Για αιώνες, πολύ πριν από τα μεγάλα ξενοδοχεία της παραλίας και τις κοσμοπολίτικες λεωφόρους του Μεσοπολέμου, τα χάνια και τα καραβάν-σαράγια, αποτέλεσαν νευραλγικό σημείο της φιλοξενίας σε μια πόλη -σταυροδρόμι εμπορίου και πολιτισμών. Δεν πρόσφεραν πολυτέλειες αλλά τα στοιχειώδη μίας λιτής διαμονής: ένα αχυρόστρωμα στα δωμάτια, νερό για ανθρώπους καιζώα, αποθήκες για τα εμπορεύματα.
Αυτήν ακριβώς τη μακρά ιστορία της φιλοξενίας στη Θεσσαλονίκη επιχειρεί να φωτίσει η ξενάγηση της αρχαιολόγου, μουσειολόγου και ξεναγού Χριστίνας Μαβίνη, που θα γίνει αύριο Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026 στις 10.30 π.μ., στο πλαίσιο του προγράμματος της Thessaloniki Walking Tours. Η Χριστίνα Μαβίνη η οποία έχει μελετήσει σε σημαντικό βαθμό την εξέλιξη της φιλοξενίας στην πόλη, προσφέρει μια ξενάγηση που δεν υπόσχεται εντυπωσιακά μνημεία, αλλά κάτι πιο σπάνιο: το ξετύλιγμα του νήματος μιας αόρατης ιστορίας. Μέσα από τις οδούς Βεροίας, Εδέσσης και Συγγρού και τον άξονα της Εγνατίας (μέχρι τη Βενιζέλου), η διαδρομή εξερευνά τη μετάβαση από τα χάνια και τα καραβάν-σαράγια στα μεσοπολεμικά ξενοδοχεία —τις πρώτες κοσμοπολίτικες ζώνες διαμονής της πόλης. Η μνήμη τους στη σημερινή Θεσσαλονίκη παραμένει ζωντανή μόνο σε ονόματα δρόμων και σε θεμελιώσεις που είναι πρακτικά αόρατες. Η ξενάγηση αποκαλύπτει πώς μια πόλη έμαθε να φιλοξενεί τον κόσμο και πώς στην πορεία εξελίχθηκε στην πόλη που γνωρίζουμε σήμερα.

Είσοδος στο Χάνι Κορυτσά από την Οδό Ενωτικών όπως είναι σήμερα
Η ίδια η ξενάγηση αποτελεί συνέχεια μιας επισταμένης έρευνας σε καταλόγους, βιβλία και γραπτές πηγές. Όπως εξηγεί η Χριστίνα Μαβίνη: «Με τη Thessaloniki Walking Tours είχα υλοποιήσει μια ξενάγηση η οποία μέχρι τον Μάρτιο του 2025, είχε ως αντικείμενο πρωτίστως τα ξενοδοχεία. Προ-πανδημίας, στην πράξη, ήταν ένας πιο ''αρχιτεκτονικός'' περίπατος: βλέπαμε κυρίως τα μεσοπολεμικά δείγματα, με έμφαση στις λεπτομέρειες, στα φουρούσια, στα μπαλκόνια,στις επιλογές του αρχιτέκτονα αναφορικά με τη διαχείριση της όψης. Όμως, όταν επανήλθα στο υλικό μετά την πανδημία, συνειδητοποίησα ότι η πληροφορία που ολοένα και περισσότερο μελετούσα, ήταν πολύ πιο ανθρωπολογική. Περιλάμβανε κοινωνιολογικά στοιχεία και αφορούσε την εξέλιξη ολόκληρου του θεσμού της φιλοξενίας: τη μετάβαση από τα χάνια στα ξενοδοχεία, μια διαδικασία που δεν ήταν ούτε γραμμική, ούτε αυτονόητη».
Η ίδια η ξενάγηση, όπως λέει, χρειάστηκε «να μοιραστεί» σε δύο μέρη: το πρώτο, αυτήν την Κυριακή, επικεντρώνεται στον άξονα της Εγνατίας και τον Φραγκομαχαλά (μαζί με τα Άνω Λαδάδικα), ενώ το δεύτερο που θα γίνει σε επόμενη ημερομηνία, θα κινηθεί προς την Πλατεία Ελευθερίας, τα Λαδάδικα, τη Μητροπόλεως, την Προξένου Κορομηλά, την Κομνηνών και τη Λεωφόρο Νίκης, εκεί όπου η φιλοξενία αποκτά πλέον πολύ πιο σαφή κοσμοπολίτικα χαρακτηριστικά.
Για να κατανοήσει κανείς τον ρόλο των χανιών, πρέπει να επιστρέψει αρκετούς αιώνες πίσω. Ήδη από τον 17ο αιώνα, οι Οθωμανοί περιηγητές Εβλιγιά και Κατίμπ Τσελεμπή —το «Τσελεμπή» ως προσωνύμιο δηλώνει τον μορφωμένο, τον λόγιο— καταγράφουν χάνια στη Θεσσαλονίκη. Ο Εβλιγιά μάλιστα αναφέρει δεκαέξι από αυτά.
«Η ταύτιση αυτών των χανιών δεν είναι πάντα εύκολη», εξηγεί η Χριστίνα Μαβίνη. «Ο Κατύπ Τσελεμπή, για παράδειγμα, αναφέρει το Μάλτα Χάνι, το οποίο φαίνεται πως επιβίωσε μέχρι την πυρκαγιά του 1917. Υπάρχουν χάνια που φτάνουν ως τον 19ο ή και τον 20ό αιώνα και άλλα που πλέον ταυτίζονται μόνο κατά προσέγγιση, με βάση την τοποθεσία ή κάποια χαρακτηριστικά. Όμως είναι σαφές ότι τα χάνια ήταν κρίσιμα για τη διαμονή και τη φιλοξενία σε μια πόλη που υπήρξε διαχρονικά σταυροδρόμι εμπορίου και μετακινήσεων».

Ομάδα ατόμων στη διάρκεια ξενάγησης της ΤWT μέσα στο μεσοπολεμικό ξενοδοχείο MINEΡΒΑ που λειτουργεί μέχρι σήμερα
Ένα αχυρόστρωμα, ένα παράθυρο, ένα τζάκι...
Για τους δυτικούς περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα, ωστόσο, τα χάνια δε φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα δελεαστικά. Όπως περιγράφει ο Πασχάλης Ανδρούδης, ο Γερμανός ιστορικός του βυζανινορωμαϊκού δικαίου Kark Edurad Zacharta αναφερόμενος στην τυπολογία των συγκεκριμένων κτηρίων και τα δωμάτιά τους, σχολιάζει ότι συχνά «ήταν βρώμικα, χωρίς επίπλωση και ίσως τους καλοκαιρινούς μήνες να είναι καλύτερα να κοιμηθεί κανείς στην ύπαιθρο»! «Στην πράξη», λέει η Χριστίνα Μαβίνη, «μιλάμε για το κατεξοχήν “μοτέλ” της οθωμανικής περιόδου: ένα αχυρόστρωμα, ένα παράθυρο, ένα τζάκι. Στρωσίδια και όλα τα υπόλοιπα απαραίτητα τα έφερνε μαζί του ο ένοικος του δωματίου».
Με την εμφάνιση του ευρωπαϊκού τύπου ξενοδοχείου, ακόμη και πριν καθιερωθεί το λουτρό (αρχικά ένα-δύο ανά όροφο και πολύ αργότερα στο κάθε δωμάτιο χωριστά), ο Τύπος επιτίθεται στα χάνια ως σύμβολα καθυστέρησης: από το αχυρόστρωμα και τη λάμπα θυέλλης, η πόλη περνούσε στον «εκσυγχρονισμό».
Στις πρώτες ταξινομήσεις και καταλόγους των ξενοδοχείων της πόλης που διασώζονται, τα χάνια και πανδοχεία κατατάσσονται στους Ε’ κατηγορίας χώρους φιλοξενίας.
Αλλάζουν οι απαιτήσεις
Χονδρικά, η τομή τοποθετείται γύρω στο 1870, όταν η κατεδάφιση των τειχών, η έλευση των σιδηροδρόμων και ο εκσυγχρονισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επρόκειτο να αλλάξουν ριζικά τον ρυθμό ζωής και τη μορφή της πόλης. «Αλλάζουν οι απαιτήσεις, αλλάζουν οι συνήθειες», σημειώνει η Χριστίνα Μαβίνη. «Δεν έχεις πια τα καραβάνια και τον έμπορο με τα υποζύγια. Αλλάζει βαθμιαία όλο το τοπίο της φιλοξενίας, των καταλυμάτων, της διαμονής αλλά και των συνοδευτικών παρεχόμενων υπηρεσιών με κυριότερη την εστίαση».

Αρχιτεκτονική λεπτομέρεια από το Εμνιέτ Χάνι, νυν Μέγαρο Νάτσινα
Μεγάλο και Μικρό Καραβάν - Σαράι
Στη Θεσσαλονίκη μαρτυρούνται δύο καραβάν-σαράγια: το Μεγάλο και το Μικρό. Το δεύτερο δεν έχει ταυτιστεί χωρικά, γνωρίζουμε πολύ λιγότερα γι’ αυτό. Το πρώτο, όμως βρισκόταν όπου και το ομώνυμο μεσοπολεμικό κτήριο (μέρος του οποίου υπήρξε και το πρώην Δημαρχείο Θεσσαλονίκης) στη συμβολή της Εγνατίας με τη Βενιζέλου,με θεμελιώσεις που επιβίωσαν μέχρι τον 20ό αιώνα.
Η διάκριση ανάμεσα στο χάνι και το καραβάν-σαράι δεν είναι πάντα σαφής.
«Λειτουργικά, σε μεγάλο βαθμό, χάνια και καραβάν-σαράγια εξυπηρετούσαν τα ίδια πράγματα: διαμονή, φιλοξενία, ασφάλεια ζώων και εμπορευμάτων», σημειώνει η Χριστίνα Μαβίνη. «Η βασική διαφορά είναι ότι τα τυπικά καραβάν-σαράγια, κανονικά, βρίσκονταν εκτός των τειχών, συνήθως σε απόσταση μιας ημέρας πορείας για ένα καραβάνι (υπήρχαν ωστόσο και κάποια εντός του αστικού ιστού που διαπιστώνουμε ότι επίσης αποκαλούνταν καραβάν-σαράγια). Ήταν βακούφια, δηλαδή κτηματικές δωρεές και παρείχαν δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν διαμονή. Τα έσοδα από τα εργαστήρια και τα καταστήματα (πεταλωτήρια, σημεία επισκευής δερμάτινων εξαρτημάτων κλπ) συντηρούσαν το ίδιο το κτίριο ή και άλλα ευαγή ιδρύματα, όπως ορφανοτροφεία ή ακόμα και το κοντινό τζαμί». Επιπλέον, είχαν συχνά μια πιο θρησκευτικής απόχρωσης «αύρα» από τα χάνια: Σύμφωνα με περιγραφές του Γάλλου περιηγητή Σουαζέλ-Γκουφιέ, στην είσοδο των καραβάν-σαραγιών υπήρχαν ακόμη και επιγραφές που συνέδεαν τη φιλοξενία με τη σωτηρία της ψυχής και τις αγαθοεργίες -ελεημοσύνες ενός πιστού. Τα χάνια, αντίθετα, είχαν πιο εμπορικό χαρακτήρα. Ο Αλέξανδρος Γρηγορίου στο «Χάνια, Πανδοχεία, Ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης, 1875-1917» αναφέρει ότι το 1886 η Θεσσαλονίκη, με βάση την καταγραφή στο «Οδοιπορικό» του Ν. Σχινά, ενός αξιωματικού του ελληνικού Στρατού,διέθετε περίπου 50 χάνια.

Το ιστορικό ξενοδοχείο Αύγουστος στη συμβολή Σβορώνου και Πτολεμαίων. Χτίστηκετο1923 σε σχέδια του Ξ. Παιονίδη
Η περιγραφή της Χριστίνας Μαβίνη περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες: «Χωροθετημένα κοντά στις εισόδους της πόλης —στο Βαρδάρι, στην Κασσανδρεωτική Πύλη, κοντά στο Σιντριβάνι, στη Χαμιδιέ (σημερινή Εθνικής Αμύνης), στα Άνω Λαδάδικα, μεταξύ Φραγκομαχαλά και Εγνατίας–Μοναστηρίου— τα χάνια παλιού τύπου ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη τυπολογία: τετράγωνη ή ορθογώνια αυλή, διώροφα κτίρια με στοές, στάβλους, αποθήκες, πεταλωτήρια, ακόμη και ναργιλεδάδικα. Στο κέντρο, συχνά, δέσποζε μια κρήνη ή ποτίστρα για τα ζώα ή ακόμα και ένας αιωνόβιος πλάτανος.Στη Μοναστηρίου σώζεται ακόμη ο πρώτος όροφος από το Χάνι Κορυτσά, ενώ παραδίπλα υπήρχε το φημισμένο Χάνι Πατέρα που αργότερα λειτούργησε ως ξενοδοχείο. Στα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, εμφανίζονται και τα "χάνια νέου τύπου", όπως το Ισμαήλ Πασά Χάνι στη Συγγρού ή το Μπενσουσάν Χαν (με παλιότερη ίσως θεμελίωση). Ορισμένα από τα νέα Χάνια κτίρια έχουν ήδη χάσει τη διάσταση της φιλοξενίας και μετατρέπονται εξ αρχής σε εμπορικές στοές, φιλοξενώντας καταστήματα στο ισόγειο και γραφεία στους ορόφους. Στη μνήμη της πόλης, όμως, αλλά και σε καταλόγους επιβιώνουν με διπλή ονομασία: χάνι ή στοά ή ακόμα και passage».

Το Χάνι Κορυτσά στη Μοναστηρίου (φωτογραφία: Γιάννης Σιδηρόπουλος από την ομάδα Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης στο FB)
Οι μικροϊστορίες που κρύβονται στα χάνια είναι συχνά σκοτεινές: ληστείες, αυτοκτονίες, συλλήψεις. Άλλοτε πάλι αφορούν χαριτωμένες πληροφορίες: Σε κατάστημα στο Τζαμλί Χαν (πρώην Χάνι Ησαΐα) πωλούνταν μια… θαυματουργή πομάδα, όπως μαθαίνουμε από διαφήμιση της εποχής: χάρη σε αυτήν, η κυρία που την επινόησε, απέκτησε πλούσια κόμη 185 εκατοστών σε μόλις 14 μήνες!
Δεν λείπουν ωστόσο και οι συνδέσεις ανάμεσα στη ζωή στα χάνια και τη μεγάλη Ιστορία -ενίοτε συγκλονιστικές: Στο Βοσνάκ Χάνι, στη συμβολή Λέοντος Σοφού και Φράγκων, τον Δεκέμβριο του 1905, αστυνομικοί συνέλαβαν Βούλγαρους αναρχικούς που ετοίμαζαν βομβιστικές επιθέσεις για την Πρωτοχρονιά του 1906 στις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης. Το χάνι, με 34 δωμάτια, στέγαζε στο ισόγειο και τα γραφεία εφημερίδας Φάρος της Μακεδονίας του Σοφοκλή Γκαρμπολά (ο Γκαρμπολάς αμέσως πιο πριν είχε τις εγκαταστάσεις της εφημερίδας Ερμής στο Τιάνο Χάνι, την τότε οδό Κολόμβου, μεταξύ της Οθωμανικής Τράπεζας και της Τράπεζας Θεσσαλονίκης και ακριβώς απέναντι από την Καθολική Σχολή). Στο Βοσνάκ λοιπόν εντοπίστηκαν βόμβες και χειροβομβίδες για τη σχεδιαζόμενη -ευτυχώς ματαιωθείσα- επίθεση.
«Όλα αυτά τα χάνια είναι κτίσματα με συγκεκριμένα τυπολογικά χαρακτηριστικά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε ταξιδεύουν στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα αλλά και πιο πίσω, σεμια παλαιότερη πόλη με στενά σοκάκια, πυκνό ιστό, μυρωδιές, κόσμο που διαμοιρασμένος σε εθνικοθρησκευτικές κοινότητες, διαμένει γύρω από συναγωγές, εκκλησίες και τζαμιά», λέει η Χριστίνα Μαβίνη. «Ουσιαστικά σεταξιδεύουνστη μνήμη και την Ιστορία της πόλης αλλά και στις κρίσιμες μεταβάσεις της».








