσή της από τόπο σε τόπο, τι παραμένει σταθερό και τι μετατοπίζεται. Αυτό που διαπίστωσα είναι ότι, παρόλο που η ταινία έχει πολύ συγκεκριμένες πολιτισμικές αναφορές, ο πυρήνας της, η ανάγκη για φυγή, η κατασκευή μιας ταυτότητας μέσα από αφηγήσεις, επικοινωνεί με τρόπους που δεν περιορίζονται γεωγραφικά. Η ευκαιρία να συνοδεύσω την ταινία σε αυτή τη διαδρομή είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα, και μου δίνει δύναμη για τα επόμενα σχέδια.

Πώς βρίσκει μια ανεξάρτητη ελληνική ταινία τον δρόμο της προς τις κινηματογραφικές αίθουσες;

Με δυσκολία και επιμονή. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος δρόμος· κάθε ταινία χαράζει τη δική της πορεία. Στην πράξη, όμως, αυτό σημαίνει πολύ χρόνο, αβεβαιότητα και συνεχή διαπραγμάτευση - οικονομική, δημιουργική, ακόμα και ψυχολογική. Είναι μια διαδικασία που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη συλλογικότητα. Στην αντοχή των συνεργατών, στην επιμονή της παραγωγής, στην πίστη ότι η ταινία πρέπει να φτάσει στο κοινό της. Συχνά αυτό γίνεται παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες κόντρα σε οποιαδήποτε λογική βιωσιμότητας.

Σε μια εποχή που οι περισσότεροι βλέπουμε ταινίες σε πλατφόρμες, τι σημαίνει για εσάς το να προβάλλεται μια ταινία στην αίθουσα και να ταξιδεύει σε πόλεις;

Η αίθουσα παραμένει για μένα ο φυσικός χώρος του κινηματογράφου, όχι μόνο ως μέσο προβολής αλλά ως εμπειρία. Είναι ένας τόπος συγκέντρωσης, όπου η ταινία αποκτά μια άλλη ένταση επειδή μοιράζεται ταυτόχρονα από πολλούς. Το βίωσα και εγώ στις προβολές μας που ένιωθα τη συγκίνηση του κοινού και με έσπρωχνε και εμένα, παρότι εγώ την ξέρω την ταινία σε όλες τις λεπτομέρειες. Το να ταξιδεύει η ταινία σε διαφορετικές πόλεις έχει κάτι πολύ ουσιαστικό, σχεδόν επιστρέφει στην ίδια τη θεματική της. Είναι σαν να συνεχίζει το δικό της ταξίδι, βρίσκοντας κάθε φορά ένα νέο κοινό, μια νέα συνάντηση.

 

 

Συντελεστές

 

Ηθοποιοί: Χρήστος Πασσαλής, Αλίκη Ανδρειωμένου, Στάθης Κόκκορης, Σωτήρης Μπέλσης, Λευτέρης Πολυχρόνης, Ελένη Καραγεώργη, Γιούλα Μπουντάλη, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Αχιλλέας Χαρίσκος, Ακύλλας Καραζήσης

Σενάριο: Αριστοτέλης Μαραγκός, Χρυσούλα Κοροβέση

Σκηνοθεσία: Αριστοτέλης Μαραγκός

Παραγωγός: Κωνσταντίνος Κουκούλης

Executive Producer: Φένια Κοσοβίτσα

Συμπαραγωγοί: Αριστοτέλης Μαραγκός, Βίκυ Μίχα, Αλέξης Αναστασιάδης

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιώργος Καρβέλας

Μοντάζ: Θοδωρής Αρμάος

Κόλοριστ: Δημήτρης Μανουσιάκης

Κάστινγκ: Κλεοπάτρα Αμπατζόγλου

Κοστούμια: Χριστίνα Λαρδίκου

Σκηνικά: Σταύρος Λιόκαλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Άννα Νικολάου

Διεύθυνση Παραγωγής: Χάρης Τσαμπάς

Μακιγιάζ: Χαρά Βασιλειάδη

Μουσική: Randall Taylor

Ηχοληψία: Τάσος Καραδέδος

Μια παραγωγή της ΠLANKTON σε συμπαραγωγή με EKK, ΕΡΤ, ASTERISK*, FRENEL και BLONDE

Διάρκεια: 92’

Προβολές

 

Αίθουσα Σταύρος Τορνές, Λιμάνι Θεσσαλονίκης: 19 με 25 Μαρτίου - 20:00

Στην προβολή το Σάββατο 21 Μαρτίου θα παρίσταται ο σκηνοθέτης και θα συνομιλήσει με το κοινό.

Χρύσα Νάνου

Tελευταίες Ειδήσεις
Διαβάστε Περισσότερα
Ιστορίες που ενώνουν: Η Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης στη Θεσσαλονίκη
Πολιτισμός18.03.26 | 05:00
Χρύσα ΝάνουΙστορίες που ενώνουν: Η Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης στη Θεσσαλονίκη