Μας άρεσε να την αποκαλούμε «Μητρόπολη των Βαλκανίων» δίχως ποτέ εμείς οι ίδιοι να την οραματιστούμε ως τέτοια. Περισσότερο ήταν ένας ευσεβής πόθος ή αν προτιμάτε ένα αφήγημα αυτοεπιβεβαίωσης, παρά μια ρεαλιστική αποτύπωση του ρόλου που πραγματικά μπορούσε να διαδραματίσει.
Κρυβόμασταν πίσω από το δάκτυλο μας και αρκούμασταν να βλέπουμε τις δεκαετίες να περνάνε ανεκμετάλλευτες. Για όλα έφταιγε η «κακιά» Αθήνα και ποτέ η κοντόφθαλμη ματιά μας. Αντί να βλέπουμε τον ορίζοντα που «ξεδιπλωνόταν» μπροστά μας, επιλέγαμε να κοιτάζουμε μονίμως πίσω από την πλάτη μας, ρίχνοντας το ανάθεμα και τη -βολική- ευθύνη σε οποιονδήποτε άλλον πέραν από τον «κακό» μας εαυτό. Εκείνον που στην πραγματικότητα ήταν πάντα ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ίδιας μας της πόλης. Εκείνον που την εμπόδιζε να ανοίξει τα φτερά της.
Η Θεσσαλονίκη υστερεί στη συνέπεια…
Αυτός ο διαρκής ετεροπροσδιορισμός δεν μας επέτρεψε ποτέ να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο βασικό ερώτημα: τι μπορούμε –και κυρίως τι θέλουμε– να γίνουμε. Γιατί η Θεσσαλονίκη δεν υστερεί σε δυνατότητες. Υστερεί, όμως, στη συνέπεια, στον σχεδιασμό και στη συλλογική αυτογνωσία. Η λογική των χαμένων ευκαιριών βόλεψε και λειτούργησε ως άλλοθι, βγάζοντας πρωτίστως εμάς από τη θέση του κύριου υπεύθυνου. Βεβαίως οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τους πολίτες, αλλά και εκείνους που κρατούσαν τις τύχες της στα χέρια τους. Εκείνους που εξήγγειλαν έργα τα οποία δεν ξεκίνησαν ποτέ, που δεν ανέλαβαν ποτέ πρωτοβουλίες που θα έδιναν στη Θεσσαλονίκη την ώθηση να «φύγει μπροστά». Κάπως έτσι έγινε μια πόλη που εθίστηκε στο να περιμένει και όχι να διεκδικεί. Και μέσα σε όλα αυτά, εμείς ως κοινωνία συμβιβαστήκαμε με τη μετριότητα, βαφτίζοντάς την «χαλαρότητα» ή «τρόπο ζωής».
Όμως οι πόλεις δεν καθορίζονται από τις προθέσεις των πολιτικών και των πολιτών τους, αλλά από τις επιλογές τους. Και η Θεσσαλονίκη καλείται σήμερα να επιλέξει αν θα συνεχίσει να… κυνηγάει την ουρά της ή αν θα σπάσει τον φαύλο κύκλο της στασιμότητας. Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με πολιτικά συνθήματα ούτε επαναλαμβάνοντας μια ανούσια συζήτηση για το ένδοξο παρελθόν ή τη στρατηγική γεωπολιτική θέση της. Αυτά είναι δεδομένα. Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε με αυτά. Πώς τα αξιοποιούμε σωστά προς όφελος της. Όχι μόνο για το σήμερα, πρωτίστως για το αύριο.
Το 2019 η πόλη γύρισε σελίδα
Η αλήθεια είναι ότι η Θεσσαλονίκη του 2026 δεν θυμίζει σε τίποτα την μίζερη πόλη του 2019. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη «μεταμόρφωση» διαδραματίζει το γεγονός ότι δεν ξεκινά το ταξίδι της προς το αύριο από… μηδενική βάση, αλλά διαθέτει μια «προίκα» από μικρά και μεγάλα έργα που την φέρνουν στο σημείο να διεκδικεί ένα καλύτερο μέλλον όχι βάσει των «θέλω» της, αλλά των κατακτήσεων της. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η Θεσσαλονίκη του σήμερα έχει αυτοπεποίθηση και αυτό της επιτρέπει να κοιτάζεται στον καθρέφτη, να κάνει την αυτοκριτική της και να παραδέχεται λάθη και αδυναμίες, γιατί μόνο κοιτώντας τα κατάματα μπορεί να τα ξεπεράσει.
Σε αυτή τη νέα αφετηρία, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ρόλος που διαδραματίζει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατία και το προσωπικό ενδιαφέρον του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η πόλη δεν άκουσε να επαναλαμβάνονται οι ίδιες και οι ίδιες εξαγγελίες, αλλά είδε εργοτάξια να στήνονται σχεδόν σε κάθε της γωνιά. Και αυτό, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης του καθενός, αποτελεί μια πραγματικότητα που επηρεάζει καθοριστικά την πορεία της.
«Εργοτάξια» σε κάθε γειτονιά
Προφανώς η εικόνα της Θεσσαλονίκης ως «απέραντο εργοτάξιο» μπορεί να προκάλεσε –και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να προκαλεί– ταλαιπωρία στην καθημερινότητα των πολιτών, όμως ταυτόχρονα σηματοδοτεί κάτι που για χρόνια έλειπε: την αίσθηση ότι η πόλη κινείται. Ότι κάτι αλλάζει προς το καλύτερο, όχι σε επίπεδο λόγων, αλλά σε επίπεδο πράξης. Μεγάλα έργα υποδομών, παρεμβάσεις στο αστικό τοπίο, αναβαθμίσεις σε κρίσιμους τομείς – όλα αυτά συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα. Γιατί, κακά τα ψέματα, όταν τα έργα εξελίσσονται μπροστά στα μάτια σου, η συζήτηση μετατοπίζεται από το «γιατί δεν γίνεται τίποτα» στο «πώς θα αξιοποιήσουμε ό,τι γίνεται».Αυτός είναι εξάλλου ο πραγματικός ρόλος της πολιτείας. Όχι μονάχα να χρηματοδοτεί ή να σχεδιάζει, αλλά να δημιουργεί τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες μια πόλη μπορεί να χτίσει το μέλλον της. Και σήμερα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, αυτές οι προϋποθέσεις οδηγούν σε παραδοτέα έργα.
Δεν είναι μόνο η βασική γραμμή του μετρό και η επέκταση στην Καλαμαριά που θα παραδοθεί τους επόμενους μήνες. Είναι τα 426 νέα λεωφορεία που θα κυκλοφορούν στην Θεσσαλονίκη μέχρι το φθινόπωρο, φτάνοντας συνολικά τα 520 οχήματα. Είναι το FlyOver που θα παραδοθεί στη χρήση την άνοιξη του 2027, είναι το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά που ετοιμάζεται και αυτό να παραδοθεί, όπως και το παιδιατρικό νοσοκομείο στο Φίλυρο. Είναι ακόμα τα έργα που αφορούν τη σιδηροδρομική σύνδεση του 6ου προβλήτα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, καθώς και την κατασκευή του Προαστιακού στη δυτική Θεσσαλονίκη, συνολικού ύψους 11 εκατομμυρίων ευρώ που θα διατεθούν από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών. Όπως είναι και το έργο της ανάπλασης της ΔΕΘ, το οποίο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καθυστερήσει άλλο εξαιτίας μιας συζήτησης που αντί να κινείται στη σφαίρα του ρεαλισμού και της ευθύνης, ολισθαίνει επικίνδυνα στη λογική της «αντίδρασης για την αντίδραση» και του μικροπολιτικού και προσωπικού συμφέροντος.
Είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε πίσω τις παθογένειες του χθες;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της όλης συζήτησης για το ποια Θεσσαλονίκη θέλουμε. Στη μεγάλη εικόνα η ανάπλαση της ΔΕΘ δεν είναι απλώς ένα ακόμη έργο. Είναι μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει η Θεσσαλονίκη τη σχέση της με τον αστικό της χώρο, να αποκτήσει έναν σύγχρονο πνεύμονα πρασίνου και ταυτόχρονα έναν λειτουργικό εκθεσιακό πυρήνα στο κέντρο της.
Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα «ποια Θεσσαλονίκη θέλουμε» δεν αφορά μόνο τα έργα, τις υποδομές ή τις επενδύσεις. Αφορά τη νοοτροπία μας. Αφορά το αν είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε πίσω τις παθογένειες που οι ίδιοι καλλιεργήσαμε και να υιοθετήσουμε μια νέα στάση: πιο ώριμη, πιο απαιτητική, πιο δημιουργική. Γιατί η Θεσσαλονίκη, όσο κλισέ και αν ακούγεται, δεν έχει ανάγκη από άλλες χαμένες ευκαιρίες. Έχει ανάγκη από αποφάσεις που θα την πάνε μπροστά. Από έργα που θα ολοκληρωθούν. Από πολίτες που δεν θα συμβιβάζονται με το «λίγο», αλλά θα διεκδικούν το «καλύτερο». Και ίσως, τελικά, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα να είναι πιο απλή απ’ όσο φαίνεται:Θέλουμε μια Θεσσαλονίκη που να σταματήσει να περιγράφει τι θα μπορούσε να γίνει και να αρχίσει να γίνεται αυτό που πραγματικά αξίζει.










