Το 1928 ξεκίνησε η προσπάθεια του Στάλιν για την εκβιομηχάνιση της ΕΣΣΔ και τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα. Η στρατηγική αφορούσε την εκτατική ανάπτυξη, κυρίως της βιομηχανίας, με στόχο κάθε σοβιετική δημοκρατία να παράγει με βάση τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Η στρατηγική ήταν κεντρικά κατευθυνόμενη για ταχεία εκβιομηχάνιση αλλά και στρατιωτική ενίσχυση.
Η απόλυτη προτεραιότητα δόθηκε στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας (πχ. παραγωγή χάλυβα, άνθρακα, ηλεκτρικής ενέργειας) και της πολεμικής βιομηχανίας. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία τεράστιων βιομηχανικών συμπλεγμάτων σε συγκεκριμένες περιοχές, συχνά εις βάρος άλλων τομέων όπως η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Στο σύστημα της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας, οι παραγωγικές μονάδες στις διάφορες δημοκρατίες ήταν αλληλεξαρτώμενες μέσω της αλυσίδας παραγωγής αξίας. Για παράδειγμα. το εργοστάσιο Lada στην Μόσχα χρησιμοποιούσε καθρέφτες που κατασκευάζονταν στο Καζακστάν, ελαστικά που κατασκευάζονταν στην Ουκρανία κλπ. (τυχαία τα ονόματα). Να σημειώσουμε ότι σημαντικό μέρος της βαριάς βιομηχανίας εγκαταστάθηκε στις δημοκρατίες της ανατολής και αυτό είχε ως αποτέλεσμα πέραν της περιφερειακής ανάπτυξης αυτών των περιοχών και την κατασκευή υποδομών που θα διευκόλυναν την διακίνηση των αγαθών. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην περίοδο ανασυγκρότησης της ΕΣΣΔ, συνεχίσθηκε από τον Στάλιν (μέχρι τον θάνατ;o του) η ίδια στρατηγική.
Δεν είναι στόχος του άρθρου να αναφερθώ στις μεθόδους που ακολούθησε ο Στάλιν για την εφαρμογή της στρατηγικής του. Όμως εκ του αποτελέσματος, η βίαιη προσαρμογή της υπανάπτυκτης μέχρι τότε οικονομίας οδήγησε αναμφίβολα στον εκσυγχρονισμό της, πάντα με βάση τα επικρατούντα στην τότε εποχή.
Η οικονομική επιστήμη μάς λέει ότι μετά την εκτατική επέκταση της βιομηχανίας και του αγροτικού τομέα ακολουθεί η στρατηγική της εμβάθυνσης (deepening), δηλαδή o εκσυγχρονισμός της παραγωγής με την υιοθέτηση νεών τεχνολογιών και καινοτομιών για την παραγωγή νεών και ποιοτικά βελτιωμένων αγαθών. Όμως, στην ΕΣΣΔ η συνέχεια δεν ήταν αυτή. Η τεχνολογία παραγωγής παρέμενε στα επίπεδα εποχής Στάλιν. Ο κεντρικός σχεδιασμός έγινε πολύ πιο άκαμπτος με βασικό, ίσως και μοναδικό, στόχο την αύξηση της παραγόμενης ποσότητας. Παράλληλα, η περιφερειακή πολιτική επικεντρώθηκε στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Σιβηρίας, δημιουργώντας μια "μονοκαλλιέργεια" πετρελαίου και πρώτων υλών που στήριξε την οικονομία βραχυπρόθεσμα αλλά οδήγησε σε παραγωγική στασιμότητα και άφησε πίσω της τεράστια δομικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Και όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, τα οφέλη καρπώθηκε η Ρωσία και όχι οι δημοκρατίες της Σιβηρίας.
Γιατί όμως η Σοβιετική εξουσία δεν προχώρησε στο επόμενο βήμα της εμβάθυνσης; Εάν μελετήσουμε την ιστορία της Ρωσίας θα δούμε ότι σε όλες τις περιόδους στόχος της ελίτ, είτε τσαρικής είτε κομμουνιστικής, ήταν η απομύζηση των πόρων των υπολοίπων περιοχών από την ίδια την Ρωσία. Η Ρωσία είναι η περιοχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας δυτικά των Ουραλίων. Οι υπόλοιπες περιοχές της Ρωσικής αυτοκρατορίας και της ΕΣΣΔ λειτουργούσαν ως ξενιστές, από την οικονομία και τους πόρους των οποίων ζούσε η Ρωσία. Η μόνη περίοδος που έγινε προσπάθεια να σπάσει αυτή η παράδοσή ήταν επί Στάλιν η οποία όμως στην συνέχεια εγκαταλείφθηκε και η Ρωσία επανήλθε στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της.
Αν δούμε τα στατιστικά στοιχεία, επιβεβαιώνεται την παραπάνω θέση. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1992, η Ρωσία είχε το συντριπτικά υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από όλες τις υπόλοιπες δημοκρατίες, ακόμη και από αυτές που ήταν παραγωγοί πετρελαίου. Είναι χαρακτηριστική η περιφερειακή ανισότητα, με τις χώρες της ανατολικής ΕΣΣΔ να έχουν συντριπτικά χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα. Για παράδειγμα, το κατά κεφαλήν εισόδημα του Τατζικιστάν ανερχόταν μόλις στο 10% του αντίστοιχου της Ρωσίας. Αλλά και πλούσιες σε πόρους δημοκρατίες, όπως η Αρμενία και η Γεωργία, είχαν κατά κεφαλήν εισόδημα 20%-25% του αντίστοιχου της Ρωσίας. Να τονίσουμε και την περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν, μια περιοχή με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου με κατά κεφαλήν εισόδημα μόλις στο 5% του Ρωσικού.
Η διάλυση της ΕΣΣΔ ωφέλησε σε σημαντικό βαθμό τις δημοκρατίες που απομακρύνθηκαν από την Ρωσική επιρροή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι χώρες της Βαλτικής, οι οποίες, μετά την είσοδο τους στην ΕΕ το 2004, γνώρισαν εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη, με κατά κεφαλήν εισόδημα αναπτυγμένης πλέον χώρας, όπως φαίνεται στον πίνακα. Οι χώρες της ανατολικής τέως ΕΣΣΔ αναπτύχθηκαν επίσης με γρήγορο ρυθμό, κυρίως λόγω της συνεργασίας τους με την Κίνα. Αντίθετα, η Ρωσική Ομοσπονδία αναπτύχθηκε κυρίως μέσω της εκμετάλλευσης των φυσικών της πόρων όπως πετρέλαιο, φυσικό αέριο και μεταλλεύματα, το μοντέλο της εποχής Μπρέζνιεφ! Για τον λόγο αυτό, το κατά κεφαλήν εισόδημα της εξαρτάται αποκλειστικά από τις τιμές των πόρων αυτών στις αγορές. Το ίδιο ισχύει και με την Λευκορωσία, χώρα πλήρως συνδεδεμένη, έως και υποτελής, με την Ρωσία. Η Ρωσία πλέον απομυζά τις πλούσιες σε πόρους περιοχές της Σιβηρίας που είναι μέλη της Ρωσικής Ομοσπονδίας!
Συμπερασματικά, η Ρωσία, ιστορικά, χρησιμοποίησε όλες τις περιοχές, με τις οποίες συνδέθηκε, ως ξενιστές προκειμένου να απομυζά τον πλούτο τους. Η μοναδική ίσως περίοδος που έγινε μια προσπάθεια για μείωση της περιφερειακής ανισότητας ήταν η περίοδος του Στάλιν, με τη δημιουργία ενός οικονομικού δικτύου παραγωγής, ένα πρωτόλειο του global value chain, που είδαμε στην παγκόσμια οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες. Η παρακμή της ΕΣΣΔ μετα το 1960 οδήγησε ξανά στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της Ρωσίας. Απομύζηση των υπόλοιπων σοσιαλιστικών δημοκρατιών. Αυτές οι δημοκρατίες απελευθερώθηκαν από την Ρωσία μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ, απολαμβάνοντας πλέον υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Σήμερα η Ρωσία απομυζά τις υπόλοιπες περιοχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Δεν είναι τυχαίο ότι εκτός της Λευκορωσίας, όλες οι υπόλοιπες χώρες έχουν αποκοπεί ή αποκόπτονται από την Ρωσία.

*O κ. Νίκος Χ. Βαρσακέλης είναι Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ












