«Βαραίνει» μέρα με την ημέρα η εικόνα στα τμήματα επειγόντων των νοσοκομείων, όπου η προσέλευση ασθενών με γρίπη συνεχίζει να αυξάνεται και τις τελευταίες εφημερίες να έχουν δώσει περισσότερες εισαγωγές.
Ήδη η γρίπη έχει αρχίσει να υπερισχύει έναντι άλλων αναπνευστικών λοιμώξεων, ενώ λιγότερα είναι πλέον τα περιστατικά COVID ή οι «κοινές ιογενείς» που συνήθως βλέπουμε αυτή την εποχή. Το βάρος πέφτει κυρίως στους μεγαλύτερους και σε όσους έχουν υποκείμενα σοβαρά προβλήματα υγείας, δηλαδή στις ομάδες υψηλού κινδύνου που είναι και εκείνες που τελικά χρειάζονται νοσηλεία.
Στη διάρκεια της χθεσινής εφημερίας της Γ’ Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής του ΑΠΘ στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ο Καθηγητής Παθολογίας και Διευθυντής της κλινικής, Βασίλειος Κώτσης, περιγράφει μια εικόνα που βαίνει τις τελευταίες ημέρες όλο και πιο δύσκολη, αλλά παραμένει ακόμη διαχειρίσιμη. Από την έναρξη της εφημερίας έως το μεσημέρι η προσέλευση ήταν αυξημένη, χωρίς ευτυχώς να έχει φτάσει ακόμα σε «τραγικά επίπεδα», αν και η άνοδος ήταν σαφής και σταθερή.
Όπως εξηγεί, μιλώντας στα Μακεδονικά Νέα, εκείνοι που τελικά θα χρειαστούν εισαγωγή είναι κυρίως οι μεγαλύτερες ηλικίες και οι ασθενείς με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, δηλαδή οι ομάδες υψηλού κινδύνου. Πρόκειται για πληθυσμούς στους οποίους η γρίπη μπορεί να επιβαρύνει γρήγορα την κλινική εικόνα και να οδηγήσει σε επιπλοκές.
Σημαντικό μέρος της προσέλευσης, σύμφωνα με τον ίδιο, αφορά πολίτες που έχουν ήδη νοσήσει και προσέρχονται κυρίως επειδή είναι φοβισμένοι. «Ακούνε πολλά» και δεν θέλουν να ρισκάρουν να μείνουν χωρίς ιατρική εκτίμηση, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι επισκέψεις στα επείγοντα.
Την ίδια στιγμή καταγράφεται και αύξηση των εισαγωγών, με τον κ. Κώτση να αναφέρει ότι στις δύο τελευταίες εφημερίες, η γρίπη άρχισε να υπερισχύει ξεκάθαρα έναντι άλλων λοιμώξεων του αναπνευστικού, ενώ λιγότερα είναι τα περιστατικά COVID και οι συνήθεις ιογενείς λοιμώξεις που καταγράφονται κάθε χειμώνα.
Ο Διευθυντής της Γ’ Παθολογικής Κλινικής του ΑΠΘ, εκτιμά ότι το άνοιγμα των σχολείων μετά τις γιορτές, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την αύξηση της μεταδοτικότητας, καθώς όπως λέει τα παιδιά αποτελούν μια «δεξαμενή» επαφών και, επειδή έρχονται καθημερινά σε στενή επαφή τόσο με συνομηλίκους όσο και με μεγαλύτερα άτομα στο σπίτι, η μετάδοση προς ηλικιωμένους συγγενείς γίνεται πολύ εύκολα. Τα περισσότερα παιδιά, σημειώνει, περνούν πιο ήπια τη νόσο καθώς δεν έχουν συνήθως προβλήματα υγείας, όμως μεταφέρουν τον ιό στους παππούδες και τις γιαγιάδες, όπου η λοίμωξη εξελίσσεται συχνότερα σε σοβαρή κατάσταση και οδηγεί στο νοσοκομείο.
Στο σκέλος της πρόληψης, ο Καθηγητής Παθολογίας επιμένει ότι το κάλεσμα για εμβολιασμό των ευπαθών ομάδων παραμένει απολύτως επίκαιρο, αν και παραδέχεται ότι χρονικά «είναι λίγο αργά» σε σχέση με το ιδανικό, αφού τα εμβόλια θα έπρεπε να είχαν γίνει νωρίτερα. Υπογραμμίζει ωστόσο ότι ακόμη και τώρα, «αν κάποιος έχει ξαναεμβολιαστεί ή αν έχει περάσει κάποια στιγμή στη ζωή του γρίπη, που είναι πολύ πιθανό, μέσα σε μια εβδομάδα έχουμε συνήθως αναμνηστικά αντισώματα τα οποία αυξάνονται γρήγορα και μας προστατεύουν».
Για το αν πρέπει να αναμένεται περαιτέρω έξαρση της γρίπης, ο κ. Κώτσης θεωρεί ότι όσο διατηρούνται οι συνθήκες που ευνοούν τη μετάδοση, δηλαδή χαμηλές θερμοκρασίες, κακός καιρός και συνωστισμός σε μέσα μαζικής μεταφοράς και σχολεία, είναι λογικό να αυξηθούν οι ασθενείς. Το κρίσιμο, όπως τονίζει είναι να μη νοσήσει μεγάλος αριθμός ανθρώπων ταυτόχρονα, καθώς τα νοσοκομεία έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες.
Όσον αφορά το πότε πρέπει να πάει κάποιος στο νοσοκομείο, ο κ. Κώτσης σημειώνει ότι δεν είναι απαραίτητο με το πρώτο επεισόδιο πυρετού. «Στο πρώτο 24ωρο μπορεί να γίνει ένα τεστ από αυτά που κυκλοφορούν στο εμπόριο για να δει κάποιος αν πρόκειται για γρίπη. Όταν ο πυρετός είναι πολύ υψηλός, όταν εμφανίζεται δυσκολία στην αναπνοή ή όταν υπάρχουν σοβαρά συνοδά νοσήματα, τότε χρειάζεται επικοινωνία με τον θεράποντα γιατρό και, αν κριθεί αναγκαίο, επίσκεψη στο νοσοκομείο».
Αναφορικά με την κλινική εικόνα της γρίπης, υπογραμμίζει τον απότομο και υψηλό πυρετό, ο οποίος σε ανεμβολίαστα άτομα μπορεί να φτάσει ακόμη και 40–41 βαθμούς κελσίου, ενώ σε εμβολιασμένους – που μπορεί να μην είναι πλήρως θωρακισμένοι – ο πυρετός «είναι συνήθως πιο χαμηλός, σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα».
Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην έγκαιρη αντιική αγωγή για τις ευπαθείς ομάδες. Όπως λέει πρέπει να ξεκινάει το αργότερο μέσα στα πρώτα τρία με τέσσερα 24ωρα από την έναρξη των συμπτωμάτων, γιατί μετά δεν υπάρχει κάποιο όφελος. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογραμμίζει την ανάγκη για έγκαιρα τεστ και αναζήτηση ιατρικής συμβουλής.
Ο κ. Κώτσης τέλος, επαναφέρει και τη μάσκα ως απλό αλλά αποτελεσματικό μέτρο πρόληψης, ειδικά όταν κάποιος έχει συμπτώματα, ώστε να μην μεταδίδει τη λοίμωξη στους γύρω του, μια συμπεριφορά που τη χαρακτηρίζει ως ένδειξη κοινωνικής ευθύνης και πολιτισμού.
Η εικόνα στα φαρμακεία – Η ζήτηση και η «επιστροφή» των αντιικών στα ράφια
Όσον αφορά στα φαρμακεία, ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Διονύσης Ευγενίδης, περιγράφει στα Μακεδονικά Νέα μια περίοδο έντονης κυκλοφορίας ιώσεων, με τη γρίπη να βρίσκεται σε πλήρη δράση και τους πολίτες να αναζητούν βοήθεια για συμπτώματα που αφορούν κυρίως το ανώτερο αναπνευστικό. Παράλληλα, σημειώνει ότι κυκλοφορούν και γαστρεντερίτιδες, κάτι που επιβεβαιώνει πως «είμαστε στην εποχή των ιώσεων» και ότι, όσο κι αν δεν μπορούν να αποφευχθούν πλήρως, μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο ήπια όταν τηρούνται βασικοί κανόνες προστασίας και υγιεινής.
Στο ζήτημα των ελλείψεων, ξεκαθαρίζει ότι υπάρχουν ελλείψεις σε φάρμακα για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων, ενταγμένες όμως στο γενικότερο πρόβλημα των ελλείψεων στην αγορά φαρμάκου. Διευκρινίζει ότι ειδικά για τα φάρμακα που σχετίζονται με ιώσεις οι ελλείψεις είναι λιγότερες, ωστόσο οι δυσκολίες εντοπίζονται περισσότερο στα εισπνεόμενα σκευάσματα, όπου «κάποια είναι σε έλλειψη και μας δυσκολεύουν».
Την ίδια στιγμή, επισημαίνει μέχρι στιγμής για φέτος δεν παρατηρούνται ελλείψεις στις αντιβιώσεις .
Όσον αφορά στα αντιικά φάρμακα που συστήνονται από τους γιατρούς, ειδικά για τις ευπαθείς ομάδες στα πρώτα 24ωρα, ο κ. Ευγενίδης αναφέρει ότι υπήρξε πρόβλημα το προηγούμενο διάστημα, κυρίως στις γιορτές και στις πρώτες ημέρες του έτους, όταν η ζήτηση αυξήθηκε απότομα. Όμως μετά τις γιορτές και με το άνοιγμα των εταιρειών, ο εφοδιασμός άρχισε σταδιακά να αποκαθίσταται και πλέον, όπως λέει, υπάρχει επάρκεια αντιικών, έστω και με τη διευκρίνιση ότι πρόκειται για «σχετική μικρή επάρκεια».
Αναφορικά με τα αντιγριπικά εμβόλια, ο κ. Ευγενίδης κάνει γνωστό ότι υπάρχουν «λίγα αποθέματα», καλώντας όσους ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου και δεν έχουν εμβολιαστεί να το κάνουν ακόμη και τώρα στο φαρμακείο, υπογραμμίζοντας ότι η προστασία των ευπαθών ομάδων παραμένει κρίσιμο ζητούμενο όσο το κύμα βρίσκεται σε εξέλιξη.
Η κίνηση, όπως αποτυπώνεται και στα διανυκτερεύοντα, είναι αυξημένη, με τον κόσμο να συγκεντρώνεται για τεστ, για συμβουλές και για ανακούφιση συμπτωμάτων. Ο κ. Ευγενίδης εκτιμά ότι βρισκόμαστε σε περίοδο έξαρσης, αλλά ενδεχομένως να μην έχει φανεί ακόμη «όλη της η έκταση», γι’ αυτό και μιλά για ανάγκη επαγρύπνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, επιμένει στη σχολαστική τήρηση της υγιεινής και στην προστασία σε κλειστούς, όχι καλά αεριζόμενους χώρους, προτείνοντας χρήση μάσκας, καλό πλύσιμο χεριών και προσώπου με την επιστροφή στο σπίτι και συχνό αερισμό των χώρων όπου κινούμαστε.
Τέλος, επιβεβαιώνει ότι η γρίπη αφορά και μικρότερες ηλικίες, με τους γονείς να προσέρχονται για τα παιδιά τους, ιδιαίτερα μετά το άνοιγμα των σχολείων. Χαρακτηρίζει το στέλεχος "Κ" που κυκλοφορεί «εξαιρετικά μεταδοτικό», κάτι που όπως λέει απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από όλους, ώστε να μειωθεί η διασπορά στην κοινότητα και να αποφευχθεί περαιτέρω πίεση.








