Πρώτα από όλα η Θεσσαλονίκη αποφεύγει μια διχαστική διαδικασία που μόνο προβλήματα θα δημιουργούσε. Χώρια που θα έπρεπε να βγει από τα δημοτικά ταμεία ένα ποσό της τάξης του ενός εκατομμυρίου ευρώ και να δαπανηθεί για ένα δημοψήφισμα που αφενός θα είχε μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα και αφετέρου ήταν ορατός ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί άκυρο λόγω της περιορισμένης συμμετοχής και άρα τα χρήματα να ξοδεύονταν δίχως να παραχθεί κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Η σχεδόν οκτάωρη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο δημοτικό συμβούλιο ήταν παραγωγική και βοήθησε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Άλλωστε, η ανταλλαγή επιχειρημάτων είναι πάντα ωφέλιμη στον δημόσιο διάλογο. Όμως, το ξημέρωμα της Πέμπτης μεγάλη κερδισμένη ήταν τελικά η Θεσσαλονίκη, με τη νίκη να έγκειται στο γεγονός ότι η πόλη δεν αποπροσανατολίστηκε από τον βασικό στόχο της που είναι να αποκτήσει και Μητροπολιτικό Πάρκο στη «καρδιά» της, αλλά και ένα σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο.
Γιατί είναι «νίκη» της Θεσσαλονίκης
Αυτή η νίκη βασίζεται σε τρεις άξονες. Πρώτον, ένα δημοψήφισμα για ένα τόσο σημαντικό και σύνθετο ζήτημα κινδύνευε να απλουστεύει υπερβολικά ένα πολυπαραγοντικό θέμα. Γιατί τέτοιο είναι η ανάπλαση της ΔΕΘ αφού η ανάπτυξη και ο ρόλος της είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με οικονομικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους, οι οποίες απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και συνολικό σχεδιασμό. Η μεταφορά της ευθύνης μιας τέτοιας απόφασης αποκλειστικά στους πολίτες, χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο ενημέρωσης και πληροφόρησης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποφάσεις που θα ήταν βασισμένες σε αποσπασματικά ή συναισθηματικά κριτήρια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πρόοδο της πόλης.
Δεύτερον, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος θα προκαλούσε σημαντικές καθυστερήσεις σε ένα ζήτημα που ήδη εκκρεμεί για χρόνια. Το συζητάμε διαρκώς, βλέπουμε μακέτες του, αλλά δεν βλέπουμε τις μπουλντόζες να πιάνουν δουλειά. Σε κάθε περίπτωση η παράταση της αβεβαιότητας θα λειτουργούσε ανασταλτικά για την ανάπτυξη του έργου και θα έπληττε την αξιοπιστία του σχεδιασμού.
Τρίτον, η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ενισχύει τον θεσμικό του ρόλο. Η παραπάνω φράση δεν έχει καμία υπερβολή αφού τα τελευταία 24ωρα, στον δημόσιο διάλογο, ακούστηκε ουκ ολίγες φορές από τους υπερασπιστές του δημοψηφίσματος το επιχείρημα ότι «κανένα δημοτικό συμβούλιο δεν μπορεί να αποφασίζει για το μέλλον μας». Αυτές είναι λογικές και πρακτικές της λαϊκής… οχλοκρατίας. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία οι αιρετοί εκπρόσωποι έχουν την ευθύνη να λαμβάνουν αποφάσεις μετά από διάλογο, διαβούλευση και αξιολόγηση δεδομένων. Η ανάληψη αυτής της ευθύνης, αντί της μετακύλισής της, είναι το επιστέγασμα της «εντολής» που έχουν λάβει από τους πολίτες.
Η «νίκη» της πόλης, λοιπόν, δεν είναι μόνο διαδικαστική ή θεσμική αλλά βαθιά αναπτυξιακή, αφού της δίνεται η δυνατότητα να προχωρήσει ένας σχεδιασμός που φιλοδοξεί να αλλάξει την εικόνα της Θεσσαλονίκης. Να συνδυάσει έναν σύγχρονο εκθεσιακό φορέα με έναν μεγάλο πνεύμονα πρασίνου στο κέντρο της πόλης. Αν μη τι άλλο πρόκειται για μια «ισορροπία»η οποία μπορεί να αναβαθμίσει ουσιαστικά την καθημερινότητα των πολιτών και να ενισχύσει τη διεθνή θέση της Θεσσαλονίκης.
Το βάρος της ευθύνης για το δημοτικό συμβούλιο
Από εκεί και πέρα η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για τη νέα ΔΕΘ έχει και πολιτικό αντίκτυπο, με τη στάση που κράτησαν οι παρατάξεις να καταγράφεται και να αξιολογείται στο μέλλον, αφού πρόκειται για ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα για την Θεσσαλονίκη. Πλέον, όσοι στήριξαν την ανάπλαση αναλαμβάνουν και το βάρος της ευθύνης για την επιτυχημένη υλοποίησή της, ενώ η πρόσφατη εμπειρία δείχνει ότι όσοι διαφώνησαν θα επιχειρήσουν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τυχόν καθυστερήσεις. Επιπρόσθετα, σε εθνικό επίπεδο και εφόσον το εγχείρημα προχωρήσει βάσει σχεδίου, η νέα ΔΕΘ μπορεί να ενισχύσει την αντίληψη ότι η συνεργασία μεταξύ τοπικής αυτοδιοίκησης και κυβέρνησης μπορεί να αποδώσει απτά αποτελέσματα, ακόμη και σε σύνθετα και απαιτητικά έργα.
Ο συμβολισμός του έργου
Την ίδια στιγμή, το έργο αποκτά και έναν ισχυρό συμβολισμό. Και αυτό γιατί γίνεται σημείο αναφοράς για το πώς αντιλαμβάνεται η ίδια η πόλη το μέλλον της. Μια Θεσσαλονίκη που επιλέγει να επενδύσει στον εκσυγχρονισμό, στην εξωστρέφεια και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, εκπέμπει ένα ξεκάθαρο μήνυμα αυτοπεποίθησης. Άλλωστε, στη μεγάλη εικόνα, η νέα ΔΕΘ δεν είναι απλώς ένα κατασκευαστικό έργο, αλλά μια πολιτική δήλωση για την κατεύθυνση που θέλει να ακολουθήσει η πόλη τα επόμενα χρόνια.
Σε τελική ανάλυση ο πολιτικός αντίκτυπος θα κριθεί από την απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες για την έναρξη του έργου και την αποτελεσματικότητα- πραγματικότητα που το συνοδεύει. Αν η ανάπλαση προχωρήσει με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα τότε η πρόσφατη «νίκη» θα αποκτήσει διαρκές περιεχόμενο. Αν όχι, θα αποτελέσει ακόμη μια χαμένη ευκαιρία. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο διακύβευμα για όλους.










