Πρόκειται για την επιστροφή του καλλιτέχνη στην πόλη ύστερα από δύο δεκαετίες, με μια ενότητα έργων που εκκινούν από προσωπικές εμπειρίες, οικογενειακές αναμνήσεις και την πολυετή ενασχόλησή του με το αστικό τοπίο για να οδηγηθούν σε μια διερεύνηση της μνήμης, της ταυτότητας και της σχέσης μας με τα καθημερινά αντικείμενα.

Ο καλλιτέχνης μετατρέπει τα «άψυχα» αντικείμενα σε ένα ζωντανό εικαστικό ημερολόγιο. Φλιτζάνια, υφάσματα, σερβίτσια, μικροέπιπλα ανακαλούν αναφορές στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, χωρίς όμως να λειτουργούν απλώς ως φορείς νοσταλγίας. Η έκθεση επανατοποθετεί τα αντικείμενα ως δομικά στοιχεία σε μια αφήγηση για την ταυτότητα και τον χρόνο. Είναι ένας τρόπος να εξεταστεί «τι κουβαλάει το αντικείμενο μέσα μας».
Η αφετηρία αυτής της ενότητας έργων εντοπίζεται στο 2017, μετά την απώλεια της μητέρας του καλλιτέχνη. «Όλη αυτή η δουλειά ξεκίνησε ασυνείδητα αλλά στο τέλος έγινε συνειδητά», λέει ο ίδιος. «Μετά τον θάνατο της μητέρας μου πήγα να μαζέψω το πατρικό. Αρχίζοντας να μαζεύω τα άψυχα αντικείμενα -φλιτζανάκια, σερβίτσια, υφάσματα- και παρ’ όλη τη συναισθηματική φόρτιση ένιωσα μια συνομιλία μαζί τους, την οποία απέρριπτα χρόνια. Πίστευα ότι με τα άψυχα δεν πρέπει να συνδεόμαστε, γιατί είναι φρένο στη ζωή μας. Παρ’ όλα αυτά, το φρένο αυτό υπάρχει μπροστά και μας υπενθυμίζει συνεχώς ποιοι ήμασταν, πού είμαστε και τι κάνουμε. Ανοίγοντας την ντουλάπα βγήκανε ζωντανά πράγματα. Αναμνήσεις παιδικών χρόνων, εφηβικών χρόνων, μιας ολόκληρης ζωής που με καθόριζαν». Από εκείνη τη στιγμή, η συλλογή αντικειμένων έγινε συλλογή μνημών και η μνήμη έγινε υλικό για ζωγραφική.

Κι έτσι προέκυψε και ο τίτλος. «Τα λέω αστικά εργαλεία. Τα “αστικά” είναι για μένα η αστική οικογένεια, το νοικοκυριό. Και “εργαλεία” γιατί μου ξεκλείδωσαν έναν κόσμο ολόκληρο, ο οποίος υπήρχε και με καθόριζε», εξηγεί ο καλλιτέχνης. Η μετατόπιση από το αντικείμενο ως βάρος στο αντικείμενο ως μηχανισμό αυτογνωσίας είναι ο κεντρικός άξονας της έκθεσης. «Ξαφνικά έγινε μια επανασύνδεση, ένας επαναπροσδιορισμός της αξίας όλων αυτών των πραγμάτων», λέει. «Η αξία ενός φλιτζανιού — τι κουβαλάει αυτό το αντικείμενο σε εμάς τους ίδιους;»
Ο επιμελητής της έκθεσης, αρχαιολόγος-αρχιτέκτονας Δρ. Κώστας Πράπογλου, αναφερόμενος στον τίτλο της έκθεσης κάνει λόγο για τους «κρυμμένους μηχανισμούς που ορίζουν την ουσία ενός τόπου: τα διεισδυτικά, συχνά αθέατα εργαλεία που μας βοηθούν να πλοηγηθούμε, να ορίσουμε και να ερμηνεύσουμε τα περιβάλλοντα που κατοικούμε, καθώς και εκείνα που καθορίζουν και συνθέτουν την ίδια μας την ύπαρξη». Όπως σημειώνει ο ίδιος, «η έκθεση παρουσιάζει μια συναρπαστική διαπραγμάτευση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, το προσωπικό και το μνημειώδες».
Επτά ζωγραφικά έργα μεγάλης κλίμακας και πλήθος μικρότερων -όλα φτιαγμένα με ακρυλικό και γκουάς σε καμβά και ορισμένα με λάδι- συγκροτούν την έκθεση. Ο ίδιος περιγράφει τη διαδικασία: «Είναι χρονοβόρο το έργο. Όταν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις, ο χρόνος τρέχει γρηγορότερα. Στη ζωγραφική όμως δεν είναι μόνο να ξέρεις τι θέλεις να κάνεις. Είναι και να ξέρεις να αξιοποιήσεις τα τυχόντα που θα προκύψουν».

Τα μικρότερα έργα λειτουργούν ως σημειώσεις, στιγμιότυπα σκέψης που αντανακλούν τα μεγάλα. Η κλίμακα μεταβάλλεται, αλλά η πρόθεση παραμένει σταθερή: να καταγραφεί αυτό που δεν φωτογραφίζεται, αυτό που ζει στη μνήμη. Ο ίδιος εξηγεί: «Δεν κάνω μια αναπαράσταση των αντικειμένων. Κάνω καταγραφή αναμνήσεων. Εφόσον έχουμε να κάνουμε με μια ζωγραφική επιφάνεια, μένω στους κανόνες της τέχνης. Η τέχνη χρησιμοποιεί πράγματα για να πάει παραπέρα».
Πάνω στους καμβάδες ο Βασίλης Καρακατσάνης ενσωματώνει κρυπτογραφημένα σύμβολα, λέξεις, αρχικά γράμματα, αριθμούς, προσωπικές επισημάνσεις. «Κατά κάποιον τρόπο όλη η έκθεση είναι ένα ημερολόγιο. Καταγράφονται προσωπικές αναμνήσεις, επιθυμίες, ελπίδες. Υπάρχουν συμβουλές και σημειώσεις καθαρά δικές μου, υποδηλώνου έναν ιδιωτικό κόσμο προστατευμένο από τη δημόσια θέα», παρατηρεί.
Ο Βασίλης Καρακατσάνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, σπούδασε ζωγραφική, σκηνογραφία και θεωρία της τέχνης στις Σχολές Καλών Τεχνών Αθήνας και Βαρκελώνης. Στην έκθεση, η πόλη -και ειδικά η Αθήνα- δεν λειτουργεί ως σκηνικό. Η σχέση είναι βιωματική και ταυτόχρονα επεξεργασμένη μέσα από τη μνήμη. «Είναι η πόλη μου. Εκεί μεγάλωσα. Η Αθήνα, όπως τη ζω αλλά και όπως τη φαντάζομαι», σημειώνει ο δημιουργός.

Τα «Αστικά εργαλεία» σηματοδοτούν την επιστροφή του Βασίλη Καρακατσάνη μετά από 21 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όπου η τελευταία ατομική έκθεσή του έγινε το 2005, στην γκαλερί Ζήτα Μι. Με την πόλη τον συνδέουν ιδιαίτερες μνήμες. «Ως φοιτητής κέρδισα το Εθνικό Βραβείο για σχέδιο υφάσματος εδώ σε διαγωνισμό της Textilia», σημειώνει. Τώρα, με 105 ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό του, σε Ελλάδα, Κύπρο, Ισπανία, Ιταλία, Ινδονησία, Ισημερινό, Δανία, και αλλού, επιστρέφει. «Δεν είχα ξανακάνει ατομική έκθεση από το 2005 και το είχα ανάγκη να ξαναγυρίσω», λέει.
Η έκθεση
Αίθουσα Τέχνης Metamorfosis, Χρυσοστόμου Σμύρνης 11, Θεσσαλονίκη
Βασίλης Καρακατσάνης
«Αστικά Εργαλεία» | «Urban Tools»
- Εγκαίνια: Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026, ώρα 19:00
- Ώρες λειτουργίας: Τρίτη – Πέμπτη – Παρασκευή 11.00 – 20.30, Τετάρτη – Σάββατο 11.00 – 15.30. Κυριακή – Δευτέρα κλειστά
Διάρκεια έως 18 Απριλίου 2026








