Διλήμματα που παρουσιάζονται ως απόλυτα και ασύμβατα, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία ουσιαστική βάση. Που «εφευρίσκονται» για να διχάσουν και δεν οδηγούν πουθενά.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η πόλη βιώνει μια τεχνητή πόλωση. Δεν είναι μακριά ο καιρός που το δίλημμα που κυριάρχησε και «δηλητηρίαζε» τη δημόσια συζήτηση ήταν «μετρό ή αρχαία». Για χρόνια, καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι η Θεσσαλονίκη έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στην ανάπτυξη και την ιστορική της ταυτότητα. Ότι το ένα θα ακύρωνε το άλλο. Όμως η πραγματικότητα διέψευσε αυτού του είδους τις προσεγγίσεις. Το Μετρό προχώρησε, ολοκληρώθηκε και δόθηκε στην κοινή χρήση, ενώ ταυτόχρονα τα αρχαιολογικά ευρήματα όχι μόνο διασώθηκαν αλλά και αναδείχθηκαν. Έτσι, σήμερα αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι της εμπειρίας που απολαμβάνουν καθημερινά Θεσσαλονικείς και επισκέπτες, αποδεικνύοντας πως όταν υπάρχει σχεδιασμός και βούληση, οι φαινομενικά αντικρουόμενοι στόχοι μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά.
Παρόλα αυτά, αντί να διδαχθούμε από αυτή την εμπειρία, σήμερα επαναλαμβάνουμε το ίδιο λάθος, καθώς ένα νέο δίλημμα επιχειρεί να επιβληθεί στη δημόσια συζήτηση. Το μόνο που αλλάζει είναι το έργο, αφού πλέον η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «Μητροπολιτικό Πάρκο ή ΔΕΘ στο κέντρο της πόλης». Δυστυχώς και πάλι, τίθεται με όρους απόλυτους, σαν να πρόκειται για δύο επιλογές που αποκλείουν η μία την άλλη.
Η ΔΕΘ μπορεί να συνδυάσει πράσινο και ανάπτυξη
Αλλά δεν είναι έτσι. Η εμπειρία έχει διδάξει ότι η Θεσσαλονίκη του 2026 δεν καλείται να διαλέξει ανάμεσα στο πράσινο και την ανάπτυξη. Επί της ουσίας καλείται να τα συνδυάσει και μπορεί να τα συνδυάσει. Να σχεδιάσει μια ανάπλαση που θα ενσωματώνει έναν ουσιαστικό, ανοιχτό δημόσιο χώρο πρασίνου και ταυτόχρονα θα διατηρεί και θα αναβαθμίζει τον εκθεσιακό και οικονομικό ρόλο της ΔΕΘ. Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος και είναι απολύτως εφικτός, η δημιουργική σύνθεση δυνάμεων και ιδεών.
Η ίδια εμπειρία έχει διδάξει ότι τα μεγάλα, σύνθετα έργα δεν λύνονται με απλοϊκές λογικές του στυλ «ή το ένα ή το άλλο», παρά μονάχα με σύνθεση, σχέδιο και με διάθεση να ξεπεραστούν στερεότυπα και πρακτικές που αποδεδειγμένα κρατούν την πόλη στάσιμη. Αυτά τα ψευδεπίγραφα διλήμματα μπορεί να είναι εύκολα σε ό,τι αφορά την επικοινωνιακή διαχείρισή τους από όσους αρέσκονται να τα θέτουν και να τα επιβάλλουν στη δημόσια συζήτηση, αλλά είναι βαθιά επιζήμια για το μέλλον της Θεσσαλονίκης.
Να βάλουμε τέλος στη λογική του «εμείς ή οι άλλοι»
Το γιατί είναι προφανές. Η πόλη και η κάθε πόλη που σέβεται τους πολίτες και τις προοπτικές της δεν έχει την πολυτέλεια να (αυτό)εγκλωβίζεται ξανά και ξανά στις ίδιες αδιέξοδες αντιπαραθέσεις στη λογική του «εμείς ή οι άλλοι». Κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση διολισθαίνει σε τέτοιου είδους τεχνητά διλήμματα, χάνεται πολύτιμος χρόνος με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η ίδια η προοπτική υλοποίησης έργων που τόσο έχει ανάγκη η Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, αυτό που χρειάζεται είναι ένας ώριμος, ειλικρινής και τεκμηριωμένος διάλογος, που δεν θα περιορίζεται σε ανούσια συνθήματα αλλά θα εστιάζει στο πώς τα έργα αυτά θα υπηρετήσουν καλύτερα την πόλη και τους ανθρώπους της. Πώς θα βελτιώσουν την καθημερινότητα, πώς θα ενισχύσουν την ανάπτυξη, πώς θα αναβαθμίσουν το αστικό περιβάλλον της.
Η ανάπλαση της ΔΕΘ ως ευκαιρία
Υπό αυτό το πρίσμα η ανάπλαση της ΔΕΘ στον φυσικό της χώρο, στο κέντρο της πόλης, είναι μια ευκαιρία να αποδείξει η Θεσσαλονίκη ότι έχει αφήσει πίσω της τις παθογένειες του παρελθόντος. Ότι μπορεί να σχεδιάσει με όρους σύγχρονους, βιώσιμους και συμπεριληπτικούς. Ότι, σε τελική ανάλυση, μπορεί να συνθέσει διαφορετικές ανάγκες και να καταλήξει σε λύσεις που δεν αποκλείουν, αλλά ενσωματώνουν θέσεις και ιδέες. Γιατί τελικά αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο, η Θεσσαλονίκη να αξιοποιήσει τη γνώση και την εμπειρία που έχει ήδη αποκτήσει και να προχωρήσει με αυτοπεποίθηση σε επιλογές που ενώνουν.Το έχει κάνει στο παρελθόν, μπορεί να το κάνει και τώρα.










