Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων καταδεικνύουν ότι η Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης συγκαταλέγεται στις περιοχές με τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στον κλάδο των καταλυμάτων, την ίδια στιγμή που η εστίαση εμφανίζει αξιοσημείωτη υποχώρηση. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται στο τουριστικό μοντέλο της πόλης και τα διαφορετικά επίπεδα ανθεκτικότητας των επιμέρους δραστηριοτήτων.
Καταλύματα: Θεσσαλονίκη στην κορυφή της ανόδου πανελλαδικά
Το 2025 ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων παροχής καταλύματος στη Θεσσαλονίκη ανήλθε σε 663,4 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 6,8% σε σύγκριση με το 2024, όταν είχε διαμορφωθεί στα 620,9 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις μεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων με σημαντική συμμετοχή στον συνολικό τζίρο της χώρας, γεγονός που κατατάσσει τη Θεσσαλονίκη στην κορυφή της σχετικής λίστας, μαζί με την Κέρκυρα και το Ηράκλειο.
Η Θεσσαλονίκη συγκεντρώνει το 5,6% του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου καταλυμάτων σε εθνικό επίπεδο, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως ισχυρού αστικού τουριστικού προορισμού. Στην Περιφερειακή Ενότητα δραστηριοποιούνται 719 επιχειρήσεις καταλυμάτων, αριθμός που αντανακλά τόσο το μέγεθος της αγοράς όσο και τη συνεχιζόμενη επενδυτική κινητικότητα στον ξενοδοχειακό κλάδο.
Σε τριμηνιαία βάση, το τέταρτο τρίμηνο του 2025 καταγράφηκε περαιτέρω αύξηση. Ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων στη Θεσσαλονίκη ανήλθε σε 100,5 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 1,0% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024, ενώ στο γ’ τρίμηνο η αύξηση έφτασε το 8,3%, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη δυναμική της θερινής και φθινοπωρινής περιόδου.
Εστίαση: Υποχώρηση τζίρου παρά τον όγκο της αγοράς
Σε αντίθεση με τα καταλύματα, ο κλάδος της εστίασης στη Θεσσαλονίκη παρουσίασε αρνητική μεταβολή το 2025. Ο συνολικός κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 852,1 εκατ. ευρώ, μειωμένος κατά 6,2% σε σχέση με το 2024, όταν είχε φτάσει τα 907,9 εκατ. ευρώ. Η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές εστίασης της χώρας, με συμμετοχή 7,9% στον συνολικό τζίρο, ωστόσο η πτώση καταγράφεται ως από τις εντονότερες μεταξύ των μεγάλων Περιφερειακών Ενοτήτων.
Στην Περιφερειακή Ενότητα λειτουργούν 5.607 επιχειρήσεις εστίασης, αριθμός που υπογραμμίζει τον κατακερματισμό και την ένταση του ανταγωνισμού στον κλάδο. Τα τριμηνιαία στοιχεία αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη πίεση: στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 ο κύκλος εργασιών υποχώρησε κατά 5,8%, ενώ στο γ’ τρίμηνο η μείωση έφτασε το 6,1% σε σύγκριση με το 2024.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κλάδος της εστίασης στην Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε φάση έντονου επαναπροσδιορισμού, καθώς το 2025 καταγράφηκε μαζική είσοδος νέων επαγγελματιών στην αγορά. Η αυξημένη επιχειρηματική κινητικότητα, ωστόσο, δεν μεταφράζεται κατ’ ανάγκη σε ενίσχυση της δυναμικής του κλάδου. Αντιθέτως, έμπειροι καταστηματάρχες και εκπρόσωποι των συλλογικών φορέων της εστίασης εκφράζουν έντονο προβληματισμό, εκτιμώντας ότι μεγάλο μέρος των νέων επιχειρήσεων δεν διαθέτει τα αναγκαία εφόδια για να επιβιώσει σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
Όπως έχει επισημάνει μιλώντας στα Μακεδονικά Νέα ο πρόεδρος της Ένωσης Εστιατόρων, Ψητοπωλών και Καφέ-Μπαρ Νομού Θεσσαλονίκης, Μιχάλης Επιτροπίδης, επικαλούμενος στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, μόνο στο πρώτο δεκάμηνο του 2025 πραγματοποιήθηκαν 710 ενάρξεις επιχειρήσεων εστίασης στην περιοχή. Πρόκειται, όπως τόνισε, για έναν εξαιρετικά υψηλό αριθμό, ο οποίος δεν αντανακλά απαραίτητα υγιή ανάπτυξη. Ο ίδιος μάλιστα προέβλεψε ότι το 60% έως 70% των νέων αυτών επιχειρήσεων θα οδηγηθεί σε παύση λειτουργίας εντός ενός έτους, εξέλιξη που, όπως υπογράμμισε, θα αφήσει αποτύπωμα στο σύνολο της αγοράς.
Βασικό αίτιο της χαμηλής ανθεκτικότητας των νεοσύστατων επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον κ. Επιτροπίδη, είναι η έλλειψη γνώσης του αντικειμένου και των θεσμικών και οικονομικών υποχρεώσεων που συνεπάγεται η λειτουργία μιας επιχείρησης εστίασης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, πολλοί νέοι επαγγελματίες εισέρχονται στον κλάδο χωρίς επαρκή εικόνα του κόστους, της κοστολόγησης και της λειτουργίας, επιλέγοντας συχνά πρακτικές έντονου υποτιμολογιακού ανταγωνισμού.
«Βλέπουν τον διπλανό να πουλά τον καφέ 2 ευρώ και τον ρίχνουν στο 1,80, χωρίς να γνωρίζουν αν αυτό είναι βιώσιμο. Αυτές οι επιχειρήσεις είναι εκείνες που κατά κανόνα κλείνουν τον επόμενο χρόνο, έχοντας όμως ήδη προκαλέσει στρεβλώσεις στην αγορά», σημείωσε.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η τοποθέτηση του καθηγητή Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Χρήστος Νεγκάκης, ο οποίος χαρακτήρισε την εστίαση «επάγγελμα υψηλού ρίσκου». Όπως ανέφερε, οι νέοι επιχειρηματίες συχνά υποτιμούν τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και τη σημασία της συνεχούς επανακοστολόγησης. «Κάθε επιχείρηση έχει ιδιαιτερότητες. Ο επιχειρηματίας πρέπει να μετρά και το ευρώ, να προσαρμόζεται διαρκώς στις συνθήκες της αγοράς και να ελέγχει τα κόστη, αλλιώς η βιωσιμότητα τίθεται άμεσα σε κίνδυνο», υπογράμμισε.
Η Θεσσαλονίκη στο ευρύτερο πλαίσιο της Κεντρικής Μακεδονίας
Η εικόνα της Θεσσαλονίκης διαφοροποιείται από άλλες Περιφερειακές Ενότητες της Κεντρικής Μακεδονίας. Η Χαλκιδική, για παράδειγμα, κατέγραψε αύξηση 4,8% στα καταλύματα, αλλά οριακή μείωση στην εστίαση, ενώ η Πιερία και οι Σέρρες εμφάνισαν μικρότερες ή αρνητικές μεταβολές και στους δύο κλάδους. Η Θεσσαλονίκη παραμένει ο βασικός πυλώνας της τουριστικής οικονομίας της Περιφέρειας, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του κύκλου εργασιών τόσο στη φιλοξενία όσο και στην εστίαση.
Η απόκλιση μεταξύ καταλυμάτων και εστίασης αντανακλά τις αλλαγές στη συμπεριφορά των επισκεπτών, την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και το αυξημένο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων εστίασης. Παράλληλα, η ισχυρή επίδοση των καταλυμάτων συνδέεται μεταξύ άλλων με τη διεύρυνση της τουριστικής περιόδου, την άνοδο των city breaks και την ενίσχυση της διεθνούς προβολής της Θεσσαλονίκης.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταδεικνύουν συνεπώς ότι η Θεσσαλονίκη το 2025 διαμόρφωσε μια πορεία, με σαφή πλεονεκτήματα στον κλάδο καταλυμάτων και ταυτόχρονα προκλήσεις για την εστίαση.
Παρά τις πιέσεις, ο οικονομικός ρόλος της εστίασης παραμένει καθοριστικός για την τοπική και περιφερειακή οικονομία. Όπως ανέφερε ο κ. Νεγκάκης, ο κύκλος εργασιών της εστίασης στη Θεσσαλονίκη το 2024 ξεπέρασε τα 907 εκατ. ευρώ, ενώ στη Χαλκιδική διαμορφώθηκε σε περισσότερα από 204 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ο συνολικός τζίρος του κλάδου άγγιξε τα 1,5 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα του επισιτισμού στην περιφερειακή οικονομία και την απασχόληση.









