Έκφραση ενός «νέου προστατευτισμού» που επιβαρύνει το διεθνές εμπόριο, αυξάνει την αβεβαιότητα και προκαλεί επιπτώσεις με αλυσιδωτό χαρακτήρα για την Ευρώπη, άρα και για την Ελλάδα, συνιστά η πολιτική δασμών του Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με τον Αν. Καθηγητή Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Επιχειρηματικότητας του ΔΠΘ, Χάρη Βλάδο.
Όπως επισημαίνει ο κ. Βλάδος σε συνέντευξή του στα Μακεδονικά Νέα, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των δασμών, αλλά το σταθερά απρόβλεπτο πλαίσιο μέσα στο οποίο πλέον κινούνται οι εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, επιδεινώνοντας και το επιχειρηματικό κλίμα.
Υποστηρίζει μάλιστα ότι η δασμολογική προστασία λειτουργεί ως «παιχνίδι αρνητικού αθροίσματος», καθώς επιβαρύνει τόσο τις χώρες που επιβάλλουν δασμούς όσο και εκείνες που τους δέχονται, ενώ μεγάλο μέρος του κόστους μετακυλίεται τελικά στον καταναλωτή της ίδιας της χώρας που επιβάλλει το μέτρο και στην προκειμένη περίπτωση στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Ως προς την Ελλάδα, απορρίπτει τη λογική ότι μπορεί να αξιολογηθεί «ξεχωριστά» από την ευρωπαϊκή οικονομία, τονίζοντας ότι κάθε πλήγμα στις μεγάλες οικονομίες της ΕΕ επηρεάζει άμεσα και τη χώρα μας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, συνδέει την ανάγκη νέων εμπορικών ανοιγμάτων της Ευρώπης –όπως η Mercosur– με τη στρατηγική αναζήτησης πιο σταθερών αγορών, ενώ ταυτόχρονα εντάσσει στην ίδια συζήτηση την ενεργειακή μετάβαση, τον ρόλο της Ελλάδας με τον κάθετο ενεργειακό διάδρομο και τη συνολική ανάγκη παραγωγικής αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας.
Στο πεδίο της ενέργειας ειδικότερα, ο κ. Βλάδος υποστηρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να απεγκλωβιστεί από τη «μέγγενη» της εξάρτησης, είτε αυτή αφορά τη Ρωσία είτε τις ΗΠΑ. Κατά τον ίδιο, οι λύσεις βρίσκονται στο εσωτερικό της ΕΕ, είτε με επιτάχυνση των δυνατοτήτων αποθήκευσης ενέργειας από ΑΠΕ, είτε με την αξιοποίηση των σύγχρονων μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων (SMR), που προσφέρουν ασφάλεια και ουσιώδεις λύσεις,
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του κ. Χάρη Βλάδου, στον Αλέξανδρο Αλεξιάδη:
Ο Αν. Καθηγητής Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Επιχειρηματικότητας κ.Χάρης Βλάδος
- Εξελίσσεται σε συντελεστή επιτάχυνσης των εξελίξεων σε παγκόσμιο επίπεδο ο Αμερικανός Πρόεδρος;
Βεβαίως, ειδικά στη δεύτερη θητεία του εμφανίστηκε με ένα ιδιαίτερα έντονο πρόσημο αντισυστημισμού και αναδιάταξης των παγκόσμιων ισορροπιών. Και παρότι δεν έχει μπροστά του την προοπτική για μία νέα θητεία - σύμφωνα με το Αμερικανικό Σύνταγμα - φαίνεται διατεθειμένος να ανατρέψει πολλές ισορροπίες και στο εσωτερικό των ΗΠΑ και στο εξωτερικό.
- Στο θέμα των δασμών, μιλάμε για μία προσωρινή αναδίπλωση μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ; Ο κ. Τραμπ επανέφερε τον οριζόντιο δασμό 10%. Μιλάμε για κάποιον παγκόσμιο προστατευτισμό που προσπαθεί να προωθήσει ο Αμερικάνος Πρόεδρος;
Στην ουσία ο Τραμπ εκπροσωπεί μία λογική ενός νέου προστατευτισμού, ενός «νέο- μερκαντιλισμού», κάποιος θα μπορούσε να πει, στην ουσία δημιουργώντας πολλά προβλήματα, αφενός μεν στο διεθνές εμπόριο, αφετέρου και στο εσωτερικό της αμερικανικής οικονομίας. Ξέρετε, η έννοια της δασμολογικής προστασίας είναι ένα παιχνίδι που έχει αρνητικό άθροισμα και για αυτόν που επιβάλλει τους δασμούς και για αυτόν που τους δέχεται, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αναγκασμένος να απαντήσει με αντίστοιχο τρόπο.
Γενικότερα κάθε εμπόδιο στο διεθνές εμπόριο μειώνει την ευημερία και των χωρών που βάζουν και υψώνουν τείχη προστατευτισμού, αλλά και των χωρών που δέχονται ως επίθεση αυτήν την προστασία, αυτούς τους δασμούς.
Στις μέρες μας οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής βρίσκονται σε αυτή τη «μέγγενη». Ο Αμερικανός καταναλωτής είναι αυτός ο οποίος πληρώνει τον δασμό. Και εδώ πρέπει να το υπογραμμίσουμε γιατί πολλοί δεν το έχουν καταλάβει, ότι ο δασμός σε ένα συντριπτικά υψηλό ποσοστό πάνω από 97%, πληρώνεται από τον καταναλωτή της χώρας που βάζει τους δασμούς. Δηλαδή οι δασμοί του Τραμπ πληρώνονται από τον Αμερικανό καταναλωτή και από τον Αμερικανό εισαγωγέα. Δεν πληρώνονται από τον Ευρωπαίο ή τον Αυστραλό ή τον Καναδό που κάνει εξαγωγές. Πληρώνονται από τους ίδιους τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Δηλαδή ο δασμός είναι στην ουσία ένας φόρος επί των πολιτών των Ηνωμένων Πολιτειών, που βέβαια σε μεγάλο βαθμό αυξάνει και πιέζει την ακρίβεια. Και γι' αυτό διατηρούνται ακόμα οι τάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για μία αύξηση του πληθωρισμού.
- Αυξήθηκε το ίδιο διάστημα η αμερικανική παραγωγή; Μειώθηκε η ανεργία στη χώρα;
Δεν φαίνεται κανένα θετικό αποτέλεσμα, ούτε πάνω στην απασχόληση που φαίνεται να είναι σταθεροποιημένη, δηλαδή χωρίς τάσεις αύξησης της απασχόλησης. Και απ' την άλλη μεριά δεν έχουμε καμία εντυπωσιακή ανάκαμψη στο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ. Οι επιδόσεις της οικονομίας, δηλαδή, είναι κατά τι χαμηλότερες από τον μέσο όρο των ετών της διακυβέρνησης Μπάιντεν.
Αν μάλιστα αφαιρέσουμε και την περίοδο της κρίσης της πανδημίας και αν αφαιρέσουμε και τις αρνητικές επιπτώσεις της πρώτης περιόδου του ρώσο-ουκρανικού πολέμου που επιβάρυναν τη διακυβέρνηση Μπάιντεν, οι επιδόσεις της οικονομίας των ΗΠΑ επί Τραμπ, δεν φαίνονται καθόλου ικανοποιητικές συγκριτικά.
- Για τις επιχειρήσεις το ότι η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ φαίνεται να περνάει μέσα από συνεχείς νομικές μάχες, η αβεβαιότητα αυτή είναι μεγαλύτερο πρόβλημα από τον ίδιο τον δασμό;
Βεβαίως. Αυτή η συνεχής αβεβαιότητα και το απρόβλεπτο των κινήσεων του Τραμπ δίνει στην ουσία έναν τόνο πολύ αρνητικό σε όλες τις οικονομίες που έχουν εμπορικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ και δεν είναι κάτι που εκτιμώ ότι θα σταματήσει. Δηλαδή η ίδια η πολιτική με την οποία πορεύεται ο Τραμπ είναι αυτή η πολιτική του απρόβλεπτου και των εκπλήξεων.
Κυρίως για να κολακέψει και να ντοπάρει το κοινό του στις ΗΠΑ, να δώσει έτσι μία εικόνα ενός σκληρού διαπραγματευτή. Με άλλα λόγια για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, αλλά εις βάρος και της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και των εταίρων της σε διεθνές επίπεδο. Οι εμπορικές σχέσεις γενικότερα με τις ΗΠΑ κρύβουν πλέον πολύ μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας και αστάθειας. Πράγμα που οδηγεί στην ανάγκη αναζήτησης - και για τις ευρωπαϊκές οικονομίες αλλά και για όλες τις άλλες οικονομίες του πλανήτη – νέων αγορών, με λιγότερες εκπλήξεις και με λιγότερη αβεβαιότητα.
- Η Ελλάδα έχει σχετικά μικρότερη άμεση έκθεση στις ΗΠΑ όσον αφορά στις εξαγωγές, αλλά έχει μεγαλύτερη έμμεση έκθεση μέσω της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τον μεγαλύτερο κίνδυνο λοιπόν για την ελληνική οικονομία που τον εντοπίζετε;
Δεν θεωρώ πολύ σωστό να κάνουμε διαχωρισμό της ελληνικής οικονομίας από την ευρωπαϊκή οικονομία, ακόμα και να μην έχουμε πολύ μεγάλο βαθμό έκθεσης σε εμπορικές συναλλαγές με τις ΗΠΑ. Σε περίπτωση που υπάρχουν πλήγματα στην οικονομία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτά τα πλήγματα αφορούν άμεσα και την ελληνική οικονομία. Μια εξασθενημένη ευρωπαϊκή οικονομία σημαίνει κατ' επέκταση και μικρότερες δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενισχύσουν τα λιγότερο ισχυρά μέλη της, όπως η Ελλάδα.
Με άλλα λόγια δηλαδή, είναι κοντόφθαλμο να λέμε αν θα θιγούμε άμεσα από μία πολιτική του Τραμπ ή να λέμε ότι δεν μας ενδιαφέρει αν πλήγεται η γερμανική βιομηχανία ή η γαλλική οικονομία. Όλες οι οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλέον πολύ ισχυρά διασυνδεδεμένες, οπότε ένα πλήγμα προς αυτές, επηρεάζει και όλες τις υπόλοιπες. Οι δεσμοί είναι ατσάλινοι δηλαδή πλέον.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση προβάλλει τη συμφωνία με τη Mercosur ως μία απάντηση και στην πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ως ένα εργαλείο διαφοροποίησης από την Κίνα. Για την Ελλάδα αυτό πώς μεταφράζεται; Είναι κυρίως μία ευκαιρία εξωστρέφειας ή θα έχουμε άλλους κινδύνους για συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας;
Καταρχάς, όπως σας είπα μόλις πριν, είναι αναγκασμένες οι οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ψάξουν και να βρουν και εναλλακτικές αγορές σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρέπει να ανοιχτεί το εμπόριό τους, έτσι ώστε να υποκαταστήσει αυτήν την αβεβαιότητα που προέρχεται από την αμερικανική αγορά στις μέρες μας. Βέβαια σε ποια προοπτική χρόνου θα έχουμε πάλι ένα περιβάλλον για μεγαλύτερη σταθερότητα και για πιο ομαλές εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, κανείς δεν το ξέρει.
Στον ορίζοντα της διακυβέρνησης του Τραμπ, πάντως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Όσον αφορά τώρα το άνοιγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προς τη Mercosur αλλά και προς την Ινδία, στα μάτια τα δικά μου είναι κάτι πάρα πολύ θετικό. Δίνει ευκαιρίες για όλες τις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για πολλούς επιμέρους κλάδους, να βρεθούν μπροστά σε μεγάλες αγορές της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες κρύβουν ευκαιρίες.
Φυσικά αυτό θα εντείνει τον ανταγωνισμό σε κάποιους κλάδους για τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά είναι και κάτι το οποίο θα συμπιέσει αρκετά τις τιμές. Είναι κάτι, δηλαδή, το οποίο θα λειτουργήσει θετικά σε ζητήματα περιορισμού της ακρίβειας και ανάσχεσης σε κάποιον βαθμό των πληθωριστικών πιέσεων. Γενικότερα, το άνοιγμα του εμπορίου, η μείωση των δασμών, είναι κάτι το οποίο ευνοεί τις οικονομίες στο να αναπτυχθούν και γρηγορότερα και να απολαύσουν χαμηλότερες τιμές.
Οι φόβοι που έχουν βέβαια διατυπωθεί σε σχέση με τις συναλλαγές μας με την Mercosur, όσον αφορά την ασφάλεια των εμπορευμάτων και τον δήθεν αθέμιτο ανταγωνισμό, μου φαίνεται ότι φτάνουν συχνά σε σημεία υπερβολής, δεδομένου ότι ήδη υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου, γιατί ήδη υπάρχει εμπόριο με όλες αυτές τις χώρες της Mercosur. Το μόνο που θα αλλάξει είναι ότι θα χαμηλώσουν οι δασμοί. Δεν είναι τόσο το ζήτημα της ασφάλειας, δηλαδή, όσο το όφελος της μείωσης των δασμών.
- Γιατί υπάρχουν, πέρα από το θέμα της ασφάλειας των τροφίμων και δικλείδες ασφαλείας όσον αφορά τις ποσοστώσεις.
Βεβαίως. Υπάρχουν και ποσοστώσεις. Αλλά, γενικότερα, κάθε άνοιγμα του εμπορίου πιέζει αφενός μεν τις επιχειρήσεις να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, αλλά τους δίνει και πρόσθετες ευκαιρίες. Και αυτό ισχύει και για πολλά ελληνικά προϊόντα, όπως και για πολλά ευρωπαϊκά.
Και ειδικά σε αυτές τις συνθήκες που από ό,τι φαίνεται, οι ΗΠΑ έχουν πάρει την κατεύθυνση αυτού του σκληρού εμπορικού πολέμου, οπωσδήποτε η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αντιδράσει δυναμικά, ανοίγοντας νέες εναλλακτικές αγορές.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωράει και σε μια σταδιακή απαγόρευση του ρωσικού αερίου και του πετρελαίου. Η μεγάλη εικόνα ποια είναι τώρα; Η Ευρώπη κερδίζει στρατηγική αυτονομία ή μεταφέρει απλώς την εξάρτησή της από τη Ρωσία σε άλλους προμηθευτές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Το ζήτημα της ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρώπης δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να κλείσει μέσα σε μια πενταετία ή μέσα σε μια δεκαετία. Είναι ένα έργο με πολύ ευρύτερο και μακρόπνοο ορίζοντα.
Εγώ το θεωρώ απολύτως αναγκαίο να συμβεί κάποια στιγμή. Αλλά γενικότερα οι λύσεις στα δικά μου τα μάτια, δεν είναι τόσο η εναλλαγή της εξάρτησης από το αέριο της Ρωσίας ή το αέριο των Ηνωμένων Πολιτειών, όσο η ανάπτυξη των παραγωγικών δομών ενέργειας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είτε αυτό είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που πρέπει να υπάρξει μια πολύ μεγάλη επιτάχυνση κυρίως στο ζήτημα της αποθήκευσης και αποταμίευσης ενέργειας - γιατί αυτό είναι το κρισιμότερο, όπως και η ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών - είτε επίσης και στη συστηματική σκέψη που πρέπει να υπάρχει πλέον για την χρήση πυρηνικής ενέργειας αξιοποιώντας τη νέα τεχνολογία μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων που είναι περισσότερο ασφαλείς, όπως μας λένε οι ειδικοί σε αυτόν το χώρο, που θα μπορούσαν να δώσουν λύσεις ουσιώδεις. Παρότι βέβαια χρειάζονται τεράστιες επενδύσεις για κάτι τέτοιο, είναι μία βάσιμη και ουσιώδης λύση, έτσι ώστε η Ευρώπη να πάψει να βρίσκεται μέσα σε αυτή τη «μέγγενη» της ενεργειακής εξάρτησης, είτε από τη Ρωσία, είτε από τις ΗΠΑ.
- Ένα άλλο ερώτημα αφορά την εφαρμογή της πράσινης συμφωνίας, το Green Deal με τους αυστηρούς κανόνες που έχει η ευρωπαϊκή παραγωγή από τη μία, ενώ από την άλλη οι ανταγωνιστές, οι ΗΠΑ και η Ασία, ακολουθούν πολύ πιο ελαστικούς κανόνες με αποτέλεσμα φυσικά ο ανταγωνισμός να είναι πολύ πιο δύσκολος. Μήπως η Ευρώπη αυτό-υπονομεύεται οικονομικά σε αυτό το επίπεδο;
Προοπτικά και με βάση τις τάσεις εξέλιξης της τεχνολογίας, κανένας δεν μας λέει ότι σε μερικά χρόνια, στο βάθος μιας δεκαετίας, θα είναι φθηνότερη η ενέργεια από αέριο ή από άλλα συμβατικά καύσιμα, από ότι θα είναι η παραγωγή ενέργειας από πυρηνική ενέργεια ή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως οι ανεμογεννήτριες ή τα φωτοβολταϊκά. Δηλαδή η λογική ότι είναι «εκ φύσεως» πολύ φθηνότερα τα ορυκτά καύσιμα καταρρέει σιγά σιγά.
Μέσα σε μια προοπτική δεκαετίας, εκτιμώ ότι οι τιμές θα είναι απολύτως συγκρίσιμες, η εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας πολύ χαμηλότερη και το κρίσιμο μέτωπο είναι η ανάπτυξη μεθοδολογιών, όπως σας είπα και πριν, αποταμίευσης της ενέργειας που χάνεται από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επειδή δεν μπορεί να αποθηκευτεί. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο στοίχημα. Και το δεύτερο, η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας με συστηματικό τρόπο στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν σε αυτά τα δύο πεδία υπάρξει ουσιώδης ανάπτυξη μέσα στην επόμενη δεκαετία, πιστεύω ότι η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πάψει να υφίσταται.
- Ο ενεργειακός κάθετος διάδρομος με σημείο κίνησης την Ελλάδα και με κόμβους την Αλεξανδρούπολη και τη Ρεβυθούσα, μπορεί να μετατρέψει τη χώρα μας σε έναν ουσιαστικό γεωοικονομικό «παίκτη» στην ευρύτερη περιοχή; Ή υπάρχει κίνδυνος να γίνουμε μόνο ένας απλός διάδρομος διέλευσης, χωρίς να υπάρχει κάποια προστιθέμενη αξία;
Κινδύνους δεν βλέπω από αυτήν την κίνηση. Τώρα, σε ποιον βαθμό θα έχουμε ουσιώδη οφέλη, αυτό εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες. Το ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή το σχέδιο για τον κάθετο διάδρομο είναι κάτι που απλώς ανοίγει μία πρόσθετη θετική προοπτική. Τώρα σε ποιον βαθμό αυτή η προοπτική θα υλοποιηθεί και σε ποιον βαθμό θα αποκτήσει ένα ουσιώδες περιεχόμενο, είναι κάτι το οποίο θα το δείξει το μέλλον, το μεσοπρόθεσμο. Δηλαδή σε μία πενταετία θα μπορούμε να αξιολογήσουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο κάθετος διάδρομος.
Σίγουρα κακό δεν είναι. Αλλά από την άλλη μεριά δεν δικαιολογεί και καμία μεγαλοστομία ή υπεραισιοδοξία ότι ξαφνικά γίναμε το ενεργειακό κέντρο του πλανήτη ή της Ευρώπης. Κάτι τέτοιο είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα.
Και φυσικά πολλά θα εξαρτηθούν από το αν τελικά τα κοιτάσματα που θα διερευνήσει η Chevron στον ελληνικό χώρο, θα είναι οικονομικά βιώσιμα και κερδοφόρα. Σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι δεν υπάρχει οικονομικό ενδιαφέρον για την αξιοποίηση αυτών των κοιτασμάτων, μειώνεται η θετικότητα αυτής της προοπτικής και αυτού του σχεδίου.
Όλα αυτά εξαρτώνται από τις εξελίξεις της έρευνας. Είτε έτσι, είτε αλλιώς όμως, η ίδια η διαδικασία που έφερε τη Chevron στο να δεσμευτεί στο να διερευνήσει αυτά τα κοιτάσματα, είναι μια επιτυχία διπλωματική και ένα ας το πούμε «θετικό δείγμα», σε όρους γεωπολιτικούς για τη χώρα μας.
- Τώρα βλέπουμε και κάποιες κινήσεις να γίνονται σε άλλα επίπεδα πέρα από το θέμα της ενέργειας, στο επίπεδο πχ της τεχνητής νοημοσύνης, της ανάπτυξης data centers κτλ. Σε συνδυασμό και με όλα αυτά που αναπτύξατε παραπάνω, ποια πιστεύετε ότι είναι η κατεύθυνση που θα πρέπει να πάρει η εθνική στρατηγική για τα επόμενα χρόνια; Πού να στραφούμε, πού υπάρχει περιθώριο;
Δεν υπάρχει σε παγκόσμιους όρους - έτσι και για την Ελλάδα - ένας κλάδος οικονομικής δραστηριότητας, ο οποίος να μην κρύβει τις ευκαιρίες του. Ευκαιρίες για την Ελλάδα υπάρχουν σε όλους τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Από τον πρωτογενή τομέα που απαιτεί βαθύ εκσυγχρονισμό, που σήμερα φυσικά δεν τον έχει και πρέπει να γίνουν γενναίες τομές, μέχρι τον τομέα της μεταποίησης, υπάρχουν ευκαιρίες. Και για περαιτέρω ενίσχυση και της φαρμακοβιομηχανίας στην Ελλάδα υπάρχουν ευκαιρίες και σε χώρους άλλους όπως τα logistics και στην ενέργεια όπως είπαμε προηγουμένως, φυσικά και στον χώρο των υπηρεσιών και στον τουρισμό.
Κρίσιμο όμως για όλους τους κλάδους που σας προανέφερα, είναι η ανάγκη ενός νέου προσανατολισμού προς υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Ό,τι και να παράγουμε, να είναι καλύτερης ποιότητας και ελκυστικό σε κόστος. Δηλαδή ένας διπλός αγώνας να βελτιώνουμε την ποιότητα της παραγωγής μας - κάθε είδους παραγωγής - και την ίδια στιγμή να μπορούμε να διατηρούμε όσο μπορούμε και ένα σχετικό πλεονέκτημα κόστους. Η σχέση δηλαδή, ποιότητας προς τιμή, σε οτιδήποτε παράγουμε στην Ελλάδα, είτε υλικό αγαθό είτε άυλο, να είναι ελκυστικό στις διεθνείς αγορές. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα κυρίως για τον ιδιωτικό μας τομέα. Δεν είναι τόσο δουλειά του κράτους, όσο είναι δουλειά της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, που πρέπει κάποια στιγμή να κάνει αυτό το άλμα προς τα πάνω. Αυτό το άλμα προς υψηλότερες ποιοτικές προδιαγραφές και υψηλότερη προστιθέμενη αξία, πράγμα που θα βελτιώσει και την παραγωγικότητα, αλλά και τις αμοιβές των εργαζομένων.








