Αυτή η νοοτροπία, που για χρόνια χαρακτήρισε τον τρόπο δράσης και κατ’ επέκταση την οικονομική και πολιτική λειτουργία της Μακεδονίας και της Θράκης, είχε ως αποτέλεσμα η ευρύτερη περιοχή να μην αξιοποιήσει ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά της, όπως είναι η γεωγραφική της θέση στο κέντρο των Βαλκανίων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ενώ η Βόρεια Ελλάδα γειτνιάζει με σχεδόν όλα τα κράτη της βαλκανικής ενδοχώρας, εν τούτοις οι δυνατότητες συνεργασίας και οικονομικής διασύνδεσης δεν αξιοποιήθηκαν στον βαθμό που θα μπορούσαν.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, φαίνεται πως ο αναπτυξιακός της ορίζοντας διευρύνεται χάρη σε μια διαφορετική αντίληψη που υιοθετείται. Στον πυρήνα της νέας προσέγγισης των πραγμάτων βρίσκεται η άποψη πως σταδιακά η Μακεδονία και η Θράκη μπορούν να εξελιχθούν σε γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Βασικό στοιχείο αυτής της νέας στρατηγικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η ανάπτυξη συνεργασιών με τις γειτονικές χώρες. Δυο χαρακτηριστικά που έλειψαν για δεκαετίες, με αποτέλεσμα η Θεσσαλονίκη να παριστάνει πως είναι η «Μητρόπολη» των Βαλκανίων, δίχως ποτέ να μπορεί να υπηρετήσει το συγκεκριμένο ρόλο. Τα «πως» και τα «γιατί» είναι γνωστά και έχουν αναλυθεί ουκ ολίγες φορές.
Η Βόρεια Ελλάδα βλέπει πάνω από τα βόρεια σύνορά της
Πλέον αυτό αλλάζει αφού η Βόρεια Ελλάδα στρέφει το βλέμμα της πάνω από τα βόρεια σύνορα της χώρας, επιδιώκοντας να ενισχύσει τις σχέσεις της με τα κράτη των Βαλκανίων και να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο στην οικονομική και αναπτυξιακή δυναμική της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ειδικότερα σε μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή συνεργασία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το εμπόριο, τις μεταφορές, την ενέργεια και τις επενδύσεις, η Μακεδονία και η Θράκη επιχειρούν να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματά τους και να αναδειχθούν σε κόμβο διασύνδεσης ανάμεσα στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια.
Η στρατηγική αυτής της εξωστρέφειας βασίζεται πάνω σε στέρεα θεμέλια. Πρώτα από όλα η γεωγραφική θέση της Βόρειας Ελλάδας την καθιστά φυσική πύλη που συνδέει το Αιγαίο με τις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Επιπρόσθετα οι οδικοί και σιδηροδρομικοί άξονες που διασχίζουν την περιοχή, σε συνδυασμό με τα σημαντικά λιμάνια της, δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε να λειτουργήσει ως βασικός διάδρομος μεταφορών και εμπορίου για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, η ανάπτυξη των βαλκανικών οικονομιών και η αυξανόμενη ανάγκη για νέες εμπορικές διαδρομές καθιστούν ακόμη πιο σημαντικό τον ρόλο που μπορεί πραγματικά να διαδραματίσει η συγκεκριμένη περιοχή.
Νέοι οικονομική και επιχειρηματικοί δεσμοί με τα Βαλκάνια
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής εντάσσεται και η πρόσφατη αποστολή που διοργάνωσε το Υφυπουργείο Εσωτερικών (Τομέας Μακεδονίας – Θράκης) στη Σόφια. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αποτέλεσε μια ουσιαστική προσπάθεια ενίσχυσης της συνεργασίας ανάμεσα σε φορείς της Βόρειας Ελλάδας και της Βουλγαρίας, με στόχο τη δημιουργία νέων οικονομικών και επιχειρηματικών δεσμών. Γι’ αυτόν το λόγο στην αποστολή συμμετείχαν εκπρόσωποι από σημαντικούς παραγωγικούς και θεσμικούς φορείς της Βόρειας Ελλάδας όπως για παράδειγμα των λιμανιών της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης, καθώς και επιμελητήρια, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας.
Η παρουσία αυτών των φορέων υπογραμμίζει ότι η προσπάθεια δεν περιορίζεται μόνο σε επίπεδο πολιτικής συνεργασίας, αλλά στοχεύει κυρίως στη δημιουργία ενός πλαισίου πρακτικών συνεργειών στον τομέα των επενδύσεων, του εμπορίου, της έρευνας και των υποδομών. Σε τομείς, δηλαδή, που υπάρχει πρόσφορο έδαφος συνεργασίας. Επιπρόσθετα, η υπογραφή τριών μνημονίων συνεργασίας μεταξύ φορέων των δύο χωρών αποτέλεσε ένα πρώτο σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργώντας τις βάσεις για την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών στο μέλλον.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει και το γεγονός πως η συνεργασία Ελλάδας και Βουλγαρίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της συμμετοχής των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή αυτή διάσταση διευκολύνει τη χρηματοδότηση διασυνοριακών προγραμμάτων και την ενίσχυση των εμπορικών ροών ανάμεσα στις δύο πλευρές των συνόρων. Ροές οι οποίες απλοποιούνται μετά την ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ
Από Σόφια στο Βελιγράδι
Σε αυτή την διαδικασία πρωταγωνιστικός είναι ο ρόλος της Θεσσαλονίκης, η οποία λειτουργεί ως το οικονομικό και εμπορικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας. Η πόλη φιλοξενεί σημαντικές επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, ενώ το λιμάνι της αποτελεί μία από τις βασικές πύλες εισόδου και εξόδου εμπορευμάτων προς τις αγορές των Βαλκανίων.
Όσον αφορά τα επόμενα βήματα, η στρατηγική εξωστρέφειας του ΥΜΑΘ συνεχίζεται με επόμενο σταθμό τη Σερβία και το Βελιγράδι στις 30 και 31 Μαρτίου. Πρόκειται για ένα τολμηρό βήμα που οικοδομεί ένα πλέγμα συνεργασίας και δείχνει ότι η Βόρεια Ελλάδα έχει τις βάσεις να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της στον ευρύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό χάρτη των Βαλκανίων. Και όχι άδικα αν αναλογιστεί κανείς ότι η ανάπτυξη ισχυρών δεσμών με τις γειτονικές χώρες μπορεί να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα, να προσελκύσει νέες επενδύσεις και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας.
Ο οικονομικός αντίκτυπος
Η οικονομική αποτίμηση τέτοιων πρωτοβουλιών δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια, καθώς τα μνημόνια συνεργασίας που υπογράφονται στο πλαίσιο τέτοιων αποστολών δεν έχουν άμεση χρηματική αξία, όπως συμβαίνει με μια μεγάλη ή μικρή επένδυση. Αποτελούν κυρίως ένα θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας που μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένες επιχειρηματικές συμφωνίες και επενδύσεις τα επόμενα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, το οικονομικό αποτύπωμα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας μπορεί να εκτιμηθεί μέσα από τη συνολική δυναμική των οικονομικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Για παράδειγμα το διμερές εμπόριο των δύο χωρών τα τελευταία χρόνια ξεπερνά τα 4 έως 5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, γεγονός που καθιστά τη Βουλγαρία έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας. Εάν πρωτοβουλίες όπως αυτές που αναπτύσσονται μέσω των επαφών του Υφυπουργείου Μακεδονίας και Θράκης συμβάλουν στην αύξηση αυτών των εμπορικών ροών ακόμη και κατά ένα μικρό ποσοστό, τότε το πρόσθετο οικονομικό όφελος θα μπορούσε να φτάσει σε βάθος χρόνου τα 500 εκατομμύρια ευρώ και υπό προϋποθέσεις ακόμα και το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι μιλάμε για πρόσβαση σε μια αγορά περίπου 65–70 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Σε κάθε περίπτωση, η πραγματική αξία τέτοιων πρωτοβουλιών δεν περιορίζεται μόνο στο άμεσο οικονομικό αποτέλεσμα, αλλά αφορά κυρίως τη μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της γεωοικονομικής θέσης της Μακεδονίας και της Θράκης. Με λίγα λόγια η ενίσχυση των συνεργασιών με τις βαλκανικές χώρες μπορεί να δημιουργήσει νέες εμπορικές διαδρομές, να προσελκύσει επενδύσεις και να μετατρέψει τη Βόρεια Ελλάδα σε έναν δυναμικό κόμβο οικονομικής δραστηριότητας για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.







