Δημιούργημα του σκηνοθέτη Θανάση Μεγαλόπουλου και των ηθοποιών-συγγραφέων Κωνσταντίνου Μαυρόπουλου και Κωνσταντίνου Δαλαμάγκα, η παράσταση «Η ανθρώπινη μ@λ@κία που με εξουθενώνει» χρησιμοποιεί τον παραλογισμό και τον καταιγιστικό ρυθμό της κωμωδίας για να αποδομήσει τα τοξικά πρότυπα της ψηφιακής εποχής, με έναν καθρέφτη στραμμένο στο κοινό.
Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος περιγράφει την αφετηρία της παράστασης ως μια ανάγκη καλλιτεχνικής σύμπραξης των συντελεστών της: «Υπήρχε από χρόνια η ανάγκη συνεργασίας να συναντηθούμε καλλιτεχνικά με τον Κωνσταντίνο Μαυρόπουλο. Είχαμε γνωριστεί το 2014 και είχαμε κοινές αναφορές στην κωμωδία και στην κοινωνική ανάλυση της πραγματικότητας. Θέλαμε πολύ να συναντηθούμε δημιουργικά. Στο τρίο προστέθηκε ο Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, ο οποίος ήταν έτοιμος από καιρό να μπει σε αυτό το άρμα της αναζήτησης της ανθρώπινης βλακείας. Στην αρχή σκεφτήκαμε να δουλέψουμε πάνω σε ένα ανέκδοτο έργο του Λένου Χρηστίδη, συγγραφέα με τον οποίο συνεργάζομαι χρόνια. Διαβάζοντας το “Δεν τρέχουν τα πόδια”, αρχίσαμε να συζητάμε πάνω στον πυρήνα του, που ήταν πιο μπεκετικός, πιο παράλογος. Μας ενδιέφεραν δύο χαρακτήρες που αποκαλύπτουν, με έναν τρόπο, την ανθρώπινη βλακεία μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα να φέρουμε το έργο σε μια σύγχρονη μικροκλίμακα».
Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται ο Κωστής, «άνθρωπος της διπλανής πόρτας», εργαζόμενος σε αποθήκη, μοναχικός. Όταν αγοράζει ένα γκάτζετ τεχνητής νοημοσύνης με το όνομα Μασκαρένα, το πρόγραμμα, βασισμένο στα δεδομένα του χρήστη -αλγόριθμους, likes, προτιμήσεις- του «φέρνει» στη ζωή του δύο ανδρικά πρότυπα της εποχής: τον Ισμαήλ και τον Σούλη.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης εξηγεί: «Ο Ισμαήλ είναι financial, life και date coach. Υπόσχεται ότι θα βγάλεις εκατομμύρια πριν τα τριάντα ή ότι θα βγεις στη σύνταξη πριν τα τριάντα. Εκπροσωπεί το επιτυχημένο, τοξικό αρσενικό της νέας γενιάς. Ο Σούλης είναι μια εκδοχή λίγο μεγαλύτερης γενιάς, ένας ποιητής της αυτοβελτίωσης. Γράφει βιβλία για το πώς να ξυπνάς με αυτοπεποίθηση, πώς να αγαπάς τον εαυτό σου, πώς να φτιάξεις το “Έβερεστ” της δημιουργίας σου. Δεν έχουμε πρόβλημα με τη βλακεία καθαυτή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η βλακεία γίνεται εργαλείο εκμετάλλευσης του αδύναμου».
Ο τίτλος λειτουργεί ως προειδοποίηση και ως δήλωση πρόθεσης. Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος αναγνωρίζει τον επικοινωνιακό κίνδυνο: «Προσπαθούσαμε να δώσουμε λέξεις στον καλλιτεχνικό μας πυρήνα, σε αυτό που μας απασχολεί. Κάποια στιγμή είπα ότι θέλω να μιλάω για την ανθρώπινη μ@λ@κία γύρω μας. Ο Κωνσταντίνος μού απάντησε: “Αυτός είναι ο τίτλος”. Ξέραμε ότι μπαίνουμε σε δύσκολα επικοινωνιακά μονοπάτια. Ο τίτλος ήταν προκλητικός και ωμός. Όμως ζούμε σε μια εποχή όπου η επικοινωνία, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στα διαδικτυακά μέσα, έχει ήδη ξεπεράσει κατά πολύ αυτή τη λέξη. Οι εξελίξεις και οι ειδήσεις που παρακολουθούμε καθημερινά είναι πιο ακραίες από οποιαδήποτε διατύπωση».
Ο ρυθμός της κωμωδίας
Στην Αθήνα η παράσταση βρήκε κοινό γρήγορα και αυτό αιφνιδίασε ακόμα και τους ίδιους τους δημιουργούς. «Στην αρχή πιστεύαμε ότι έχουμε φτιάξει μια απλή κωμωδιούλα που μιλάει σε εμάς και στους φίλους μας που λέμε τα ίδια αστεία στην παρέα», λέει ο σκηνοθέτης. Σύντομα κατάλαβαν ότι η εμβέλεια ήταν πολύ μεγαλύτερη. «Ο κόσμος βλέπει έναν μεγάλο καθρέφτη σε αυτήν την ιστορία. Βλέπει τον εαυτό του και τον τρόπο με τον οποίο παγιδεύεται κι ο ίδιος μέσα στην ανθρώπινη βλακεία, την ανδρόσφαιρα, αυτήν την κυριαρχία αρσενικών που νομίζουν ότι μπορούν να κατέχουν τα πάντα και την κατανάλωση αχρείαστης πληροφορίας».
Το δελτίο Τύπου χαρακτηρίζει την παράσταση «εξουθενωτική εμπειρία». Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος εξηγεί: «Ο ρυθμός είναι βασικό εργαλείο της κωμωδίας. Είναι καταιγιστικός και λειτουργεί διπλά: εξουθενώνει τους χαρακτήρες και εξουθενώνει και τον θεατή. Δημιουργεί έναν εσωτερικό ρυθμό αφήγησης που, όταν εδραιωθεί και απότομα διακοπεί, παράγει το κωμικό αποτέλεσμα. Είναι σαν να σκρολάρεις ασταμάτητα στα social media. Ζούμε σε μια πραγματικότητα που συχνά είναι πιο ιλαρή και πιο ακραία από τους κωμικογράφους. Δεν μας λείπει υλικό. Μας τροφοδοτεί καθημερινά η επικαιρότητα».

Σε μια εποχή που η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα όρια της σάτιρας, ο σκηνοθέτης της παράστασης υποστηρίζει ότι το κλειδί βρίσκεται στη σαφήνεια. «Ο μόνος τρόπος να μη θίξεις άδικα είναι να είναι ξεκάθαροι οι χαρακτήρες. Αν ο χαρακτήρας είναι ξεκάθαρα βλάκας, χυδαίος, απατεώνας, αντιήρωας, τότε μπορείς να τον αφήσεις να πει ό,τι χρειάζεται να πει. Αρκεί να μην τον ωραιοποιείς. Αν προσπαθήσεις να κρατήσεις αποστάσεις, ισορροπίες και ταυτόχρονα να τον δικαιολογήσεις, εκεί χάνεται το παιχνίδι».
Στο ερώτημα αν το χιούμορ μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ή έχει απορροφηθεί από τον κυνισμό της εποχής, ο Θανάσης Μεγαλόπουλος απαντά: «Το χιούμορ είναι τρόπος κατανόησης της πραγματικότητας. Ακόμη κι αν είναι επώδυνο, παραμένει εργαλείο αποκάλυψης».

Ταυτότητα παράστασης
Σύλληψη – Κείμενο: Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, Θανάσης Μεγαλόπουλος
Σκηνοθεσία: Θανάσης Μεγαλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Νικολάτου
Σκηνογραφία: Οδυσσέας Ζήκας
Ενδυματολογία: Εύα Κουρελιά
Φωτισμοί: Ιφιγένεια Γιαννιού
Μουσική σύνθεση / παραγωγή: Θάνος Αυγερινός
Video Design και Mapping: Αλέξανδρος Ζαμπέτας
Φωτογραφίες: Νίκος Ζιαγάκης
Γραφιστικός σχεδιασμός: Μανόλης Αλμπάνης
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
Παραγωγή: ΚΗΠΟΣ ΑΜΚΕ – ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Επί σκηνής: Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Θανάσης Κριτσάκης, Θανάσης Μεγαλόπουλος
Στον ρόλο της ΜΑΣΚΑΣ ΡΕΝΑ η Ράνια Καπετανάκη
Η παράσταση είναι κατάλληλη για άτομα άνω των 14 ετών.
Χώρος: Artbox Fargani, Αγίου Παντελεήμονος 5, Καμάρα
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: 6 έως 15 Μαρτίου 2026, Παρασκευή-Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00





