Η ποιότητα του πόσιμου νερού επιδεινώνεται σε όλο και περισσότερες περιοχές, με βασικές αιτίες την υφαλμύριση από υπεράντληση, τη νιτρορρύπανση* από αγροτικά λιπάσματα και τη γεωγενή παρουσία στοιχείων όπως αρσενικό, χρώμιο και ουράνιο**.
Εκτός από τις περιοχές με εντατικές καλλιέργειες, η πίεση εντείνεται ιδιαίτερα σε παράκτιες ζώνες με υψηλή ζήτηση (πχ Χαλκιδική), αλλά και όπου η λειψυδρία οδηγεί σε βαθύτερες γεωτρήσεις, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο να αντληθεί νερό με χειρότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Την εικόνα αυτή περιγράφει, μιλώντας στα Μακεδονικά Νέα, ο Καθηγητής Υδρογεωλογίας του ΑΠΘ, Κωνσταντίνος Βουδούρης, ο οποίος αναλύει παρακάτω τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του νερού, ξεχωρίζοντάς τους σε ανθρωπογενείς και γεωγενείς, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να υπάρχει επάρκεια νερού, αλλά να είναι και ποιοτικό, ασφαλές για κατανάλωση.
Με βάση τα παραπάνω αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα η υποχρέωση έγκαιρου προγραμματισμού της παρακολούθησης της ποιότητας του πόσιμου νερού που έχουν όλοι ανεξαιρέτως οι φορείς που ασχολούνται με την ύδρευση, υποχρέωση που ανέδειξαν τα Μακεδονικά Νέα με τη συνέντευξη της Γενικής Γραμματέως Δημόσιας Υγείας, Χριστίνας-Μαρίας Κράββαρη, η οποία αναφερόταν στη νέα εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας για τη διασφάλιση της ενιαίας και συστηματικής εποπτείας των ελέγχων.
Στην Ελληνική επικράτεια εξάλλου είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα με ελέγχους που ανέδειξαν σημαντικά προβλήματα υποβάθμισης της ποιότητας του νερού, από πολλούς παράγοντες που δεν είναι πάντοτε ανθρωπογενείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ΔΕΥΑ Σερρών που τον περασμένο Μάιο ανακοίνωσε ότι, μετά από ελέγχους και επιβεβαίωση υπερβάσεων της παραμετρικής τιμής για ουράνιο, απαγορεύτηκε η πόση και η χρήση στο μαγείρεμα σε συγκεκριμένες περιοχές (Μελενικιώτικα, τμήμα Χρυσοπηγής/Μετοχίου, Λευκώνα, Χριστός κ.ά.).
Ο παρακάτω χάρτης (Χάρτης Χημικής Κατάστασης ΥΔ10 – Ειδική Γραμματεία Υδάτων-ΥΠΕΝ) αποτυπώνει τη χημική κατάσταση των υπόγειων υδατικών συστημάτων στο Υδατικό Διαμέρισμα Κεντρικής Μακεδονίας (03/2024). Με πράσινο σημειώνονται τα συστήματα σε καλή χημική κατάσταση και με κόκκινο όσα κατατάσσονται σε κακή, περιέχουν δηλαδή τουλάχιστον έναν ρυπαντικό παράγοντα που τα καθιστά μη ποιοτικά. Να σημειωθεί πως σύμφωνα με τον χάρτη, το κόκκινο χρώμα καταλαμβάνει περίπου το 28% της συνολικής έκτασης της Κεντρικής Μακεδονίας.

Οι ανθρωπογενείς παράγοντες που επιβαρύνουν την ποιότητα του νερού
Η υποβάθμιση της ποιότητας του πόσιμου νερού σχετίζεται σε πολλές περιπτώσεις με την αυξημένη ζήτηση και την πίεση στον υδροφορέα, που ειδικά στα παράκτια υδροφόρα συστήματα οδηγεί σε υφαλμύρωση.
Όπως επισημαίνει ο κ.Βουδούρης, «σε κανονικές συνθήκες το γλυκό νερό επιπλέει στο θαλασσινό, αλλά όταν πέσει πολύ και για μεγάλο διάστημα η στάθμη, αντιστρέφεται η υδραυλική κλίση και εισχωρεί η θάλασσα». Το αποτέλεσμα είναι το νερό των γεωτρήσεων να εμφανίζει αυξημένη αλατότητα, γλυφό νερό και συχνά ακατάλληλο για πόση.
Η πίεση γίνεται εντονότερη λόγω της συγκέντρωσης πληθυσμού και δραστηριοτήτων κοντά στη θάλασσα. Τουρισμός, εποχικές αιχμές κατανάλωσης και αστικοποίηση των παράκτιων ζωνών αυξάνουν τις ανάγκες άντλησης από τα ευάλωτα υδροφόρα συστήματα.
Η υφαλμύριση επηρεάζει όμως και την αγροτική παραγωγή καθώς σε ευαίσθητες καλλιέργειες, η συστηματική άρδευση με υφάλμυρο νερό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση απόδοσης ή και καταστροφή. Ο κ.Βουδούρης σημειώνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις «δεν έχουμε μόνο ζήτημα πόσιμου νερού, αλλά και πρόβλημα για την ίδια την καλλιέργεια».
Ένα ενδιαφέρον σημείο που αναφέρει, είναι η περίπτωση υφαλμύρισης που δεν αποδίδεται στην υπεράντληση, αλλά μπορεί να συμβεί όταν υπάρχουν ρήγματα κάθετα σε μια ακτή που μπορούν να λειτουργήσουν ως «δίοδοι» για το θαλάσσιο νερό προς το εσωτερικό. Περιέγραψε μάλιστα μια περίπτωση στην Κορινθία, όπου το φαινόμενο καταγράφηκε σε μεγάλη απόσταση από την ακτή, περίπου 4-5 χιλιομέτρων.
Δεύτερος βασικός ανθρωπογενής παράγοντας σύμφωνα με τον Καθηγητή Υδρογεωλογίας, είναι η νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης, που συνδέεται με την εκτεταμένη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων. Το άζωτο που δεν απορροφάται από τα φυτά, καταλήγει μέσω των φυσικών διεργασιών, στα υπόγεια νερά ως νιτρικά. «Η νιτρορρύπανση αγροτικής προέλευσης είναι από τις κύριες “ασθένειες” των νερών», τονίζει, περιγράφοντας μια πίεση που καταγράφεται σε αρκετές, κυρίως πεδινές, εντατικά καλλιεργούμενες ζώνες.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα χρειάζεται συνεχή και συστηματική παρακολούθηση και όχι αποσπασματικές μετρήσεις, καθώς ο κίνδυνος από τα υψηλά νιτρικά είναι μεγάλος, ιδιαίτερα για τα βρέφη. Οι τάσεις, όπως λέει, είναι «να αυξάνονται και να επεκτείνονται αυτές οι περιοχές» λόγω της έντονης αγροτικής δραστηριότητας.
Στην εξίσωση μπαίνει τα τελευταία χρόνια πλέον, όλο και πιο πολύ και η ξηρασία, που ωθεί πολλούς φορείς σε βαθύτερες γεωτρήσεις για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη ποσότητα νερού. Σε αυτές τις περιπτώσεις ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Βουδούρη, αυξάνεται ο κίνδυνος ποιοτικής υποβάθμισης, καθώς οι γεωτρήσεις μπορεί να φτάσουν σε πιο επιβαρυμένα υδρογεωλογικά στρώματα που μπορεί να περιέχουν π.χ. αρσενικό ή άλλα βλαβερά στοιχεία.
Οι γεωγενείς παράγοντες επιβάρυνσης
Πέρα από την ανθρώπινη πίεση, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι γεωγενείς παράγοντες, δηλαδή τα ίδια τα πετρώματα και οι γεωχημικές συνθήκες κάθε περιοχής. Ο κ.Βουδούρης βάζει στο επίκεντρο το αρσενικό που είναι και η πιο συνηθισμένη περίπτωση, το ουράνιο και, σε ορισμένες ζώνες, το χρώμιο, στοιχεία που μπορεί να περάσουν με φυσικό τρόπο στα υπόγεια νερά.
Για το αρσενικό, που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα τοξικό, σημειώνει ότι εμφανίζεται σαφώς συχνότερα όπου υπάρχουν γεωθερμικά πεδία. «Το ζεστό νερό, καθώς κυκλοφορεί σε βάθος, μπορεί να αποδεσμεύει στοιχεία από τα πετρώματα», εξηγεί, περιγράφοντας έναν μηχανισμό που δεν σχετίζεται απαραίτητα με άμεση ανθρώπινη ρύπανση, αλλά με τη φυσική υδρογεωχημεία της περιοχής.
Αντίστοιχα, για το ουράνιο τονίζει πως στην περιοχή των Σερρών «υπάρχουν γεωθερμικά πεδία και ένα γρανιτικό πέτρωμα , συνδυασμός που ευνοεί την απελευθέρωση ουρανίου». Στο ίδιο πλαίσιο εφιστά προσοχή και στη χρήση θερμών/ιαματικών νερών για κατανάλωση (ποσιθεραπεία). Η λογική, όπως τη διατυπώνει, είναι ότι τέτοια νερά μπορεί να έχουν ιδιαίτερη χημική σύσταση και γι’ αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως νερό καθημερινής πόσης χωρίς σαφή έλεγχο καταλληλότητας, ενώ η κατανάλωση τους πρέπει να γίνεται με προσοχή, σε μικρές ποσότητες.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει πόσο σημαντικοί είναι οι τακτικοί έλεγχοι της ποιότητας του νερού, ειδικά αυτού που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση. Πολλές φορές ωστόσο, ο πιο κρίσιμος «κρίκος» στο ζήτημα των ελέγχων, οι φορείς ύδρευσης, λειτουργούν οριακά, κάτω από το βάρος της έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού, αλλά και του υπέρογκου ενεργειακού κόστους για τις γεωτρήσεις που τα τελευταία χρόνια εκτινάχθηκε. Όπως αναφέρει και ο κ. Βουδούρης, πολλές ΔΕΥΑ «το παλεύουν με αυτοθυσία», ιδιαίτερα το καλοκαίρι όταν οι απαιτήσεις κορυφώνονται, ενώ τα παλαιωμένα δίκτυα και οι περιορισμένοι πόροι για προληπτικές παρεμβάσεις, δυσκολεύουν την κατάσταση. Η οικονομική πίεση εξάλλου, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα των φορέων να επενδύσουν σε ελέγχους, αναβαθμίσεις δικτύων και σύγχρονη επεξεργασία, με αποτέλεσμα η καθημερινή διαχείριση να δίνει προτεραιότητα στην άμεση επάρκεια και όχι πάντα στη μακροπρόθεσμη θωράκιση της ποιότητας.
Παρακάτω παρατίθενται περισσότερες επιστημονικές πληροφορίες που παρέθεσε στα Μακεδονικά Νέα ο κ. Κωνσταντίνος Βουδούρης, για την έγκυρη και πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών:
* Νιτρορύπανση
Η νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης, είναι μια σημαντική αιτία ποιοτικής υποβάθμισης των υπόγειων νερών. Γενικά, οι αβαθείς υπόγειοι υδροφορείς ρυπαίνονται από νιτρικά ιόντα σε μεγαλύτερο βαθμό από τους βαθύτερους υδροφορείς.
Σε περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ευπρόσβλητες ζώνες, σύμφωνα με την ΚΥΑ 19562/1906/99 (ΦΕΚ 1575Β/5-8-1999) που τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 983/23-4-2013) συντάσσονται σχέδια δράσης, ώστε να μειωθεί η ρύπανση των νερών. Έτσι, με βάση τις ανωτέρω αποφάσεις, οι ευπρόσβλητες περιοχές στη Βόρειο Ελλάδα είναι: (1) η περιοχή του νότιου τμήματος του ποταμού Έβρου, (2) το πεδίο της λίμνης Βιστονίδας, (3) η λεκάνη του ποταμού Αγγίτη-Στρυμώνα, (4) η περιοχή Επανομής Θεσσαλονίκης, (5) ο Θεσσαλικός κάμπος, (6) η πεδιάδα Θεσσαλονίκης. Εκτός από τις ανωτέρω περιοχές, πιθανά υπάρχουν και άλλες περιοχές στον ελληνικό χώρο που έχουν υποστεί νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης.
Με την Υπουργική Απόφαση (1791/74062-2-7-2015) θεσπίζονται τα αναγκαία συμπληρωματικά μέτρα σχετικά με τη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων στη γεωργία, την εφαρμογή του κώδικα ορθής πρακτικής, κ.ά. με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, των νερών και του εδάφους .
Αρσενικό
Η ρύπανση από το αρσενικό έχει αναγνωρισθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως ένα «μεγάλο ζήτημα δημόσιας υγείας». Επιπλέον με βάση επιδημιολογικές έρευνες το αρσενικό ανήκει στην πρώτη ομάδα και κατηγορία 1 των ουσιών που προκαλούν ανθρώπινες καρκινογενέσεις. Το αρσενικό θεωρείται τοξικό στοιχείο και μάλιστα αυτή είναι ίσως και η σημαντικότερη ιδιότητά του. Η τοξικότητά του εξαρτάται από τη συνολική πρόσληψη και τη χημική μορφή του. Η χρόνια πρόσληψή του προκαλεί σοβαρές βλάβες στην υγεία όπως προβλήματα στα νεύρα και το γαστρεντερικό σύστημα, καρκίνο στα πνευμόνια, το δέρμα και το συκώτι και τέλος η κυριότερη πάθηση είναι η λεγόμενη ασθένεια του μαύρου ποδιού.
Στη βόρεια Ελλάδα, η παρουσία του αρσενικού έχει εντοπισθεί σε πολλές περιοχές, όπως η περιοχή της βορειοδυτικής Χαλκιδικής στα Δημοτικά Διαμερίσματα Νέα Πλάγια, Φλογητά, Νέα Τρίγλια, Ελαιοχώρι, η λεκάνη του Ανθεμούντα και η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης (λεκάνες Αξιού και Γαλλικού) και ειδικότερα η περιοχή της Χαλάστρας.
Υφαλμύριση
Οι έντονες αντλήσεις στις παράκτιες περιοχές ελαττώνουν ή αναστρέφουν τη φυσική υδραυλική κλίση προς τη θάλασσα με συνέπεια τη διείσδυση του θαλασσινού νερού προς την ενδοχώρα.
Το πρόβλημα της θαλάσσιας διείσδυσης καταγράφεται σε πολλούς παράκτιους υδροφορείς του πλανήτη (ΗΠΑ, Αυστραλία, Αφρική, Ασία). Στην Ευρώπη έντονα προβλήματα αντιμετωπίζουν οι μεσογειακές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα). Η ποιοτική υποβάθμιση των υπόγειων νερών στους παράκτιους υδροφορείς αποτελεί τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη των περιοχών αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι το υπόγειο νερό μπορεί να καταστεί μη πόσιμο από ανάμειξη με θαλασσινό νερό σε ποσοστό 2%. Η μακροχρόνια χρήση υφάλμυρου νερού για άρδευση ευαίσθητων καλλιεργειών έχει αρνητικές επιπτώσεις στο έδαφος και τα φυτά.
** Ουράνιο στα υπόγεια νερά
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει μια κατευθυντήρια τιμή ίση με 30 μg/L για τη μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση ουρανίου στο πόσιμο νερό (WHO, 2017),
Η παρουσία ουρανίου στα υπόγεια ύδατα συνδέεται κυρίως με το γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής μελέτης και τους σχηματισμούς γρανίτη. Η παρουσία γεωθερμικών πεδίων και γεωθερμικών ρευστών ευνοεί την «κινητοποίηση» του ουρανίου στο νερό. Επιπλέον, η χρήση φωσφορικών λιπασμάτων συνδέεται με την παρουσία ουρανίου στα νερά.
Οι συγκεντρώσεις ουρανίου εξαρτώνται επίσης από τους τύπους ορυκτών που ενσωματώνονται στα πετρώματα. Συνεπώς, το γεωγενές ουράνιο τείνει να ενσωματώνεται σε πολλές ορυκτές φάσεις όπως: i) οξείδια (π.χ. ουρανίτης), ii) πυριτικά άλατα (ζιρκόνιο, κ.ά.), iii) φωσφορικά άλατα. Τα φωσφορικά πετρώματα έχουν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ουρανίου, περίπου 30 έως 200 mg/kg, επειδή το ουράνιο είναι ένα από τα κύρια υποκατάστατα του ασβεστίου στην κρυσταλλική δομή του απατίτη. Αυτά τα ορυκτά μπορούν να διαλυθούν και να κινητοποιηθούν σε υδατικά συστήματα μέσω των διεργασιών της αποσάθρωσης και της υδροθερμικής εξαλλοίωσης που απελευθερώνουν ουράνιο στα υπόγεια νερά.
Γενικά, η υδρογεωχημική συμπεριφορά του ουρανίου είναι πολύπλοκη και εξαρτάται από το υδροχημικό καθεστώς και διάφορες υδρολογικές παραμέτρους, όπως: i) pH, ii) αλκαλικότητα, iii) οξειδοαναγωγικές συνθήκες, και iv) χημική σύσταση των νερών.
Στα υπόγεια νερά, το διαλυμένο ουράνιο μπορεί να εμφανιστεί τόσο στην τετρασθενή (IV), όσο και στην εξασθενή (VI) οξειδωτική κατάσταση. Η εξασθενής μορφή είναι κινητική, βιοδιαθέσιμη και τείνει να έχει υψηλότερη τοξικότητα.







