Ένας ακόμη νεκρός. Ένα μαχαίρι. Μια οπαδική διαφορά. Η τραγωδία στην Καλαμαριά δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι το πιο σκληρό σύμπτωμα μιας βίας που δεν εξαφανίστηκε ποτέ, απλώς μετακινήθηκε από τις εξέδρες των γηπέδων στις γειτονιές των πόλεων.
Τα τελευταία χρόνια η πολιτεία διαφήμισε μέτρα για την αντιμετώπιση της βίας στα στάδια: κάμερες, ηλεκτρονικά εισιτήρια, περιορισμούς στις μετακινήσεις οπαδών, αυστηρότερες ποινές. Στα χαρτιά, το γήπεδο έγινε πιο ελεγχόμενος χώρος. Στην πράξη όμως, η ένταση δεν εξαφανίστηκε. Απλώς βρήκε άλλους χώρους να εκδηλωθεί.
Σήμερα οι συγκρούσεις δεν γίνονται στις εξέδρες. Γίνονται σε δρόμους, σε πλατείες, έξω από καφέ και σχολεία, ακόμη και σε τυχαίες συναντήσεις ανθρώπων που απλώς έτυχε να φορούν τα «λάθος» χρώματα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι πρωταγωνιστές είναι όλο και νεότεροι άνθρωποι.
Η εικόνα επαναλαμβάνεται με τρομακτική κανονικότητα: παρέες νεαρών, μαχαίρια στις τσέπες, μια, τυχαία ή μη, συνάντηση με «αντίπαλους» οπαδούς και μέσα σε δευτερόλεπτα η ένταση μετατρέπεται σε αιματηρή συμπλοκή. Η ανθρώπινη ζωή μοιάζει να αξίζει λιγότερο από ένα σύνθημα ή ένα χρώμα κασκόλ.
Κάπου εδώ όμως τελειώνουν οι εύκολες δικαιολογίες. Δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο. Δεν είναι μόνο οι σύνδεσμοι και σίγουρα δεν είναι «η κακιά στιγμή». Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά την ίδια την κοινωνία. Υποχρεούμαστε να επανακαθορίσουμε τις σχέσεις μας, τα σπίτια μας, το εκπαιδευτικό μας σύστημα, τα πρότυπά μας.
Διότι όλο και περισσότεροι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η βία παρουσιάζεται ως μέσο επιβολής, η επιθετικότητα ως απόδειξη δύναμης και η ένταξη σε μια «ομάδα» ως τρόπος να αποκτήσει κάποιος ταυτότητα. Όταν λείπουν τα όρια και η ουσιαστική καθοδήγηση, τότε μια φανέλα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε σημαία πολέμου.
Η οπαδική ταυτότητα γίνεται άλλοθι για κάτι πολύ μεγαλύτερο: για την ανάγκη κάποιων νέων να νιώσουν ισχυροί, να ανήκουν κάπου, να επιβληθούν. Όταν αυτή η ανάγκη συνδυάζεται με θυμό λόγω αίσθησης ματαίωσης, απόρριψης ή περιθωριοποίησης και μια κουλτούρα ανοχής στη βία, το αποτέλεσμα είναι αυτό που ζούμε ξανά και ξανά.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα κοινωνικά δίκτυα συχνά λειτουργούν ως επιταχυντής. Η αντιπαλότητα διογκώνεται, οι προσβολές πολλαπλασιάζονται και οι συγκρούσεις οργανώνονται ακόμη και διαδικτυακά πριν μεταφερθούν στον πραγματικό κόσμο.
Κάθε φορά η κοινωνία συγκλονίζεται, τα δελτία ειδήσεων γεμίζουν αναλύσεις και οι αρχές υπόσχονται νέα μέτρα. Μέχρι το επόμενο περιστατικό.
Η αλήθεια όμως είναι σκληρή: δεν μπορείς να λύσεις ένα κοινωνικό πρόβλημα μόνο με αστυνομικά μέτρα. Αν οι νέοι μαθαίνουν ότι η βία είναι αποδεκτός τρόπος επίλυσης διαφορών, τότε αργά ή γρήγορα θα τη χρησιμοποιήσουν είτε στο γήπεδο είτε στον δρόμο. Και τότε δεν θα μιλάμε απλώς για «οπαδική βία». Θα μιλάμε για μια κοινωνία που αποτυγχάνει να προστατεύσει τα ίδια της τα παιδιά.
Όταν παιδιά κυκλοφορούν με μαχαίρια για να υπερασπιστούν μια ομάδα, κάτι έχει ήδη πάει πολύ λάθος πριν φτάσουμε στο γήπεδο. Αν δεν αναρωτηθούμε σοβαρά πώς φτάσαμε ως εδώ, τότε η επόμενη τραγωδία δεν θα είναι «κακιά στιγμή», θα είναι απλώς θέμα χρόνου.









