Σε προηγούμενο άρθρο (δείτε ΕΔΩ) ασχοληθήκαμε με την σπατάλη ταλέντου, αναφερόμενοι στις επιλογές των γυναικών να αποφεύγουν τις σπουδές στις τεχνολογικές επιστήμες και να επιλέγουν τις μη τεχνολογικές σχολές.
Αφορμή στάθηκε ένα άρθρο των Ruchir Agarwal και Patrick Gaule με τίτλο «The Talent Equation» που έθετε τρία βασικά ερωτήματα: Πώς μπορούμε να εντοπίσουμε τα ταλέντα; Τι υποστήριξη χρειάζονται τα λαμπρά μυαλά για να ευδοκιμήσουν; Και ποιο είναι το κόστος για την κοινωνία όταν σπαταλιέται ταλέντο; Το μακροοικονομικό κόστος των αναξιοποίητων ταλέντων είναι συγκλονιστικό. Σύμφωνα με τους X. Jaravel, E. Einio και J. Feng (2023) η ισότητα των φύλων στην πρόσβαση σε σταδιοδρομία στην τεχνολογία και την καινοτομία θα μπορούσε να ενισχύσει την αύξηση της παραγωγικότητας κατά 70%.
Σε αυτό το άρθρο, θα ασχοληθούμε με μια άλλη πλευρά της σπατάλης ταλέντου που αφορά το σύνολο του νεανικού πληθυσμού. Ειδικότερα, θα στηριχθούμε στα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύει το υπουργείο Παιδείας σχετικά με τις προτιμήσεις των υποψηφίων στις πανελλήνιες εξετάσεις. Να σημειώσω τη διαχρονική άρνηση του υπουργείου παιδείας να προσφέρει όλα τα δεδομένα στην επιστημονική κοινότητα που στερεί πολύ σημαντική πληροφορία από την επιστημονική κοινότητα, η οποία, μέσω των μελετών, θα βοηθούσε στον καλύτερο σχεδιασμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Εδώ και χρόνια φωνάζει ο Στέφανος Μάνος για αυτό το ζήτημα, να ανοίξουν τα δεδομένα, αλλά τα αυτιά είναι κλειστά. Στην εποχή των μεγάλων δεδομένων! Οι επιλογές των υποψηφίων προσφέρουν μια σημαντική πληροφορία για το πώς βλέπουν οι νέοι και οι νέες την μελλοντική τους σταδιοδρομία. Εάν αυτή συνδέεται με τις τεχνολογίες και την καινοτομία ή με άλλες μορφές.
Σύμφωνα με την πρώτη προτίμηση που δήλωσαν οι υποψήφιοι στις πανελλήνιες εξετάσεις του 2025, πρώτο στις προτιμήσεις ήταν το Παιδαγωγικό Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ με δεύτερη την Ιατρική του ΕΚΠΑ. Ακολουθούσαν τα τμήματα Ψυχολογίας, Νομικής και μόλις στην έκτη θέση το τμήμα Ηλεκτρολόγων του ΕΜΠ. Στις είκοσι πρώτες θέσεις των προτιμήσεων μόλις τέσσερα τμήματα τεχνολογίας βρίσκονται σε αυτήν την ομάδα, Μηχανολόγοι και Ηλεκτρολόγοι του ΕΜΠ και δυο τμήματα Πληροφορικής, ΑΠΘ και ΕΚΠΑ. Εάν δε, δούμε το σύνολο των προτιμήσεων, δηλαδή την πρώτη, δεύτερη, τρίτη, προτίμηση, κλπ., τότε η κατάσταση είναι τραγική καθώς στις πενήντα πρώτες θέσεις μόλις η πληροφορική βρίσκεται στην 51η θέση ενώ το πρώτο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών που εμφανίζεται είναι του Πολυτεχνείου Κρήτης στην 157η θέση. Το τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών ΑΠΘ βρίσκεται στην 254η θέση και των Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ στην 259η θέση! Είναι χαρακτηριστικό ότι στις πρώτες 20 θέσεις βρίσκονται τα παιδαγωγικά τμήματα με μόνη εξαίρεση το τμήμα Χημείας ΑΠΘ, που και αυτό συνδέεται με την εκπαίδευση ως λεγόμενη καθηγητική σχολή!
Η συμπεριφορά των υποψηφίων ως προς τις προτιμήσεις τους μπορεί να εξηγηθεί με διαφορετικούς τρόπους. Μη διαθέτοντας πληροφορίες για το προφίλ του κάθε υποψηφίου, ούτε καν το φύλο, κάνουμε μόνο υποθέσεις. Φωνάζει ο Σ. Μάνος. Μια εξήγηση είναι ότι η δυσκολία εισαγωγής καθορίζει και τις επιλογές του υποψηφίου. Εάν όμως εξετάσουμε μόνο την πρώτη προτίμηση, έχουμε την Ιατρική που είναι από τις πλέον δύσκολες σχολές για εισαγωγή να βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Το ίδιο και η Νομική Αθήνας και η Ψυχολογία Αθήνας. Επομένως οι πρώτες προτιμήσεις μας δίνουν μια πρώτη εικόνα για την σταδιοδρομία που επιθυμούν οι υποψήφιοι. Και η πρώτη αυτή εικόνα δεν είναι ενθαρρυντική ως προς την διαχείριση του ταλέντου. Κατά αρχήν από τις πρώτες προτιμήσεις φαίνεται ότι σημαντικό μέρος των υποψηφίων επιλέγουν σταδιοδρομία η οποία με τον ένα τρόπο ή τον άλλο συνδέεται με τον δημόσιο τομέα. Εάν ξεπεράσουμε το θέμα επιλογής σταδιοδρομίας παρατηρούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις και ειδικά πολυτεχνικών σχολών πρώην ΤΕΙ έχουμε πρώτες προτιμήσεις, ενώ ξεπερνούν το σύνολο των προτιμήσεων των πολυτεχνείων των μεγάλων πανεπιστημίων. Δεν έχουμε πληροφορία για τόπο κατοικίας, αλλά η απελευθέρωση των μεταγραφών εκ μέρους του υπουργείου προκαλεί μια μεγάλη στρέβλωση.
Για παράδειγμα, φοιτητής που πέρασε στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών σε μια πόλη, με τόπο κατοικίας την πόλη αυτή, πήρε μεταγραφή στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών κεντρικού πανεπιστημίου, με βάση το νόμο του υπουργείου. Αυτή όμως η συμπεριφορά οδηγεί στην ήσσονα προσπάθεια εκ μέρους των υποψηφίων, με αποτέλεσμα στις πολυτεχνικές σχολές, και όχι μόνο, των μεγάλων πανεπιστημίων να εισάγονται τελικά μέσω μεταγραφής φοιτητές με χαμηλότερα προσόντα. Αυτή η στρέβλωση μπορεί οδηγήσει είτε στην πτώση του επιπέδου των σπουδών διότι, ενδεχομένως, οι καθηγητές των σχολών αυτών να προσαρμόζουν το επίπεδο των σπουδών τους στο επίπεδο των φοιτητών είτε στη δημιουργία λιμναζόντων.
Εάν ισχύουν όλα τα παραπάνω το πρόβλημα της σπατάλης των ταλέντων στην Ελλάδα επιστρέφει στο ζήτημα των κινήτρων που προσφέρει μια κοινωνία στους πολίτες της. Οι επιλογές των υποψηφίων αντικατοπτρίζουν αυτά τα κίνητρα της κοινωνίας, δηλαδή της ήσσονος προσπάθειας είτε στις σπουδές είτε στην σταδιοδρομία μέσω της ένταξης στο μισθολόγιο του δημοσίου. Ο σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός μάλλον ενισχύει αυτή την θέση. Με αυτή τη λογική κινήτρων δεν θα μπορεί η χώρα να ξεκολλήσει και να προσαρμοστεί στο ολοένα και μεταβαλλόμενο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες τεχνολογίες θα παίξουν τον κύριο ρόλο.
Όπως είδαμε στα δύο άρθρα, η σπατάλη ταλέντου στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη, τόσο από τη μεριά της σπατάλης του μυαλού των γυναικών, όσο και από την μεριά του μυαλού των νέων ανθρώπων. Εάν δε, λάβουμε υπόψη ό,τι η μέση παραγωγικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων είναι από τις χαμηλότερες της ΕΕ, όπως δείξαμε σε παλαιότερο άρθρο, η σύγκλιση με τον μέσο όρο δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω της άριστης αξιοποίησης των ταλέντων όλων. Και για να μην υπάρχει παρεξήγηση, εννοώ ότι ο νέος ή η νέα που έχουν το ταλέντο του δάσκαλου θα γίνουν άριστοι δάσκαλοι. Αντίθετα, αυτοί που θα γίνουν δάσκαλοι για να εξασφαλίσουν έναν μισθό από το δημόσιο αλλά δεν έχουν το ταλέντο του δασκάλου, αφενός μεν αχρηστεύουν το όποιο ταλέντο διαθέτουν και αφετέρου θα είναι κακοί δάσκαλοι και θα καταστρέφουν μυαλά νέων ανθρώπων.
*Ο κ. Νίκος Χ. Βαρσακέλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ










