Από το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα μέχρι τα κατεψυγμένα λαχανικά, τα plant-based τρόφιμα και τα προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, η περιοχή συγκεντρώνει κρίσιμες υποδομές, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό που στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας στο εξωτερικό.
Σε μια περίοδο έντονων διεθνών ανακατατάξεων, κλιματικής πίεσης και αυξημένων απαιτήσεων από τους καταναλωτές για ποιότητα, ιχνηλασιμότητα και βιωσιμότητα, η συζήτηση για το μέλλον του αγροδιατροφικού τομέα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Στο επίκεντρο βρίσκονται η διασφάλιση της πρώτης ύλης, ο εκσυγχρονισμός της παραγωγής, η καινοτομία στη μεταποίηση, αλλά και το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να περάσει από τις αποσπασματικές εξαγωγές στη συστηματική οικοδόμηση ισχυρών brands με διάρκεια στον χρόνο.
Αυτές οι προκλήσεις και οι προοπτικές τέθηκαν επί τάπητος μέσα από παρεμβάσεις στελεχών της βιομηχανίας τροφίμων και του εμπορίου στο 4ο Cantina Academy, με κοινό παρονομαστή τη Μακεδονία ως παραγωγική βάση και τη Θεσσαλονίκη ως κόμβο μεταποίησης, logistics και εξωστρέφειας. Οι τοποθετήσεις τους ανέδειξαν τόσο τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής όσο και τις δομικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν το πραγματικό αποτύπωμα των ελληνικών τροφίμων στις διεθνείς αγορές.
Η Κεντρική Μακεδονία ως καρδιά της ελληνικής γαλακτοπαραγωγής και των εξαγωγών
Στη σημασία της Μακεδονίας για τη γαλακτοκομική παραγωγή και τις εξαγωγές αναφέρθηκε η Μαίρη Χατζάκου, Πρόεδρος της ΜΕΒΓΑΛ, επισημαίνοντας ότι περίπου το 70% της αγελαδινής γαλακτοπαραγωγής της χώρας προέρχεται από τη Μακεδονία. Όπως τόνισε, η εγγύτητα της πρώτης ύλης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ποιότητας, καθώς όσο πιο φρέσκο είναι το γάλα, τόσο υψηλότερη είναι η αξία του τελικού προϊόντος.
Η εξαγωγική δραστηριότητα της ΜΕΒΓΑΛ αγγίζει πλέον τα 100 εκατ. ευρώ, με την εταιρεία να εξάγει από το 1985 και να έχει χτίσει ισχυρή παρουσία σε αγορές του εξωτερικού. Ενδεικτικά, στην Ιταλία το μερίδιό της στο σύνολο της αγοράς γιαουρτιού φτάνει το 9%-10%, ενώ στην Αυστρία η εταιρεία λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά ως εξαγωγική, με το ελληνικό γιαούρτι να κατέχει το 90% των πωλήσεων στην κατηγορία.
Η κ. Χατζάκου ανέδειξε τη στρατηγική σημασία των προϊόντων ΠΟΠ, με αιχμή τη φέτα, χαρακτηρίζοντάς τη «θησαυρό για την Ελλάδα» που πρέπει να προστατευτεί αυστηρά ως προϊόν ονομασίας προέλευσης. Παράλληλα, το Greek yogurt, όπως υπογράμμισε, αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη διατροφική αξία που έχει να προσφέρει η χώρα στο εξωτερικό, με ισχυρό brand και θετική εικόνα στους καταναλωτές διεθνώς.
Επενδύσεις, εκσυγχρονισμός και ποιότητα: Προϋποθέσεις βιωσιμότητας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ανάγκη εκσυγχρονισμού των κτηνοτροφικών μονάδων, ειδικά στον τομέα του πρόβειου γάλακτος, όπου η ανάπτυξη δεν έχει ακολουθήσει τον ίδιο ρυθμό με το αγελαδινό. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, μια αγελάδα πριν από μερικές δεκαετίες παρήγαγε περίπου 12 κιλά γάλα ημερησίως, ενώ σήμερα μια σύγχρονη, καλά οργανωμένη μονάδα μπορεί να φτάσει τα 48 κιλά την ημέρα, αποδεικνύοντας ότι η παραγωγική βελτίωση περνά μέσα από επενδύσεις, τεχνογνωσία και εκπαίδευση.
Από το 2016, όταν η διοίκηση της ΜΕΒΓΑΛ επανήλθε στα χέρια της οικογένειας Χατζάκου, η εταιρεία έχει υλοποιήσει επενδύσεις ύψους 56 εκατ. ευρώ έως και το 2025, ενώ τα επενδυτικά σχέδια συνεχίζονται, καθώς οι ανάγκες της αγοράς και η διατήρηση της αξιοπιστίας επιβάλλουν συνεχή αναβάθμιση της παραγωγικής δυναμικότητας. Όπως τόνισε, η αξιοπιστία μιας εταιρείας αφορά τόσο τον καταναλωτή, που πρέπει να βρίσκει το προϊόν στα ράφια, όσο και τον προμηθευτή, από τον οποίο εξαρτάται το εισόδημά του.
Η Μακεδονία ως παραγωγικός πυλώνας της Μπάρμπα Στάθης
Τον κομβικό ρόλο της Μακεδονίας στη δραστηριότητα της Μπάρμπα Στάθης ανέδειξε ο Μιχάλης Χαμαλέλλης, Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας. Όπως επισήμανε, η εταιρεία συνεργάζεται με εκατοντάδες παραγωγούς μέσω της συμβολαιακής γεωργίας, πολλοί εκ των οποίων βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, εξασφαλίζοντας απορρόφηση της παραγωγής, σταθερή ποιότητα και συνεχή επιστημονική υποστήριξη.
Η περιοχή χαρακτηρίστηκε «ευλογημένη» ως προς το κλίμα και τα εδάφη, με υψηλή ηλιοφάνεια και παραγωγική δυναμική, αποτελώντας την καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας της εταιρείας, καθώς εκεί βρίσκονται τα εργοστάσια και το σύνολο της εφοδιαστικής λειτουργίας.
Καινοτομία, plant-based προϊόντα και εξαγωγική ανάπτυξη
Σχετικά με την καινοτομία και τις νέες διατροφικές τάσεις, η Μπάρμπα Στάθης καταγράφει έντονη ανάπτυξη σε κατηγορίες plant-based και healthy ready meals, όπου η ελληνική πρώτη ύλη και οι ελληνικές συνταγές προσδίδουν σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη γεύση και στην αποδοχή των προϊόντων στο εξωτερικό.
Η ελληνικότητα, όπως τονίστηκε, παραμένει ισχυρό πλεονέκτημα, ειδικά σε αγορές με έντονη παρουσία ομογένειας, όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, ωστόσο δεν αρκεί από μόνη της. Η επιχειρησιακή συνέπεια, η ποιότητα και η προσαρμογή στις καταναλωτικές τάσεις είναι εξίσου κρίσιμοι παράγοντες για τη διαμόρφωση ενός αξιόπιστου εξαγωγικού προφίλ.
Νέες επενδύσεις και βιώσιμη ανάπτυξη
Η Μπάρμπα Στάθης υλοποιεί επίσης φιλόδοξο επενδυτικό πλάνο σε τρεις άξονες: ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και της εφοδιαστικής αλυσίδας, βιώσιμη ανάπτυξη και βελτίωση των συνθηκών ασφάλειας και εργασιακού περιβάλλοντος. Μέσα στους επόμενους μήνες τίθεται σε λειτουργία νέα μονάδα στη Σίνδο, σε ιδιόκτητο ακίνητο, η οποία αυξάνει τις αποθηκευτικές δυνατότητες κατά περίπου 2 εκατ. κιβώτια.
Το επενδυτικό σχέδιο εντάσσεται σε ευρύτερο πλάνο ύψους περίπου 10 εκατ. ευρώ για τα επόμενα 1-2 χρόνια, σε συνεργασία με τον μέτοχο Ideal Holdings, με προτεραιότητα τη δημιουργία μεγάλου κέντρου αποθήκευσης και διανομής στην Αθήνα για την κάλυψη της Νότιας Ελλάδας.
Στρατηγική, πρώτες ύλες και εξαγωγικοί μύθοι
Τον προβληματισμό για την έλλειψη εθνικού σχεδιασμού στον αγροδιατροφικό τομέα εξέφρασε ο Αλέξανδρος Κατσιώτης, Πρόεδρος της ΕΛΓΕΚΑ, επισημαίνοντας ότι η ελληνική γαστρονομία συχνά στηρίζεται σε εισαγόμενες πρώτες ύλες, γεγονός που υπονομεύει την αυθεντικότητα και τη δυνατότητα δημιουργίας ισχυρών brands.
Όπως ανέφερε, μόνο ένα μικρό ποσοστό των ελληνικών εξαγόμενων προϊόντων διαθέτει πραγματικό brand, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το γιαούρτι και τη φέτα, ενώ οι περισσότερες επιχειρήσεις περιορίζονται σε αποστολές μικρών ποσοτήτων χωρίς ουσιαστική διείσδυση στις αγορές. Οι εξαγωγές, όπως τόνισε, δεν είναι αποστολή μιας παλέτας σε πολλές χώρες, αλλά κατάκτηση μεριδίου αγοράς και επαναλαμβανόμενη κατανάλωση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη Μακεδονία, αναγνωρίζοντας ότι παράγει «πολύ ωραία προϊόντα», ωστόσο εξέφρασε έντονη ανησυχία για τη δημογραφική συρρίκνωση και τη μείωση του ανθρώπινου δυναμικού στον πρωτογενή τομέα.
Ανάγκη αναδιοργάνωσης και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού
Ο κ. Κατσιώτης ανέδειξε επίσης τις αδυναμίες της εφοδιαστικής αλυσίδας και των logistics στη χώρα, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα στερείται ολοκληρωμένων δικτύων μεταφοράς με δυνατότητα ιχνηλασιμότητας, γεγονός που αυξάνει το κόστος και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα. Παρά τις μεγάλες επενδύσεις σε αποθηκευτικούς χώρους, το σύστημα μεταφοράς παραμένει κατακερματισμένο.
Η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Μακεδονία διαθέτουν ποιότητα, τεχνογνωσία και ισχυρά παραδείγματα επιτυχίας, αλλά χρειάζονται πυξίδα, πειθαρχία και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Μόνο έτσι η πρωτογενής παραγωγή και οι εξαγωγές τροφίμων μπορούν να μετατραπούν σε σταθερό μοχλό ανάπτυξης για την οικονομία και την περιφέρεια, σύμφωνα με τον κ. Κατσιώτη.









