Είναι εκείνες οι συζητήσεις που αναπαράγονται δίχως (πραγματικό) λόγο και (χωρίς) ουσία και χωρίς ποτέ να καταλήγουν σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Είναι εκείνες που την κρατούν δέσμια του μίζερου χθες, το οποίο αδυνατεί να οραματιστεί το μέλλον γιατί είναι εγκλωβισμένο σε ξεπερασμένες ιδεοληψίες και στη λογική του «όχι σε όλα». Είναι εκείνες που κάθε φορά επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι ξέρουμε, ότι δηλαδή ο μεγαλύτερος εχθρός της πόλης είναι ο κακός εαυτός της. Αυτός που εμφανίζεται κάθε φορά που η πόλη καλείται να πάρει μια σημαντική απόφαση για την επόμενη ημέρα της και, αντί να την δώσει την απαραίτητη ώθηση να προχωρήσει με τόλμη και ρεαλισμό, κάνει ό,τι μπορεί για να την αυτοεγκλωβίσει σε έναν φαύλο κύκλο αμφισβητήσεων, αντιπαραθέσεων και καθυστερήσεων.
Με αυτόν τον τρόπο χάνονται πολύτιμος χρόνος και ευκαιρίες αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι ο «κακός εαυτός» της Θεσσαλονίκης υπονομεύει την ίδια την αναπτυξιακή δυναμική της πόλης. Ουδείς αμφισβητεί ότι ο διάλογος και η συζήτηση είναι απαραίτητα στοιχεία σε κάθε δημοκρατική κοινωνία. Αρκεί, όμως, να έχουν ως αφετηρία «αγνές» και ανιδιοτελείς προθέσεις και να λειτουργούν δημιουργικά και συνθετικά και όχι διχαστικά. Μόνο τότε μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές αποφάσεις που υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον και συμβάλλουν στην πρόοδο της πόλης. Διαφορετικά, όταν ο διάλογος μετατρέπεται σε πεδίο μικροπολιτικών αντιπαραθέσεων, προσωπικών στρατηγικών ή άγονων ιδεολογικών συγκρούσεων, παύει να αποτελεί χρήσιμο «εργαλείο» δημοκρατίας και λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός στασιμότητας.
Όλα ξεκινούν από τη «νοοτροπία» της πόλης
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που βιώνει η Θεσσαλονίκη εδώ και δεκαετίες. Το ζήτημα είναι δομικό αφού έχει να κάνει κυρίως με τη νοοτροπία που χαρακτηρίζει ένα μέρος της ίδιας της πόλης. Μια νοοτροπία που έχει την επίμονη τάση να βρίσκει (τουλάχιστον) από ένα πρόβλημα σε κάθε λύση. Δείτε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει με την ανάπλαση της ΔΕΘ, όπου η οργανωτική επιτροπή επιμένει να ζητά τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να μετατραπεί ο χώρος που φιλοξενεί σήμερα τη Διεθνή Έκθεση σε Μητροπολιτικό Πάρκο. Μα αυτό ακριβώς προτείνει η πρόταση που κατέθεσε η κυβέρνηση. Να δημιουργηθεί Μητροπολιτικό Πάρκο, εντός του οποίου θα βρίσκονται και τα περίπτερα που θα φιλοξενούν την εκθεσιακή δραστηριότητα. Παρόλα αυτά επιμένουν να στηθούν κάλπες, με το κόστος να ανέρχεται σε ένα εκατομμύριο ευρώ που θα πληρώσουν οι δημότες, για μια διαδικασία που έχει καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα. Και όλα αυτά ενώ το έργο αναμένεται να ξεκινήσει το 2027 και να ολοκληρωθεί το 2030.
Το παράδειγμα του Μητροπολιτικού Πάρκου «Παύλου Μελά»
Ένα άλλο παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας, είναι το Μητροπολιτικό Πάρκο του Παύλου Μελά. Το έργο έχει μπει στην τελική ευθεία για την παράδοσή του και θα αποτελέσει έναν μεγάλο «πνεύμονα» πρασίνου στη δυτική Θεσσαλονίκη. Και ενώ ο χρόνος μετράει αντίστροφα, η ερώτηση που κυριαρχεί δεν είναι «πότε θα εγκαινιαστεί» αλλά «ποιος θα πληρώσει για τη συντήρησή του». Κοιτάμε… το δέντρο και χάνουμε το… δάσος. Θεωρητικά η απάντηση είναι εύκολη. «Δώστε ένα μέρος του πάρκου σε ιδιώτη για να το εκμεταλλευθεί και να καταβάλλει αντίτιμο για τα επόμενα χρόνια». Με αυτόν τον τρόπο το Πάρκο θα αποκτήσει έσοδα τα οποία θα καλύψουν ένα μέρος των εξόδων του. Και όμως η πρώτη αντίδραση είναι «να μην χαθεί ο δημόσιος χαρακτήρας του», με αποτέλεσμα το βλέμμα να στρέφεται ξανά στο Κράτος «πατερούλη».
Αντί, δηλαδή, να αναζητηθούν ρεαλιστικές και βιώσιμες λύσεις που θα διασφαλίζουν τόσο τον δημόσιο χαρακτήρα των έργων όσο και την εύρυθμη λειτουργία τους, η συζήτηση επιστρέφει διαρκώς σε φοβικά σύνδρομα και σε μια άρνηση που συχνά δεν συνοδεύεται από εναλλακτικές προτάσεις. Επιλέγεται ο εύκολος και όχι ο ωφέλιμος δρόμος.
Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται αποφασιστικότητα
Έτσι, η πόλη μοιάζει πολλές φορές να παγιδεύεται σε έναν κύκλο όπου κάθε πρωτοβουλία αντιμετωπίζεται αρχικά με καχυποψία, κάθε πρόταση με επιφυλακτικότητα και κάθε προσπάθεια αλλαγής με αμφισβήτηση. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Έργα να καθυστερούν, ευκαιρίες να χάνονται και να διαιωνίζεται μια αίσθηση στασιμότητας που δεν ανταποκρίνεται ούτε στις δυνατότητες ούτε στις ανάγκες της Θεσσαλονίκης.
Τι πρέπει να αλλάξει; Η νοοτροπία! Και να υπάρξει περισσότερη αποφασιστικότητα. Γιατί η Θεσσαλονίκη έχει αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν πως όταν ξεπερνά τα εμπόδια που η ίδια βάζει στον εαυτό της, μπορεί να κάνει σημαντικά βήματα προόδου. Το ζητούμενο είναι να το τολμήσει και πάλι, στρεφόμενη σε μια κουλτούρα αποφάσεων, ευθύνης και συνεργασίας. Μόνο έτσι μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της και να σχεδιάσει με αυτοπεποίθηση το μέλλον που της αξίζει.









