Τα πραξικοπήματα άλλαζαν τους συσχετισμούς των δυνάμεων στο εσωτερικό του στρατεύματος μέσω των αποτάξεων. Ο Εθνικός Διχασμός που ενθυλακώθηκε και στις Ένοπλες Δυνάμεις, στο μεγαλύτερο μέρος του ξεπεράστηκε όταν Βασιλόφρονες και Βενιζελικοί αξιωματικοί συνασπίστηκαν κατά του κοινού εχθρού, των κομμουνιστών.
Το αποτυχημένο κίνημα του 1935 με τους περίπου 1300 απότακτους βενιζελικούς αξιωματικούς, αποτέλεσε την τομή όχι μόνον στην πορεία του στρατεύματος, αλλά και στις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν. Ο αριθμός των αποτάκτων ήταν μεγάλος σε ένα σώμα περίπου 4500 αξιωματικών. Ήταν επόμενο όλοι αυτοί να αποτελέσουν την κρίσιμη μάζα για τους στρατούς της Κατοχής, δηλαδή του Εθνικού Στρατού που υπαγόταν στην κυβέρνηση του Καϊρου, του ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Υπολογίζεται πως η πλειοψηφία των βενιζελικών αποτάκτων που παρέμεινε στην Ελλάδα, από τις αρχές του 1944 άρχισε να στελεχώνει τα Τάγματα Ασφαλείας. Ας σημειωθεί πως στην ιδρυτική τους διακήρυξη τα Τάγματα δηλώνουν πως θα αγωνισθούν κατά του κομμουνισμού και της επιστροφής στην Ελλάδα του Βασιλέως Γεωργίου Β’.

‘Ενας από τους απότακτους ήταν και ο Γεώργιος Πούλος. Από την αρχή της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη πρόσφερε τη συνεργασία του στους ναζί οι οποίοι τον αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα. Όμως, καθώς οι αντιστασιακές οργανώσεις ενέτειναν τη δράση τους, οι υπηρεσίες του Πούλου δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Αυτό είχε ως συνέπεια να γίνουν δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του από την πρόδρομη ΟΠΛΑ, στη δεύτερη μάλιστα ανατινάχτηκε το σπίτι του. Σε όλες τις κατεχόμενες χώρες οι συνεργαζόμενες με τους Γερμανούς εθελοντικές ομάδες θεωρούνταν τμήματα των στρατευμάτων Κατοχής και οι πράξεις εναντίον τους επέσυραν αντίποινα.
Με τη βοήθεια των γερμανικών Αρχών ο Πούλος άρχισε να συγκροτεί τον στρατό του. Τον αποτελούσαν κυρίως λούμπεν στοιχεία, κατάδικοι, άεργοι και μέλη της οργάνωσης ΕΕΕ, η οποία επί του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου είχε διαλυθεί και τα μέλη της πέρασαν κυρίως στην ΕΟΝ. Όλοι αυτοί ξαφνικά έγιναν βαθμοφόροι ενός στρατού ατάκτων με κατσαπλιάδικη νοοτροπία, κάτι που ενοχλούσε το Γερμανικό Φρουραρχείο. Μαζί με τη ληστοσυμμορία του Δάγκουλα έκαναν ζημία στην εικόνα που ήθελαν να δείχνουν οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Έτσι, στις αρχές του 1944 «απέλασαν» τον στρατό του Πούλου στη Βέροια, ο οποίος στρατωνίστηκε στο 6ο Δημοτικό σχολείο.
Αυτήν ακριβώς την περίοδο ο ΕΛΑΣ άρχισε να θεριεύει. Ήταν φυσικό οι Πουλικοί να αποτελέσουν τον στόχο τους. Έτσι μια ομάδα 25 Ελασιτών επέδραμε στο 6ο Δημοτικό σχολείο πρωί-πρωί την ώρα που άντρες του Πούλου ήταν στην ουρά για το πρωινό τους. Η επίθεση ήταν κακώς οργανωμένη και οι Ελασίτες γρήγορα χάθηκαν μέσα στα στενά. Τότε οι Πουλικοί ξέσπασαν σε όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Σκότωναν και λεηλατούσαν, ενώ μια άλλη ομάδα έπιασε τις εξόδους της Βέροιας. Ενώ φαινόταν πως η βία είχε κοπάσει και τα μαγαζιά άρχισαν να λειτουργούν και πάλι, λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και πάλι οι άτακτοι του Πούλου. Αυτή τη φορά είχαν στόχο τις εισπράξεις των καταστηματαρχών. Κανονικοί ληστές.
Έτσι δολοφόνησαν τον φούρναρη Χατζηευστράτογλου, τον Αηδίνογλου που είχε κατάστημα υφασμάτων, ενώ δολοφόνησαν και τον βιομήχανο Καζαντζίδη μαζί με τους εργάτες που τον συνόδευαν. Τέλος υποχρέωσαν ένα Βεροιώτη, τον Μανώλη Καταραχιά να μαζέψει όλα τα πτώματα και στη συνέχεια να τα ρίξει σε έναν λάκκο. Τον δολοφόνησαν κι αυτόν για να μην μιλήσει.
Αυτή η δράση των Πουλικών ήταν φυσικό να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων μέσα στην κοινωνία της Βέροιας. Με παρέμβαση του δημάρχου της πόλης Προκόπη Καμπίτογλου στον Γερμανό φρούραρχο, ο οποίος διέμενε στο επιταγμένο σπίτι του Καμπίτογλου, οι άτακτοι του Πούλου απελάθηκαν και από τη Βέροια για να καταλήξουν στην Κρύα Βρύση Γιαννιτσών και να συνεχίσουν από εκεί το εγκληματικό τους έργο. Στο μεταξύ ενισχύθηκαν με 80 Κρητικούς με επικεφαλής τον Φριτς Σούμπερτ. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1944 συμμετείχαν σε δύο μαζικά εγκλήματα των ναζί. Στη δολοφονία 149 κατοίκων του Χορτιάτη και 120 κατοίκων των Γιαννιτσών.
Για να γλιτώσουν τα αντίποινα, συντεταγμένα ακολούθησαν τα γερμανικά στρατεύματα κατά την αποχώρησή τους από την Ελλάδα. Καθ΄οδόν προς τη Γερμανία έδωσαν μάχες με τα γερμανικά στρατεύματα εναντίον των παρτιζάνων του Τίτο. Τελικά παρέμειναν στην Αυστρία όπου τους βρήκε η συνθηκολόγηση. Ο Γ. Πούλος μαζί με 200 άντρες του συνελήφθη από τους Αμερικάνους και παραδόθηκαν στις ελληνικές Αρχές το 1947. Σχεδόν όλοι οι πουλικοί αφέθηκαν ελεύθεροι και χάθηκαν, ενώ ο Πούλος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 11 Ιουνίου 1949 στου Γουδή.
Μαζί με τον Δάγκουλα και τον Βήχο υπήρξαν οι πιο αποκρουστικές μορφές της συνεργασίας με τον κατακτητή.










