Δύο ηθοποιοί, η Ελίνα Αντωνίου και ο Μιχάλης Στεφανίδης, ενσαρκώνουν επτά ρόλους για να αφηγηθούν την ιστορία της Λούλας, μιας γυναίκας που έφυγε από το χωριό της στη Φλώρινα προκειμένου να γίνει τραγουδίστρια και δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, Τάσο, όταν εκείνος την κυνήγησε και την εντόπισε σε ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης. Μέσα από την αφήγησητης ξεχασμένης εκείνης αιματοβαμμένης ιστορίας, το «Λιωμένο βούτυρο» υπενθυμίζει ότι η απόσταση ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα» είναι μικρότερη απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
«Αποφασίσαμε να ανεβάσουμε αυτό το έργο γιατί το θεωρούμε επίκαιρο και διαχρονικό», λέει ο ηθοποιός Μιχάλης Στεφανίδης. «Παρά το γεγονός ότι αφορά μια γυναικοκτονία του 1960, αν αφαιρέσεις το έτος, θα μπορούσες να πεις ότι συνέβη χθες».
Το «Λιωμένο Βούτυρο» δεν επικεντρώνεται στη βία, καθώς δεν αναπαριστά τη δολοφονία, αλλά την εξετάζει μέσα από τις αφηγήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος του ζευγαριού. Θέτει ερωτήματα για τον περίγυρο, για τους ανθρώπους που είδαν σημάδια αλλά δεν έκαναν κάτι, για τη σιωπή και τη συνενοχή γύρω από την τραγωδία.

Ποτέ δεν ακούμε τι έζησε το θύμα
Από τη σχέση θύτη–θύματος το βάρος μετατοπίζεται στους ανθρώπους που περιέβαλλαν το ζευγάρι, μάρτυρες που με διαφορετικούς τρόπους βίωσαν την ιστορία τους. «Μαθαίνουμε την ιστορία αποκλειστικά μέσα από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες: μία φίλη της Λούλας από το χωριό, μία κομμώτρια, έναν ταβερνιάρη, έναν ρεσεψιονίστ, τον ιατροδικαστή, τον αστυνομικό στον οποίο πήγε και παραδόθηκε ο θύτης», επισημαίνει ο Μιχάλης Στεφανίδης. Αυτή η επιλογή μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το «τι συνέβη» στο «πώς μεταφέρεται αυτό που συνέβη».
Το θύμα, η Λούλα, δεν μιλά ποτέ. Η φωνή της απουσιάζει πλήρως. «Ακούμε γι΄ αυτήν μόνο μέσα από τα στόματα των άλλων. Κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα: όταν μαθαίνουμε για μια γυναικοκτονία, ποτέ δεν ακούμε τι έζησε πραγματικά το θύμα», εξηγεί ο Μιχάλης Στεφανίδης. «Στο τέλος του έργου μιλάει ο θύτης και δίνει τη δική του εκδοχή. Και τότε γίνεται ξεκάθαρο: αυτό που ακούσατε είναι η άποψη του Τάσου. Την άποψη της Λούλας δεν θα τη μάθουμε ποτέ».
Δύο ηθοποιοί, επτά ρόλοι
Σκηνοθετικά, η παράσταση βασίζεται σε δύο ηθοποιούς για την ενσάρκωση επτά ρόλων. «Αυτό ήταν το “παιχνίδι” μας και το μεγάλο μας στοίχημα. Οι ηθοποιοί εναλλασσόμαστε συνεχώς σε ρόλους, φύλα και ηλικίες, χωρίς παύσεις ή αφηγηματικές εξηγήσεις. Για να λειτουργήσει αυτή η συνεχής μεταμόρφωση, η παράσταση βασίζεται σε τρία κύρια εργαλεία: Τη σκηνογραφία και ενδυματολογία, καθώς κάθε χαρακτήρας έχει συγκεκριμένο αντικείμενο ή ρούχο που καθορίζει την ταυτότητά του. Τους φωτισμούς, που αλλάζουν ακαριαία για να υποδείξουν ρόλους και σκηνές. Και τέλος τη μουσική, που αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής με πιάνοκαι τις φωνές μας. Η μουσική δεν είναι απλώς ατμόσφαιρα, το “χαλί” που ντύνει το έργο, είναι συμπρωταγωνίστρια. Λειτουργεί ως αφηγηματικός μηχανισμός που καθοδηγεί τον θεατή στον χρόνο και στους χαρακτήρες. Σε βοηθάει δηλαδή να καταλάβεις σε ποιο σημείο της ιστορίας βρισκόμαστε, ποιος ρόλος μιλάει, τι έχουμε διανύσει μέχρι εκείνη τη στιγμή».
Η μουσική συνδέεται άμεσα και με το όνειρο της Λούλας να γίνει «ντιζέζ» τη δεκαετίατου ’60: στη διάρκεια της παράστασης ακούγονται λαϊκά τραγούδια της Μαίρης Λίντα, της Πόλυς Πάνου, του Μανώλη Χιώτη.
Το όνειρο της Λούλας να ακολουθήσει μουσική καριέρα γίνεται και η πηγή της σύγκρουσης. Όταν η κοπέλα φεύγει από το χωριό της Φλώρινας για να κυνηγήσει το όνειρό της στη Θεσσαλονίκη, ο Τάσος βιώνει αυτή την επιλογή ως προσβολή, απόρριψη και απώλεια ελέγχου. Η δολοφονία εμφανίζεται όχι ως ξέσπασμα πάθους, αλλά ως κατάληξη μιας σχέσης εξουσίας που καταρρέει.

Μαύρη κωμωδία
«Παρότι το θέμα είναι βαρύ, η παράσταση αυτοπροσδιορίζεται ως μαύρη κωμωδία. Κι αυτό διότι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες δεν είναι ρεαλιστικοί. Είναι υπερβολικοί, με εξωστρέφεια, και με τις γρήγορες εναλλαγές προξενούν γέλιο στους θεατές. Ωστόσο το γέλιο δεν κρατάει πολύ. Κάποια στιγμή λες: “Μα τόση ώρα μιλάμε για φόνο. Γιατί γελάμε;”», εξηγεί ο Μιχάλης Στεφανίδης και προσθέτει: «Το θέατρο εδώ δεν δίνει απαντήσεις, θέτει ερωτήματα: Τι κάνει ο περίγυρος; Ποιος φέρει ευθύνη; Αν βλέπεις κάτι να συμβαίνει δίπλα σου και μένεις άπραγος, είσαι συνένοχος ή όχι;».
Ο τίτλος, «Λιωμένο Βούτυρο», παραμένει αμφίσημος, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για το ποιος είναι εντέλει οαδύναμος κρίκος: το θύμα ή ο θύτης.
Ξεκίνησε ως διπλωματική εργασία...
Η παράσταση ξεκίνησε ως διπλωματική εργασία στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην Ανοιχτή Θεατρική Σκηνή της Πόλης του Δήμου Θεσσαλονίκης το 2025. Ακολούθησαν παραστάσεις στην Κύπρο και τώρα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Όλα τα μέλη της ομάδας -ο Μιχάλης Στεφανίδης, η Ελίνα Αντωνίου, ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαλάκος και ο φωτιστής Αριστοτέλης Αρμάντο Μέμα- είναι απόφοιτοι τουΤμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ. Δεν έχουν επίσημο όνομα ως θεατρικό σχήμα. «Μας ξέρουν ως “η ομάδα του Λιωμένου Βουτύρου”», λέει ο Μιχάλης Στεφανίδης.

Δυσκολίες και αισιοδοξία
Αναφερόμενος στην κατάσταση του θεάτρου στη Θεσσαλονίκης, ο νεαρός ηθοποιός επισημαίνει τις δυσκολίες αλλά και τις προοπτικές: «Για να παραμείνεις στον χώρο απαιτούνται πολλές ώρες δουλειάς και είναι δύσκολο να βιοποριστείς αποκλειστικά από το θέατρο. Πολλοί χρειάζεται να κάνουμε και άλλες δουλειές για να ζήσουμε. Παρά τις δυσκολίες, υπάρχει και αισιοδοξία. Υπάρχει νεανικότητα, φρέσκο αίμα, έχουν εμφανιστεί πολλές νέες ομάδες και υπάρχουν σκηνές που ξανανοίγουν. Κι ακόμη υπάρχει κοινό στη Θεσσαλονίκη που αγαπά το θέατρο και το στηρίζει».
Συντελεστές
Κείμενο: Σάκης Σερέφας
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαλάκος
Δραματουργία: Άρια Χατζόγλου
Σκηνογραφία: Η Ομάδα
Φωτισμοί: Αριστοτέλης ΑρμάντοΜέμα
Μουσική Επιμέλεια: Μιχάλης Στεφανίδης
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Λοΐζος Θεοδώρου
Φωτογραφίες: Αθηνά Χαϊκάλη, Αναστασία Λουλέ, SoulArtPhotography
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
Οργάνωση παραγωγής: METROPOLITAN: The UrbanTheater
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Ελίνα Αντωνίου
Μιχάλης Στεφανίδης
Πληροφορίες
Metropolitan: The Urban Theater, Βασ. Όλγας 65 καιΦλέμινγκ 2, Θεσσαλονίκη (2311 284 773)
Ημέρες καιώρες παραστάσεων: 30 Ιανουαρίου έως 8 Φεβρουαρίου 2026, κάθε Παρασκευή-Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00
Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ κανονικό | 12 ευρώ μειωμένο (ανέργων, φοιτητών, ΑμεΑ)
Αγορά εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/liomeno-boutyro-tou-saki-serefa/ & καθημερινά από το ταμείο του θεάτρου










