Η όποια απόφαση ληφθεί θα βασίζεται σε συγκεκριμένους νόμους και θα αξιολογηθούν αν πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η λέξη «νόμιμες» είναι η λέξη «κλειδί» για την επόμενη ημέρα, καθώς τα τελευταία 24ωρα πρόσωπα που υπερασπίζονται μετ’ επιτάσεως τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην (όποια) συγκέντρωση των υπογραφών δυναμιτίζουν το κλίμα με εμπρηστικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιχειρώντας να διχάζουν τη Θεσσαλονίκη. Βιάζονται να προκαταλάβουν την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου κάνοντας λόγο για «αδιανόητη εκτροπή» και για «ακραία, αντιδημοκρατική, αυταρχική καταπάτηση δικαιωμάτων».
Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα «προειδοποιούν», μάλιστα, ότι «οι έκτακτες καταστάσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα», με το εύλογο ερώτημα που προκύπτει να είναι τι ακριβώς εννοούν όσοι κάνουν τις συγκεκριμένες αναρτήσεις; Θέλουν την τοξικότητα; Την επιδιώκουν; Προετοιμάζονται για «σύγκρουση» εντός του δημοτικού συμβουλίου και για να μετατρέψουν τη συνεδρίαση σε «ροντέο» αν δεν τους ικανοποιήσει η απόφαση που θα ληφθεί συλλογικά; Και σε τελική ανάλυση ποιους ακριβώς και ποιες καταστάσεις εξυπηρετούν αυτού του είδους οι «απειλές»;
Ποια η θέση της Οργανωτικής Επιτροπής;
Και ένα ακόμα θεμελιώδες ερώτημα: Ποια η στάση της Οργανωτικής Επιτροπής του Δημοψηφίσματος για αυτές τις… προειδοποιήσεις; Συντάσσεται με αυτές τις απόψεις; Και αν όχι γιατί δεν τις έχει αποδοκιμάσει μέχρι σήμερα ώστε να πέσουν οι τόνοι; Γιατί, αν μη τι άλλο, η δημοκρατία δεν λειτουργεί με υπονοούμενα, ούτε με απειλές, αλλά μέσα από ένα σαφές κανονιστικό πλαίσιο που έχει ορίσει ο νομοθέτης, συλλογικές διαδικασίες και σεβασμό στους θεσμούς.
Και σε τελική ανάλυση, από πότε η τήρηση της νομιμότητας, αφού η όποια απόφαση θα ληφθεί βάσει των νόμων του ελληνικού κράτους, βαφτίζεται «εκτροπή»; Η (τεχνητή) ένταση ουδέποτε ήταν καλός σύμβουλος. Απεναντίας, κάνει τα πράγματα χειρότερα, διότι δεν προσθέτει επιχειρήματα, ούτε πείθει περισσότερους πολίτες, ούτε φυσικά ενισχύει τη συμμετοχή. Το μόνο που καταφέρνει είναι να δημιουργεί «στρατόπεδα», να καλλιεργεί καχυποψία και να απομακρύνει τη συζήτηση από την ουσία που δεν είναι άλλη από το «ποια Θεσσαλονίκη θέλουμε» και με ποιους όρους θα αποφασίζουμε για το μέλλον της. Μάλλον αυτός είναι ο απώτερος σκοπός τους. Να κρύψουν κάτω από το χαλί τη δική τους ανεπάρκεια να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες υπογραφές και να ρίξουν την ευθύνη στο δημοτικό συμβούλιο. Με λίγα λόγια εφαρμόζουν την γνωστή τακτική «εκεί που τελειώνουν τα επιχειρήματα αρχίζει η προσπάθεια αποδόμησης των άλλων».
Εργαλειοποιούν τη δημοκρατία και τη φέρνουν στα μέτρα τους
Αν, λοιπόν, κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να υποκαταστήσουν τους θεσμούς αφήνοντας υπαινιγμούς, εκτίθενται. Διότι είναι εξόφθαλμη η προσπάθεια τους να εργαλειοποιήσουν τη δημοκρατία. Να τη φέρουν στα δικά τους μέτρα. Δεν τους ενδιαφέρει ούτε η πόλη ούτε η ουσία του έργου. Το μόνο που τους απασχολεί είναι να δημιουργήσουν τετελεσμένα μέσω πίεσης, να μετατρέψουν τη δημόσια συζήτηση σε πεδίο σύγκρουσης και να εμφανιστούν μετά ως «θύματα» μέσα από την ένταση που οι ίδιοι πυροδότησαν.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη υποκρισία. Εκείνοι που υψώνουν πρώτοι τους τόνους, που σε κάθε ευκαιρία ρίχνουν λάδι στη φωτιά και καλλιεργούν διαρκώς ένα κλίμα πόλωσης εντός της πόλης, είναι οι ίδιοι που την επόμενη στιγμή σπεύδουν να καταγγείλουν το… «τοξικό περιβάλλον» που τάχα τους καταπιέζει. Πρόκειται για μια καλοστημένη τακτική αντιστροφής της πραγματικότητας, μέσω της οποίας προκαλούν ένταση, την τροφοδοτούν και στη συνέχεια επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τις συνέπειές της.
Ας μην υποβιβάζουμε τη συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΘ
Πολύ απλά, για εκείνους οι κατασκευασμένες «κρίσεις» είναι η εύκολη οδός. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και η πιο επικίνδυνη για την πόλη. Διότι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η συζήτηση για την ανάπλαση της ΔΕΘ είναι πολύ πιο σοβαρή για να κατρακυλά σε αυτό το επίπεδο. Αφορά το μέλλον της πόλης, τον αστικό σχεδιασμό, την ποιότητα ζωής, την οικονομική προοπτική της. Και αντί να διεξάγεται με όρους ουσίας, επιχειρημάτων και νηφαλιότητας, κάποιοι την μετατρέπουν σε πεδίο μικροπολιτικής αντιπαράθεσης και προσωπικής επιβεβαίωσης.
Και εδώ αναδεικνύεται το πραγματικό διακύβευμα της όλης συζήτησης. Αν, δηλαδή, η Θεσσαλονίκη θα καταφέρει, επιτέλους, να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά. Αν θα αποκτήσει έναν σύγχρονο, λειτουργικό και βιώσιμο εκθεσιακό χώρο που θα σέβεται την ιστορία της αλλά θα απαντά και στις ανάγκες του αύριο. Αν, τελικά, η ανάπλαση της ΔΕΘ θα αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης της πόλης ή άλλη μια χαμένη ευκαιρία μέσα σε έναν κύκλο ατέρμονων αντιπαραθέσεων.
Τα οφέλη από την ανάπλαση
Ας δούμε τη μεγάλη εικόνα. Ένα νέ σύγχρονο και πιο λειτουργικό εκθεσιακό κέντρο είναι ένας οικονομικός πολλαπλασιαστής για μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη. Καταρχάς, ενισχύει άμεσα τον συνεδριακό και εκθεσιακό τουρισμό της. Μεγαλύτερες και πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις σημαίνουν δυνατότητα φιλοξενίας διεθνών εκθέσεων, συνεδρίων και επιχειρηματικών γεγονότων υψηλού επιπέδου. Αυτό μεταφράζεται σε αυξημένες αφίξεις επισκεπτών με υψηλότερη κατά κεφαλήν δαπάνη. Επισκεπτών που μένουν σε ξενοδοχεία, τρώνε σε εστιατόρια, κινούνται στην αγορά και καταναλώνουν τοπικά προϊόντα και υπηρεσίες. Παράλληλα, δημιουργείται ένα ντόμινο οικονομικής δραστηριότητας από το οποίο δεν ωφελείται μόνο ο εκθεσιακός φορέας, αλλά ολόκληρη η τοπική οικονομία. Δηλαδή, ξενοδοχεία και καταλύματα, εστίαση και διασκέδαση, μεταφορές και εμπορικά καταστήματα.
Επιπλέον, ένα σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο λειτουργεί ως εργαλείο εξωστρέφειας. Προσελκύει επενδύσεις, φέρνει σε επαφή ελληνικές επιχειρήσεις με ξένες αγορές και ενισχύει τη διεθνή εικόνα της πόλης ως επιχειρηματικού και εμπορικού κόμβου στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Επιπρόσθετα δεν πρέπει να υποτιμάται και η επίδραση στην απασχόληση. Τόσο κατά τη φάση κατασκευής του νέου εκθεσιακού κέντρου όσο και κατά τη λειτουργία δημιουργούνται άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας.
Τέλος, υπάρχει και η ευρύτερη αστική διάσταση. Μια καλά σχεδιασμένη ανάπλαση μπορεί να αναβαθμίσει συνολικά το κέντρο της πόλης, να αυξήσει την αξία γης και ακινήτων, να βελτιώσει τις υποδομές και να ενισχύσει την ποιότητα ζωής. Αυτό, με τη σειρά του, κάνει την πόλη πιο ελκυστική για κατοίκους, επενδυτές και επιχειρήσεις.
Για αυτό, στο τέλος της ημέρας, η ΔΕΘ δεν πρέπει να γίνει ένα ακόμη πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Είναι ένα μεγάλο στοίχημα για το μέλλον της Θεσσαλονίκης και ως τέτοιο δεν πρέπει να εργαλειοποιείται, ούτε να γίνεται μέρος μικροπολιτικών παιχνιδιών. Και αυτό ας το βάλουν όλες και όλοι καλά στο μυαλό τους.










