Το καλοκαίρι του 2019, ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε μπροστά σε μια μοναδική ιστορική ευκαιρία.
Μπορεί να είχε ήδη υποστεί σοβαρή πολιτική φθορά, ωστόσο διατηρούσε σημαντικά ποσοστά, άνω του 31%, ενώ η ήττα του απέναντι στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν αξιοπρεπής σε όρους εκλογικού αποτελέσματος.
Εκείνη η στιγμή ήταν η τελευταία σοβαρή δυνατότητα για τον ίδιο και τον ΣΥΡΙΖΑ να επιχειρήσουν ένα ουσιαστικό rebranding -να αποτινάξουν το φορτίο της περιόδου 2015–2019, να κάνουν ειλικρινή αυτοκριτική, να ανασυγκροτηθούν και να επανέλθουν ως μία σοβαρή, σύγχρονη και ευρωπαϊκή αριστερή δύναμη. Αντί γι' αυτό, ο Τσίπρας ακολούθησε τον δρόμο της αδράνειας, της ιδεοληψίας και τελικά της αυτοκαταστροφής.
Ο Τσίπρας δεν ηττήθηκε μόνο επειδή εφάρμοσε σκληρά μέτρα. Ηττήθηκε επειδή αθέτησε όλες του τις υποσχέσεις με έναν τρόπο σχεδόν προκλητικό.
Από το πρώτο εξάμηνο του 2015, με την ερασιτεχνική και ιδεοληπτική διαπραγμάτευση του Βαρουφάκη, το δημοψήφισμα-παρωδία που ακυρώθηκε μέσα σε 48 ώρες, την κωλοτούμπα του Ιουλίου και τελικά την υπογραφή του πιο επαχθούς τρίτου μνημονίου - όλα συνέθεσαν ένα αφήγημα πολιτικής ανευθυνότητας που δεν μπορούσε να ξεχαστεί εύκολα.
Ακολούθησαν τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης γεμάτα αντιφάσεις και αποτυχίες.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε με στυγνή λιτότητα: περικοπές συντάξεων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, νομοθέτηση ομαδικών απολύσεων, υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.
Η υποτιθέμενη φιλολαϊκή αριστερά εφάρμοσε ό,τι δεν τόλμησαν να περάσουν οι «μνημονιακοί» πριν από αυτήν.
Και όλα αυτά δεν έγιναν με ένα κάποιο σχέδιο μεταρρυθμιστικής ανασυγκρότησης. Έγιναν με κύριο στόχο την παραμονή στην εξουσία, την καλλιέργεια μιας νέας πελατειακής σχέσης με κοινωνικές ομάδες που θεωρούνταν «φιλικά προσκείμενες» και την πλήρη εργαλειοποίηση του κράτους και των θεσμών.
Η τραγωδία στο Μάτι αποτέλεσε μια εμβληματική στιγμή κατάρρευσης του κρατικού μηχανισμού - και ταυτόχρονα μια αδιάσειστη απόδειξη πολιτικής απανθρωπιάς και κυνισμού, όταν επιχειρήθηκε η απόκρυψη των νεκρών την ώρα που οι κάμερες κατέγραφαν τον ίδιο τον Τσίπρα και τους παρατρεχάμενους του να «συσκέπτονται» σε μια προσπάθεια ανερυθρίαστου πολιτικού damage control.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιδόθηκε σε έναν άνευ προηγουμένου θεσμικό κατήφορο: διώξεις πολιτικών αντιπάλων με ανυπόστατες κατηγορίες και σκευωρίες, όπως στην υπόθεση Novartis, απόπειρες ελέγχου της Δικαιοσύνης, καταπάτηση της ανεξαρτησίας των θεσμών και προσπάθεια εγκαθίδρυσης ελέγχου στα ΜΜΕ με πρακτικές που θύμιζαν τριτοκοσμικά καθεστώτα. Κάθε επίφαση σεβασμού του κράτους δικαίου υπονομεύθηκε, όχι από λάθη, αλλά από επιλογές.
Κι όμως, το 2019, ο ελληνικός λαός, κουρασμένος μεν αλλά όχι εκδικητικός, του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία.
Του αναγνώρισε μια σχετική ανθεκτικότητα.
Του προσέφερε την πολιτική νομιμοποίηση να ανασυγκροτήσει τον χώρο της κεντροαριστεράς και να επανατοποθετηθεί ως σοβαρός θεσμικός πόλος. Εκείνη η στιγμή μπορούσε να είναι το πολιτικό του restart.
Αντί γι’ αυτό, ο Τσίπρας παγιδεύτηκε στον εαυτό του: αρνήθηκε να μετακινηθεί ιδεολογικά, να ανανεώσει το κόμμα, να απομακρύνει πρόσωπα που συμβόλιζαν τη μνησικακία, τον λαϊκισμό και την πολιτική ανευθυνότητα.
Αντί να επενδύσει στον ρεαλισμό και τον πολιτικό εξευγενισμό, αντιπολιτεύθηκε με τοξικότητα, καταγγελιολογία και θολό ιδεολογικό υπόβαθρο.
Η ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019 παρέμεινε βουτηγμένη σε μια φτηνιάρικη αντισυστημική αφήγηση, σαν να μην είχαν κυβερνήσει ποτέ, σαν να μην είχαν καμία ευθύνη για την πορεία της χώρας.
Ο πολιτικός χώρος που κάποτε παρουσίαζε στοιχεία δυναμισμού και αυθεντικής εναλλακτικότητας, μετατράπηκε σε καταφύγιο εσωστρέφειας, προσωπικών στρατηγικών και πολιτικού αναλφαβητισμού.
Η απόρριψη του Τσίπρα και του κόμματός του το 2023 ήταν απολύτως προβλέψιμη.
Όχι γιατί ξαφνικά η κοινωνία έγινε «δεξιά», αλλά γιατί δεν άντεχε άλλο την πολιτική φάρσα. Ο Τσίπρας πλήρωσε όχι το 2015, αλλά την αδυναμία του να μάθει από το 2015 και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της νέας εποχής.
Ο ΣΥΡΙΖΑ διελύθη υπό το βάρος των εσωτερικών του αντιφάσεων και της διαρκούς άρνησης να αλλάξει.
Όσο κι αν ο ίδιος απολάμβανε να φαντάζεται τον εαυτό του ως «αντίπαλο δέος», η πραγματικότητα ήταν πιο σκληρή: είχε πάψει να αποτελεί επιλογή για το ευρύ κέντρο της κοινωνίας.
Και τώρα, με έναν ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά ημιθανή και κοινωνικά περιθωριοποιημένο, ο Τσίπρας επανεμφανίζεται.
Όχι με κάποια νέα πρόταση, ούτε με έναν ξεκάθαρο απολογισμό.
Επανέρχεται, ανασύροντας τη ρητορική του 2015, προσπαθώντας να μιλήσει ξανά στη βάση που τον αποθέωσε τότε, λες και τίποτα δεν μεσολάβησε.
Αυτή η απόπειρα επιστροφής μοιάζει με καρικατούρα πολιτικής ανάστασης.
Δεν υπάρχει όραμα, δεν υπάρχει ενδοσκόπηση, δεν υπάρχει ίχνος κατανόησης των λαθών. Υπάρχει μόνο μια εμμονική επιθυμία παραμονής στο πολιτικό προσκήνιο.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως «νέος Τσίπρας» ενώ αρνείται να παραδεχθεί ότι ο παλιός απέτυχε. Δεν μπορεί να μιλήσει για το μέλλον, γιατί είναι αιχμάλωτος του παρελθόντος του. Δεν μπορεί να πείσει κανέναν για την πολιτική του ωρίμανση, γιατί ουδέποτε προχώρησε σε αυτοκριτική.
Και τελικά, δεν μπορεί να διεκδικήσει ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι της επόμενης δεκαετίας, γιατί η ίδια η κοινωνία τον έχει κατατάξει στο χρονοντούλαπο της πολιτικής παρωδίας.
Η προσπάθεια επανεμφάνισης του Τσίπρα δεν είναι μόνο άκαιρη - είναι φαιδρή.
Θυμίζει περισσότερο κακέκτυπο ενός παλιού αφηγήματος, που σήμερα δεν συγκινεί πια κανέναν.
Η πολιτική του διαδρομή, αν δεν κλείσει με αυτογνωσία, θα καταλήξει σε φάρσα.
Και η φάρσα αυτή, αν επιμείνει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του ελληνικού λαού, το μόνο που θα καταφέρει είναι να καταστρέψει πλήρως και ό,τι έχει απομείνει από τον χώρο που κάποτε τον ανέδειξε.
*Ο κ. Σταύρος Γκουγκουλούδης είναι δικηγόρος