Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως πάνω στη μνήμη των νεκρών της τραγωδίας των Τεμπών στήθηκε, οργανώθηκε και εκτελέστηκε μια πολυεπίπεδη επιχείρηση πολιτικής δολιοφθοράς. Μια επιχείρηση που δεν στόχευε απλώς στην αποδόμηση της κυβέρνησης, αλλά στην αποσταθεροποίηση του ίδιου του κράτους, στην αλλοίωση της κοινωνικής συνοχής και στην εργαλειοποίηση του εθνικού πένθους για αλλότριους σκοπούς.
Η δημοσιοποίηση του πορίσματος της Πυροσβεστικής, το οποίο έβαλε την οριστική ταφόπλακα σε όλες τις θεωρίες συνωμοσίας περί «παράνομου φορτίου ξυλολίου» και άλλων φανταστικών σεναρίων που αναπαράγονταν για δύο χρόνια, αποκάλυψε το μέγεθος της απάτης. Οι θεωρίες αυτές δεν γεννήθηκαν αυθόρμητα, ούτε προέκυψαν από τη φυσιολογική απορία της κοινής γνώμης. Ήταν κατασκευασμένες, μεθοδευμένες και μελετημένες.
Η επιχείρηση στηρίχθηκε στην επιστράτευση πολιτικών, οικονομικών, μιντιακών και διαδικτυακών μηχανισμών. Μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμισαν με «αποκαλύψεις», «διαρροές», «ειδικούς» και «μάρτυρες» που εναλλάσσονταν σαν κομπάρσοι σε σκηνοθετημένο έργο. Οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονταν σε τηλεοπτικά πάνελ, αναπαράγονταν από ιστοσελίδες αμφιβόλου αξιοπιστίας και έβρισκαν χώρο ακόμα και σε κανονικά μέσα ενημέρωσης που έψαχναν απλώς «να δώσουν τροφή στο κοινό».
Δεν επρόκειτο για αυθόρμητη αντίδραση πολιτών ή περιθωριακές ομάδες που έστησαν κάποια ανώνυμα προφίλ. Επρόκειτο για κανονικό σχέδιο. Γιατί χρειάζεται οργάνωση, χρονοδιάγραμμα, ικανότητα συντονισμού και – πάνω απ’ όλα – χρήματα για να στηθεί μια τέτοια μηχανή. Πληρωμένες διαφημίσεις στο διαδίκτυο, μαζική ενεργοποίηση χιλιάδων bots, ακριβοπληρωμένα βίντεο και γραφικά που διακινούνταν σαν επαγγελματική καμπάνια. Όλα αυτά δεν είναι έργο κάποιων «θεωρητικών του καναπέ».
Ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: να χτυπηθεί το κράτος εκεί που πονάει περισσότερο – στη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες. Ο μηχανισμός εκμεταλλεύτηκε το συλλογικό σοκ και τη συναισθηματική φόρτιση. Όταν μια κοινωνία θρηνεί, είναι ευάλωτη. Και τότε είναι που βρίσκουν χώρο τα πιο κυνικά πολιτικά σχέδια.
Δεν είναι τυχαίο ότι το αφήγημα των «κρυφών φορτίων» και της «συγκάλυψης» προωθήθηκε την ίδια στιγμή που η κοινωνία αναζητούσε ευθύνες. Δεν είναι τυχαίο ότι εμφανίστηκαν «ειδικοί» που δήθεν είχαν πρόσβαση σε στοιχεία της δικογραφίας, ενώ στην πραγματικότητα αναπαρήγαγαν φήμες. Και δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός βρέθηκε εκτεθειμένος, αφήνοντας ανοιχτό ένα ενδεχόμενο που ποτέ δεν είχε πραγματική βάση, απλώς και μόνο επειδή το κύμα παραπληροφόρησης είχε πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι πρωτίστως θέμα εθνικής ασφάλειας. Όταν ένας οργανωμένος μηχανισμός μπορεί να πείσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους ότι το κράτος συγκαλύπτει, ότι η κυβέρνηση ψεύδεται και ότι η ίδια η δικαιοσύνη είναι μέρος της απάτης, τότε δεν έχουμε απλώς μια κρίση εμπιστοσύνης. Έχουμε μια υβριδική επίθεση.
Τέτοιες επιθέσεις δεν χρειάζονται τανκς ή βόμβες. Χρειάζονται μόνο ψεύδη που γίνονται «αλήθειες» στο μυαλό των πολιτών. Και αρκούν για να παραλύσουν την κοινωνική και οικονομική ζωή, να βγάλουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους, να αποσταθεροποιήσουν θεσμούς και να δηλητηριάσουν το πολιτικό κλίμα.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να παραμείνει αμέτοχη. Οφείλει να ερευνήσει ποιοι ήταν αυτοί που έστησαν το σχέδιο. Ποιοι κρύβονται πίσω από τα ανώνυμα προφίλ, ποιοι χρηματοδότησαν τις καμπάνιες, ποιοι έδωσαν τον τόνο της σκηνοθεσίας. Δεν αρκεί να καταρριφθούν οι θεωρίες. Χρειάζεται να λογοδοτήσουν εκείνοι που τις κατασκεύασαν και τις διέσπειραν μεθοδικά. Γιατί δεν πρόκειται για απλή «προπαγάνδα» ή για «φυσιολογική» πολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για στοχευμένη δολιοφθορά που χτυπά τη δημοκρατία στον πυρήνα της: στην αλήθεια.
Σε αυτή την επιχείρηση παραπληροφόρησης, η στάση της αντιπολίτευσης υπήρξε όχι απλώς προβληματική, αλλά καταστροφική. Αντί να σταθεί με υπευθυνότητα απέναντι σε ένα εθνικό δράμα και να περιμένει τα επίσημα πορίσματα, σύσσωμη σχεδόν η αντιπολίτευση έσπευσε να υιοθετήσει ή να υπονοήσει τις πιο ακραίες θεωρίες. Να ρίξει νερό στον μύλο της συνωμοσιολογίας, να κερδίσει μικροκομματικά οφέλη πάνω στον πόνο και την οργή μιας ολόκληρης κοινωνίας. Και το πιο θλιβερό: ακόμη και το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα που ιστορικά όφειλε να κρατά θεσμικό και υπεύθυνο ρόλο, σύρθηκε πίσω από τις σειρήνες της δημαγωγίας. Έτσι, αντί να συμβάλει στη θεσμική σοβαρότητα και στη σταθερότητα, έβαλε πλάτη – συνειδητά ή ασυνείδητα – σε μια οργανωμένη επιχείρηση δολιοφθοράς. Αυτή η στάση δεν συνιστά απλώς πολιτικό λάθος· συνιστά εθνική υπονόμευση.
Η τραγωδία των Τεμπών υπήρξε μια ανοιχτή πληγή για τη χώρα. Αντί όμως να αποτελέσει αφορμή για συλλογική περισυλλογή και ενότητα, μετατράπηκε σε όχημα μιας βρώμικης πολιτικής εκστρατείας. Η μνήμη των νεκρών εργαλειοποιήθηκε, οι οικογένειες τους βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας ασταμάτητης παραπληροφόρησης και η κοινωνία βυθίστηκε σε ένα τοξικό νέφος ψευδών.
Η υπόθεση πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη σοβαρότητα που της αρμόζει. Όχι μόνο ως πολιτική εκμετάλλευση, αλλά ως επίθεση σε βάρος της χώρας. Μια επίθεση που αποκάλυψε πόσο εύκολα μπορεί να χειραγωγηθεί η κοινή γνώμη, πόσο ευάλωτο είναι το κράτος απέναντι στη βιομηχανία της προπαγάνδας, και πόσο αναγκαία είναι η θωράκιση της δημοκρατίας απέναντι σε τέτοιους μηχανισμούς.
Η αλήθεια για τα Τέμπη γράφτηκε με αίμα. Και καμία «σκηνοθεσία» δεν μπορεί να τη σβήσει.
*Ο κ. Σταύρος Γκουγκουλούδης είναι δικηγόρος