Καθηγήτρια στη Θεσσαλονίκη κατήγγειλε ότι δεχόταν bullying και πέθανε από εγκεφαλικό. Καθηγητής στην Αθήνα έχασε την ακοή του από δυναμιτάκια στην τάξη. Διευθύντρια σχολείου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ύστερα από γροθιά μαθητή άλλου σχολείου στην Κέρκυρα.
Δεκατετράχρονος μαθητής πήγε στο σχολείο με πτυσσόμενο μαχαίρι στην Αιτωλοακαρνανία. Μαθητής-«επισκέπτης» άλλου σχολείου έστειλε στο νοσοκομείο τον διευθυντή που επιχείρησε να τον απομακρύνει. Στην Κυψέλη αδερφός μαθητή επιτέθηκε με σφυρί σε μαθητή που πείραζε τον αδερφό του και μαχαίρωσε τον διευθυντή του σχολείου, ο οποίος μπήκε στη μέση για να γλιτώσει τον μαθητή του. Και πολλά άλλα συμβάντα που δεν καταγγέλλονται…
Η εικόνα είναι πλέον ξεκάθαρη και ντροπιαστική. Το ελληνικό σχολείο δεν είναι απλώς σε κρίση, ασθενεί και μάλιστα βαρέως. Εκπαιδευτικοί δέχονται ύβρεις, απειλές, ακόμη και ξυλοδαρμούς. Τα αυτοκίνητά τους βανδαλίζονται και οι ίδιοι διασύρονται δημόσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από μαθητές που γνωρίζουν πολύ καλά ότι δύσκολα θα υπάρξουν συνέπειες. Στα πόσα επεισόδια πρέπει να πάψουμε να πιστεύουμε ότι πρόκειται για εξαιρέσεις και όχι για τη «νέα κανονικότητα»;
Όταν έως και το 45% των καθηγητών δηλώνει ότι έχει υποστεί λεκτική βία ή παρενόχληση, δεν μιλάμε για «μεμονωμένα περιστατικά», μιλάμε για ένα σύστημα που έχει χάσει τον έλεγχο. Όταν η παιδική εγκληματικότητα αυξάνεται κατά περισσότερο από 70%, είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι το σχολείο θα μείνει ανεπηρέαστο. Το σχολείο είναι ο «καθρέφτης» της κοινωνίας και αυτή τη στιγμή ο «καθρέφτης» δείχνει κάτι βαθιά προβληματικό. Αν ενδιαφερόμαστε πραγματικά, ας κοιταχτούμε όλοι στον καθρέφτη μας.
Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται εκτεθειμένοι, χωρίς ουσιαστική νομική κάλυψη, χωρίς στήριξη, συχνά χωρίς καν το αυτονόητο: την αναγνώριση ότι κάνουν μια δουλειά υψηλής ευθύνης σε ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο εχθρικό.
Απ’ την άλλη μεριά, ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: το πρόβλημα δεν ξεκινά από το σχολείο, ξεκινά από το σπίτι. Έχουμε μια γενιά γονέων που είτε αδιαφορεί είτε, ακόμη χειρότερα, δικαιολογεί τα πάντα. Που βλέπει το παιδί της ως «αθώο» ακόμη και όταν επιτίθεται, απειλεί, εξευτελίζει. Που μετατρέπει κάθε παρατήρηση του εκπαιδευτικού σε «προσβολή» και κάθε πειθαρχικό μέτρο σε «καταπίεση». Που δεν θέλει να βάλει όρια, γιατί τα όρια απαιτούν κόπο, σύγκρουση και ευθύνη.
Στο μεταξύ, τα παιδιά «παρκάρονται» στο διαδίκτυο, χωρίς επίβλεψη, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς φίλτρα. Εκεί μαθαίνουν ότι η προσβολή είναι περιεχόμενο, ότι ο εξευτελισμός φέρνει likes, ότι η βία μπορεί να γίνει θέαμα. Κι όλο αυτό το σκηνικό μεταφέρεται αυτούσιο στο σχολείο. Το κινητό γίνεται όπλο, η κάμερα εργαλείο διαπόμπευσης και το μάθημα σκηνή.
Το αποτέλεσμα; Ένα σχολείο που παύει να είναι χώρος μάθησης και γίνεται πεδίο σύγκρουσης με εκπαιδευτικούς-«θηριοδαμαστές», που αντί να διδάσκουν, αμύνονται, ενώ η κοινωνία παρακολουθεί αμήχανα ή αδιάφορα. Αν συνεχίσουμε έτσι, το ερώτημα δεν θα είναι «πώς θα βελτιώσουμε την εκπαίδευση», αλλά αν υπάρχει πλέον εκπαίδευση για να σωθεί.
Η ευθύνη είναι συλλογική, αλλά δεν είναι αφηρημένη, είναι συγκεκριμένη. Ανήκει στο κράτος που καθυστερεί να λάβει αυστηρότατα μέτρα, σε γονείς που αποσύρονται από τον ρόλο τους και σε μια κοινωνία που ανέχεται. Εν τω μεταξύ, όσο όλοι κοιτάζουν αλλού, το μήνυμα προς τους εκπαιδευτικούς είναι ένα: είστε μόνοι. Κι αυτό, ίσως, είναι το πιο επικίνδυνο απ’ όλα. Παρεμπιπτόντως, αν ενδιαφέρει κανέναν, από τα σχολεία περνάει το μέλλον της χώρας.










