Παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας μετασχηματίζουν τον πολιτιστικό χάρτη της πόλης και συγκροτούν, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτιστικής πολιτικής. Υπό αυτή την έννοια, η Θεσσαλονίκη φαίνεται να πετυχαίνει κάτι που για μεγάλο διάστημα παρέμενε ζητούμενο: μία ουσιαστική ανανέωση του πολιτιστικού της προφίλ, με ισχυρότερη συνοχή, μεγαλύτερη γεωγραφική ισορροπία και σαφέστερο προσανατολισμό προς το μέλλον.
Η συγκυρία είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκή. Δημόσιες επενδύσεις, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και ιδιωτική συμμετοχή συναντώνται σε έργα που αφορούν μουσεία, μνημεία, εκπαιδευτικές δομές και μεγάλες αστικές αναπλάσεις. Δεν πρόκειται απλώς για την προσθήκη νέων πολιτιστικών υποδομών, αλλά για τη συνολική αναβάθμιση της πολιτιστικής λειτουργίας της πόλης, με άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα, στην εξωστρέφεια, στον τουρισμό και στο διεθνές της αποτύπωμα.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά αυτού του σχεδιασμού είναι ότι σημαντικό μέρος των παρεμβάσεων χωροθετείται εκτός του ιστορικού κέντρου. Η δυτική Θεσσαλονίκη, μια περιοχή που επί δεκαετίες ταυτίστηκε με βιομηχανικές χρήσεις και αργότερα με φαινόμενα υποβάθμισης, αποκτά πλέον ρόλο στον πολιτιστικό χάρτη της πόλης. Η μετατόπιση αυτή του ενδιαφέροντος προς τα δυτικά δεν είναι συγκυριακή ούτε αποσπασματική, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική εξισορρόπησης του αστικού χώρου, σε συνδυασμό με τα επενδυτικά και αναπτυξιακά σχέδια που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Στη δυτική Θεσσαλονίκη προβλέπεται έως το 2028 η ολοκλήρωση τριών νέων μουσείων, ενώ παράλληλα προχωρά η μεγάλης κλίμακας ανάπλαση του ιστορικού βιομηχανικού συγκροτήματος ΦΙΞ, το οποίο θα στεγάσει, μεταξύ άλλων, τρεις κεντρικούς πολιτιστικούς οργανισμούς της πόλης. Οι παρεμβάσεις αυτές συγκροτούν έναν νέο πολιτιστικό άξονα, με σαφές δημόσιο αποτύπωμα και προοπτική που υπερβαίνει το στενό χρονικό όριο του 2026, εκτεινόμενη στη δεκαετία που ακολουθεί.
ΦΙΞ, το νέο τοπόσημο

Η ανάπλαση του ιστορικού βιομηχανικού συγκροτήματος ΦΙΞ αποτελεί το πιο φιλόδοξο εγχείρημα της επόμενης περιόδου. Ως τα τέλη του 2026 αναμένεται να παραδοθεί η μελέτη εφαρμογής και τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδιαμε ορίζοντα ολοκλήρωσης του έργου την τριετία. Το master plan φέρει την υπογραφή του διεθνούς γραφείου Foster + Partners, σε συνεργασία με ελληνικά αρχιτεκτονικά γραφεία.
Κεντρικός στόχος είναι η επανάχρηση ενός εμβληματικού μνημείου της βιομηχανικής κληρονομιάς της Θεσσαλονίκης, που για χρόνια βρισκόταν σε κατάσταση εγκατάλειψης. Στο Συγκρότημα 2, που ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού, θα στεγαστούν το MOMus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης με τη Συλλογή Κωστάκη, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και το Κρατικό Ωδείο.
Η μεταφορά της Συλλογής Κωστάκη – μιας από τις σημαντικότερες συλλογές έργων της Ρωσικής Πρωτοπορίας διεθνώς – από τη Μονή Λαζαριστών στο ΦΙΞ υπολογίζεται ότι θα σημάνει μία νέα περίοδο ανάπτυξης του MOMus, σε εγκαταστάσεις αντίστοιχες του μεγέθους και του ρόλου του.
Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης: Ιστορική επανεκκίνηση

Στο κέντρο της πόλης, στην καρδιά του Φραγκομαχαλά, το 2026 βρίσκει το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης πλήρως ανακαινισμένο. Το ιστορικό κτήριο της οδού Φράγκων, κατασκευής 1904, παραδόθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου 2025 στη διοίκηση του Ωδείου λειτουργικό, καθολικά προσβάσιμο και τεχνικά αναβαθμισμένο, μετά από έργο 5,5 εκατ. ευρώ που χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης. Τις επόμενες ημέρες το ΚΩΘ αναμένεται να ανοίξει και πάλι τις πόρτες του στους σπουδαστές του προκειμένου να ξεκινήσουν τα μαθήματα.
Πέρα από τη στατική ενίσχυση και την αποκατάσταση των όψεων του εντυπωσιακού κτιρίου, το έργο περιλάμβανε σύγχρονες υποδομές ηχομόνωσης, στούντιο ηχογραφήσεων και ενεργειακή αναβάθμιση. Η αναγέννηση του Ωδείου συμπίπτει με την προοπτική ίδρυσης της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών και την ένταξή του ως Τμήματός της, εξέλιξη που αλλάζει το ακαδημαϊκό και θεσμικό αποτύπωμα του μοναδικού κρατικού ωδείου της χώρας.
Παύλου Μελά: Μουσεία και δημόσιος χώρος

Στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά, η ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης, λειτουργικής και αισθητικής αναβάθμισης των κτηρίων Α2 (όπου θα στεγαστεί το νέο δημαρχείο) και Α3 εντός του 2026 σηματοδοτεί τη δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού και διοικητικού πυρήνα. Στο κτίριο Α3 έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες στο εξωτερικό κέλυφος και προχωρά με ταχύτατο ρυθμό η διαμόρφωση του εσωτερικού. Εκεί θα στεγαστεί το Μουσείο Ευρημάτων του Μετρό Θεσσαλονίκης, που θα λειτουργήσει ως μουσείο Ιστορίας της πόλης, αφιερωμένο στην αστική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της έως την πυρκαγιά του 1917. Ένας ακόμη χώρος πολιτισμού που θα λειτουργήσει στα ιστορικά κτίσματα του Μητροπολιτικού Πάρκου είναι το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού.
Παράλληλα, το Μητροπολιτικό Πάρκο θα αποδοθεί στους πολίτες, με κυρίαρχο χαρακτηριστικό το πράσινο και την πολυλειτουργικότητα. Το νέο Πάρκο θα περιλαμβάνει διαμορφωμένους κοινόχρηστους χώρους, πάνω από 10.000 δέντρα, διαδρομές, πλατείες, αναψυκτήρια και χώρους δημόσιων συναθροίσεων και εκδηλώσεων. Ένας χώρος αναψυχής και παράλληλα ανάδειξης της ιστορικής μνήμης που θα μπορεί να φιλοξενεί φεστιβάλ και εκθέσεις, αθλητικές και άλλες δραστηριότητες.
Μουσείο Ολοκαυτώματος: Έργο μνήμης με διεθνή διάσταση

Το 2026 είναι το έτος εκκίνησης των κατασκευαστικών εργασιών για το Μουσείο Ολοκαυτώματος στη δυτική είσοδο της Θεσσαλονίκης, δίπλα στον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό. Με προϋπολογισμό περίπου 40 εκατ. ευρώ και χρηματοδότηση από τη γερμανική κυβέρνηση, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το ελληνικό δημόσιο και ιδιώτες δωρητές, το έργο ανέγερσης του Μουσείου έχει ορίζοντα ολοκλήρωσης τα τέλη του 2027. Φορέας υλοποίησής του είναι η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.
Το κτήριο, συνολικής επιφάνειας 9.000 τ.μ.,σε έξι υπέργειους και δύο υπόγειους ορόφους, θα περιλαμβάνει μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, χώρους έρευνας και εκπαίδευσης και θα αναπτύσσεται γύρω από ένα αστικό άλσος. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός αντλεί αναφορές από τα οκταγωνικά μνημεία της πόλης και δίνει έμφαση στη βιωσιμότητα.
Εντός του 2026 αναμένεται να ολοκληρωθεί το πλήρες μουσειογραφικό σχέδιο, το οποίο ανέλαβενα εκπονήσει το γερμανικό Atelier BRÜCKNER.
Αλκαζάρ: ένα μνημείο επιστρέφει στον αστικό ιστό

Το 2026 αναμένεται να παραδοθεί το Χαμζά Μπέη Τζαμί (Αλκαζάρ), στη συμβολή Εγνατίας και Βενιζέλου. Το έργο αποκατάστασης του μνημείου, προϋπολογισμού 11 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και προβλέπεται να ολοκληρωθεί εντός του πρώτου εξαμήνου της χρονιάς.
Το Αλκαζάρ θα λειτουργήσει ως χώρος εκθέσεων και πολιτιστικών εκδηλώσεων, εντασσόμενο σε ένα ενιαίο πολιτιστικό σύνολο μαζί με το Μπεζεστένι και τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου του Μετρό. Η περιοχή διαμορφώνεται έτσι σε έναν ανοιχτό αρχαιολογικό και πολιτιστικό πυρήνα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων
Ο διαγωνισμός για την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Θεσσαλονίκης, που προκηρύχθηκε στα τέλη του 2025, αναμένεται να ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 2026. Το πολυαναμενόμενο έργο στοχεύει στη σύνδεση επιλεγμένων μνημείων μέσω παρεμβάσεων ήπιας κινητικότητας, πληροφόρησης και πλήρους προσβασιμότητας, δημιουργώντας έναν συνεκτικό ιστορικό περίπατο στην πόλη.
Φωτισμός των Τειχών

Τα Βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης, μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1988, αποτελούν ένα από τα πλέον επιβλητικά και σημαντικά οχυρωματικά σύνολα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και σώζονται σε μήκος περίπου 4,5 χιλιομέτρων. Η μελέτη φωτισμού τους, που εκπονήθηκε από το γραφείο της Ελευθερίας Ντεκώ, με δωρεά της METLEN για λογαριασμό της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης θα υλοποιηθεί σε δυο φάσεις μέσα στο 2026. Στην πρώτη φάση, θα φωτιστούν το βορειοδυτικό και το βορειοανατολικό τείχος της Ακρόπολης, καθώς και το Επταπύργιο και στη δεύτερη φάση τα δυτικά τείχη.
Πλατεία Διοικητηρίου: Ένα έργο σε αναμονή

Η Πλατεία Διοικητηρίου αποτελεί μία από τις μακροβιότερες εκκρεμότητες του δημόσιου χώρου στη Θεσσαλονίκη, μία ανοιχτή «πληγή» στην καρδιά της πόλης εδώ και 36 χρόνια. Ο δήμος Θεσσαλονίκης αναμένει την απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, προκειμένου να προχωρήσει το έργο της ανάπλασής της. Εφόσον εγκριθεί η οριστική μελέτη, θα ακολουθήσει η μελέτη εφαρμογής για να δημοπρατηθεί άνευ απροόπτου το έργο στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ Κεντρικής Μακεδονίας. Το αρχικό σχέδιο για την ανάπλασή της που εκπονήθηκε τη δεκαετία του 1990 περιλάμβανε σχέδιο κατασκευής υπόγειου πάρκινγκ και «σκόνταψε» στις αρχαιότητες που αποκαλύφθηκαν. Ο αρχικός σχεδιασμός κατέρρευσε: ούτε το πάρκινγκ υλοποιήθηκε ούτεη πλατεία διασώθηκε ούτε ο αρχαιολογικός χώρος αναδείχθηκε.
Ο επικαιροποιημένος σχεδιασμός προβλέπει τη διαμόρφωση ενός δημόσιου χώρου σε δύο επίπεδα, με ανάδειξη των αρχαιοτήτων και ήπιες χρήσεις για τους πολίτες, επιδιώκοντας να αποκαταστήσει τη λειτουργία της πάλαι ποτέ μεγαλοπρεπούςΠλατείας και να επανεντάξει τον αρχαιολογικό χώρο στον αστικό ιστό.











