Μία έκθεση που επιμελήθηκαν άνθρωποι με κοινό παρονομαστή την ηλικία των 65+ και μια εφηβική – δημιουργικά— διάθεση, με διαφορετικά βιώματα, σπουδές και επαγγελματικές διαδρομές και με συνεκτικό στοιχείο την αγάπη για την τέχνη, την αισθητική και τη δημιουργία.
Η καλλιτεχνική διευθύντρια του MOMUS–Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Θούλη Μισιρλόγλου, που είχε την επιστημονική εποπτεία – συντονισμό του πρωτότυπου αυτού εγχειρήματος, μιλά για τις συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε η αρχική ιδέα: «Το 2021 εν μέσω πανδημίας στο Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, ήθελα να δοκιμάσω λίγο πιο πειραματικούς και συμμετοχικούς τρόπους σε διάφορα επίπεδα αλλά και στην επιμέλεια. Τότε έγινε η πρώτη δοκιμή και ήταν ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον πείραμα εμπλοκής πολιτών, ανθρώπων που είχαν διαφορετική σχέση με την τέχνη, αλλά όχι επαγγελματική». Το ενδιαφέρον εκείνης της εμπειρίας δεν εξαντλήθηκε στα αποτελέσματά της. Αντίθετα, λειτούργησε ως υπόσχεση συνέχειας.

Για τη νέα εκδοχή του Together We Curate! το MOMUS–Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης απευθύνθηκε σε άτομα άνω των 65 ετών, στο πλαίσιο προγραμμάτων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης. Ωστόσο, η Θούλη Μισιρλόγλου αποστασιοποιείται από μια απλοϊκή ανάγνωση του ηλικιακού χαρακτηριστικού: «Δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ η ηλικία των συμμετεχόντων όσο ότι είναι άνθρωποι που έχουν χρόνο και θέλουν να εμπλακούν σε πράγματα του Μουσείου σαν μια δραστηριότητα δική τους. Επίσης όλη η εμπειρία που κουβαλούν —και λόγω της ηλικίας και λόγω της ζωής τους— είναι πολύ χρήσιμη στο να δημιουργηθεί μια σχέσηδιαδραστική με το κομμάτι του Μουσείου που είναι πολύ σταθερό — δηλαδή τη συλλογή».
Η συλλογή, σε αυτή την περίπτωση, δεν αντιμετωπίζεται ως ιερό αρχείο αλλά ως «δεξαμενή». «Μας ενδιέφερε να δούμε πώς, με ποιους τρόπους, βλέπει κανείς να συνδέεται ένα έργο τέχνης με τη ζωή του στην πραγματικότητα, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Το εργαστήριο δεν είχε διδακτικό χαρακτήρα με τη στενή έννοια. Ο στόχος δεν ήταν να τους μάθουμε κάτι. Ήταν και εμείς να μάθουμε μέσα από αυτό, να έχουμε δηλαδή μια ανταλλαγή», εξηγεί η κ. Μισιρλόγλου και προσθέτει: «Οι συναντήσεις ήταν δομημένες —κάθε Πέμπτη, τρεις ώρες— αλλά το περιεχόμενο έμενε ανοιχτό.Στην αρχή βάλαμε τους συμμετέχοντες στην πραγματικότητα του Μουσείου, μετά της συλλογής, μέσα από τους καταλόγους, με συζητήσεις. Στη συνέχεια βγάλαμε τα έργα που σε πρώτη φάση διάλεξαν ώστε να τα δουν από κοντά. Γιατί είναι και μια άλλη εμπειρία να βλέπεις ένα έργο σε κατάλογο και άλλο να έχεις μπροστά σου το πραγματικό. Από εκεί και πέρα, το εργαστήριο μεταφέρθηκε στον ίδιο τον εκθεσιακό χώρο ώστε να δούμε τη σχέση και με τα έργα, αλλά και με την αρχιτεκτονική. Το τι σημαίνει κάνω μια έκθεση σε ποιο χώρο και πώς ο χώρος επηρεάζει αυτό που θέλω να πω. Ο χώρος ήταν δεδομένος. Αυτό βάζει κάποια αρχιτεκτονικά δεδομένα που επηρεάζουν πάρα πολύ τη μορφή μιας έκθεσης, ακόμη και πρακτικά ζητήματα όπως για παράδειγμα να χωράει ένα έργο στην αίθουσα».
Συναπόφαση VS εξουσίας
Ο τίτλος της έκθεσης —«65+ Η εφηβεία μιας εικαστικής επιμέλειας»— προέκυψε μέσα από συλλογική διαδικασία. «Υπήρχε συναπόφαση σε όλη τη διαδικασία. Από τα έργα, μέχρι τα νοήματα, μέχρι τον τίτλο. Κι έχει και ενδιαφέρον πώς δίπλα στο 65+η έννοια της “εφηβείας” λειτούργησε ανατρεπτικά. Διότι ήταν έφηβοι ως προς την επιμέλεια, ήταν κάτι καινούργιο γι αυτούς», παρατηρεί η Θούλη Μισιρλόγλου.

Θούλη Μισιρλόγλου
Η ίδια αναγνωρίζει τα ενδιαφέροντα ζητήματα που άνοιξαν μέσα από τη συμμετοχική αυτή διαδικασία στο πλαίσιο ενός μουσείου: «Το μουσείο έχει εξουσία. Υπάρχει πάντα μια διαβάθμιση εξουσίας. Αυτό το πρόγραμμα δεν μπορεί να την ανατρέψει πλήρως, αλλά την αμφισβητεί. Και αυτό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, είναι ένας εκδημοκρατισμός, γιατί φέρνει άλλες φωνές, μια πολυφωνία που δεν την έχει αναγκαστικά ένας επιμελητής».Η εμπειρία αυτή άλλαξε και τη δική της ματιά στη συλλογή. «Δεν θα έβαζα ενδεχομένως κάποια έργα στην έκθεση. Θα έκανα ίσως ένα πιο σφιχτό πράγμα. Μου άρεσε όμως που διάλεξαν έργα που δεν περίμενα, και που μέσα στο context που δημιουργήθηκε έγιναν πολύ σημαντικά. Περισσότερο όμως από την αισθητική έχει σημασία η ανθρώπινη διάσταση. Η προσωπική εμπλοκή δημιουργεί άλλη σχέση. Δεν είναι πια το κοινό απέναντί μας ως αφηρημένη έννοια. Είναι άνθρωποι που γνωρίζεις. Και εκεί υπάρχει πάντα ένας βαθμός έκπληξης».

Για τη Θούλη Μισιρλόγλου, το εγχείρημα εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη σύγχρονη μουσειακή δεοντολογία.«Διάβαζα πάρα πολύ για μια ανανεωμένη ηθική δεοντολογία των μουσείων. Η συμπερίληψη δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους με αναπηρίες. Είναι σε πάρα πολλά επίπεδα. Και για ένα δημόσιο μουσείο, όπως το MOMUS αυτή η ευθύνη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι συλλογές δεν είναι ιδιοκτησία μας. Η νοηματοδότησή τους έχει να κάνει με την κοινωνία».

Επιστημονική εποπτεία – συντονισμός: ΘούληΜισιρλόγλου, καλλιτεχνική διευθύντρια MOMUS-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
Επιμέλεια έκθεσης / Μέλη του εργαστηρίου: Δημήτρης Αλεξάνδρου, Φένια Ανυφαντάκη, Τία Βανίδη, Δημήτρης Γεωργίου, Χριστίνα Δάρδα, Τασούλα Ιγνατάκη, Μαρία Καμπουρίδου, Δημήτρης Κανονίδης, Αγγέλα Κολοκοτρώνη, Αλέξανδρος Κολοκοτρώνης, Νικολέτα Λαζαρίδου, Τίνα Μπερτζελέτου, Μεταξένια Νικολαΐδου, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Καίτη Παπαδημητρίου, Γεωργία Παπαχρήστου, Χρήστος Παπαχρήστου, Έφη Πέτρου, Δήμητρα Πολυχρονίδου, Καλλιρρόη Σαραντιάδου, Κυριακή Σιδηροπούλου, Χαρούλα Συλλαίου-Μισιρλόγλου, Γλύκα Φίστα-Ράσογλου, Άσπα Χαρίση
Αρχιτεκτονική και γραφιστική μελέτη: Στέργιος Γαλίκας, Post- SpectacularOffice
Το έργο υλοποιείται στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – NextGenerationEU.
MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (εντός ΔΕΘ-HELEXPO)
Εγκαίνια: Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026, 18:00
Διάρκεια έκθεσης: έως 15 Μαρτίου 2026








