Μπορεί η συγκεκριμένη λέξη να μην μοιάζει και ίσως να μην είναι «δόκιμη», όμως χάρη στα έργα υποδομής και τις επενδύσεις που ολοκληρώθηκαν, υλοποιούνται και σχεδιάζονται από το 2019 έως σήμερα, η Θεσσαλονίκη αποκτά χρόνο με τον χρόνο τα εφόδια και τις δυνατότητες να διεκδικεί με αξιώσεις, συνέπεια και αποτελεσματικότητα το μέλλον της. Έπαψε να είναι «εργοτάξιο αμέτρητων υποσχέσεων» και μεταμορφώθηκε σε εργοτάξιο η ίδια, καθώς πλήθος μεγάλων και μικρών έργων προχωρούν με μεθοδικότητα και σχέδιο.
Ποτέ ξανά στην πρόσφατη ιστορία της δεν έγιναν τόσα πολλά και μεγάλα βήματα στην κατεύθυνση της ριζικής αλλαγής της εικόνας και της λειτουργίας της. Αυτή η αλλαγή είναι ορατή σε πολλά επίπεδα. Από την επέκταση του Μετρό στην Καλαμαριά που θα παραδοθεί σε κοινή χρήση το πρώτο τρίμηνο του 2026, μέχρι την ταχύτατη πορεία υλοποίησης του FlyOver που θα επιλύσει χρόνια κυκλοφοριακά προβλήματα, την αδειοδότηση της κατασκευής του ThessINTEC που δίνει στη Βόρεια Ελλάδα έναν διεθνή ρόλο στον τομέα της καινοτομίας και της τεχνολογίας, τον εκσυγχρονισμό των νοσοκομείων, των σχολείων, αλλά και την ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας.
Η «αξιοπιστία» το κερδισμένο στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη
Από τη στιγμή που οι πολίτες βλέπουν έργα να προχωρούν και να αλλάζουν την καθημερινότητά τους, τότε αναπτύσσεται μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κοινωνίας και πολιτείας, που αποτελεί τη βάση της βιώσιμης ανάπτυξης και του ευοίωνου μέλλοντος. Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του Κυριάκου Μητσοτάκη τα τελευταία έξι χρόνια και συνοψίζεται στη λέξη «αξιοπιστία».
Αξιοπιστία σημαίνει ότι πλέον η Θεσσαλονίκη βλέπει το σήμερα να γίνεται πράξη. Ότι τα βαγόνια του Μετρό κινούνται πάνω στις ράγες και δεν είναι «παρκαρισμένα» ως αξιοθέατο στη ΔΕΘ, ότι τα εκδοτήρια στους σταθμούς είναι πραγματικά και όχι… μουσαμάδες, ότι τα καλούπια του FlyOver έχουν πιάσει δουλειά και οι κολώνες που θα στηρίξουν το έργο έχουν ήδη «σηκωθεί», ότι το Παιδιατρικό Νοσοκομείο στο Φίλυρο αποκτά μορφή και δεν το βλέπουν μόνο σε μακέτες. Ότι ο στόλος του ΟΑΣΘ έχει ανανεωθεί σε μεγάλο βαθμό με καινούργια λεωφορεία και πλέον τα δρομολόγια γίνονται σε τακτικότερη βάση. Ότι πολιτική σημαίνει να έχεις το θάρρος να δεσμεύεσαι δημόσια και την ικανότητα να υλοποιείς αυτά που λες. Άλλωστε, η ουσιαστική πολιτική αποκτά αξία μόνο όταν συνοδεύεται από πράξεις, χρονοδιαγράμματα που τηρούνται και έργα που ολοκληρώνονται. Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της τελευταίας εξαετίας στη Θεσσαλονίκη. Για πρώτη φορά, τα μεγάλα έργα δεν χρησιμοποιούνται για να κερδίζονται οι εντυπώσεις, αλλά για να δίνουν λύσεις. Δεν εξαγγέλλονται, προχωρούν. Δεν επαναλαμβάνονται, ολοκληρώνονται.
Η «αξιοπιστία» οδηγεί σε αλλαγή νοοτροπίας
Η περίφημη «αξιοπιστία» οδηγεί και στην αλλαγή νοοτροπίας. Μήνα με το μήνα και χρόνο με το χρόνο η Θεσσαλονίκη παύει να υποτιμά τον εαυτό της και να τον βλέπει στον καθρέφτη ως παθητικό αποδέκτη πολιτικών αποφάσεων. Απεναντίας γίνεται πρωταγωνίστρια. Όχι μόνο γιατί είναι ενισχυμένη σε επίπεδο εκπροσώπησης στο υπουργικό συμβούλιο, με τη συμμετοχή 7 υφυπουργών σε κρίσιμα χαρτοφυλάκια, αλλά γιατί υπάρχει ένα σαφές κυβερνητικό αποτύπωμα σε έργα και παρεμβάσεις που αλλάζει προς το καλύτερο την ευρύτερη περιοχή.
Προφανώς η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Απαιτούσε πολιτική βούληση, συνέπεια, και πάνω απ’ όλα ρεαλισμό. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποδέχθηκε την πρόκληση και κατάφερε με επιμονή και μεθοδικότητα να «σπάσει» έναn φαύλο κύκλο χρόνιων καθυστερήσεων και παθογενειών. Η διαφορά εκτός από ορατή είναι και ποιοτική, αφού η Θεσσαλονίκη του 2025 συζητά επί ίσοις όροις με την πολιτεία, όπως απέδειξε η περίπτωση της ανάπλασης της ΔΕΘ. Και όταν μια πόλη πιστεύει στον εαυτό της, τότε μπορεί να κάνει άλματα.
Η Θεσσαλονίκη του σήμερα, λοιπόν, έχει δυναμική και προοπτική. Δεν αλλάζει απλώς όψη, αλλάζει χαρακτήρα, προσεγγίζοντας το μέλλον με αυτοπεποίθηση και πίστη που βασίζονται στις κατακτήσεις της τελευταίας εξαετίας. Με λίγα λόγια, η Θεσσαλονίκη γίνεται πιο εξωστρεφής, όχι μόνο γιατί το επιβάλλουν οι συνθήκες, αλλά γιατί πλέον έχει τα εφόδια, τις δυνατότητες και τη θεσμική στήριξη για να κάνει πράξη τα «θέλω» της.