Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στα μέλη της διατλαντικής συμμαχίας, η Ευρώπη βρίσκεται σε αμηχανία, καθώς αναμετράται με τον κίνδυνο ολικής τροποποίησης της παγκόσμιας ασφάλειας που έχει καθιερωθεί από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μπορεί όμως ο πρόεδρος Τραμπ να προχωρήσει σε αγορά της Γροιλανδίας; Υπάρχουν παραδείγματα αγοραπωλησίας στο ιστορικό παρελθόν ΗΠΑ-Δανίας; Ποιοι είναι οι τρεις λόγοι για τους οποίους η Ουάσιγκτον επιδιώκει τον έλεγχο του αρκτικού νησιού και πόσο πιθανή μπορεί να θεωρείται μια στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή; Στα παραπάνω ερωτήματα απαντά ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης σε συνέντευξή του στα Μακεδονικά Νέα.
Ακολουθεί συνέντευξη του Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Μιλτιάδη Σαρηγιαννίδη στην Αναστασία Κοσμίδου:
Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου έχουν τη δυνατότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες να αγοράσουν τη Γροιλανδία; Είναι δηλαδή κάτι νόμιμο και εφικτό με όρους διεθνούς δικαίου;
Με όρους διεθνούς δικαίου η αγορά τμήματος της επικράτειας ενός κράτους από ένα άλλο αποτελεί επιλογή που σαφώς βρίσκεται στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας και συνιστά παράγωγη κτήση τίτλου κυριαρχίας, εφόσον συνάπτεται έγκυρη διμερής συνθήκη. Μάλιστα, οι ΗΠΑ έχουν πλούσιο σχετικό ιστορικό. Το 1803 αγόρασαν από τη Γαλλία την περιοχή της Λουϊζιάνα, που εκτεινόταν από τον Μισισιπή ως τα βραχώδη Όρη και από τον Κόλπο του Μεξικό μέχρι τον Καναδά. Επρόκειτο για μια τεράστια περιοχή, λίγο μικρότερη σε σχέση με τη Γροιλανδία. Παρόμοια, το 1867 αγόρασαν την Αλάσκα από τη Ρωσία. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο οι ΗΠΑ εξέφρασαν το ενδιαφέρον τους να αγοράσουν και τις Δανέζικες Δυτικές Ινδίες στην Καραϊβική, ωστόσο η σχετική συμφωνία ανάμεσα στην Κοπεγχάγη και την Ουάσιγκτον επιτεύχθηκε μόλις το 1917 και το σύμπλεγμα των νησιών ονομάστηκε Παρθένες Νήσοι. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι μία προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της κυριαρχίας των Παρθένων Νήσων, ήταν η αναγνώριση της δανέζικης κυριαρχίας στη Γροιλανδία από τις ΗΠΑ έναν χρόνο νωρίτερα. Επομένως, υπάρχει και προηγούμενο απόκτησης εδαφών της Δανίας από τις ΗΠΑ με αγοραπωλησία, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον εντοπίζονταν στην Καραϊβική και τη Διώρυγα του Παναμά, και όχι στη Γροιλανδία.
Στο πλαίσιο της δανέζικης κυριαρχίας, η Γροιλανδία απολαμβάνει ευρύτατη αυτονομία. Οι κάτοικοι του νησιού διαθέτουν το δικό τους κοινοβούλιο και κυβέρνηση και έχουν διακριτή πολιτισμική ταυτότητα καθώς η πλειοψηφία τους είναι αυτόχθονες Ινουίτ. Με άλλα λόγια, η πολιτειακή κατάσταση στη Γροιλανδία είναι κατάλοιπο της αποικιοκρατίας και η Κοπεγχάγη αυτοπεριορίζεται στα θέματα νομισματικής, εξωτερικής πολιτικής και άμυνας για να αποφύγει την αμφισβήτηση της κυριαρχίας της. Όμως, οι κάτοικοι της Γροιλανδίας έχουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και θεωρητικά μπορούν να το ασκήσουν οποτεδήποτε προκειμένου να αποκτήσουν την πλήρη ανεξαρτησία τους. Άλλωστε, είναι ένα δικαίωμα, το οποίο ρητά αναγνωρίζει ο Νόμος περί Αυτοκυβέρνησης που ψήφισε το Κοινοβούλιο της Δανίας το 2009 και μπορεί να ασκηθεί δημοψηφισματικά. Βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση απαιτείται η έγκριση του δανέζικου κοινοβουλίου, ωστόσο, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση κατοχυρώνεται στο διεθνές δίκαιο, και επομένως οι Γροιλανδοί θα μπορούσαν να επιδιώξουν τη σύγκρουση με την Κοπεγχάγη, και να παρακάμψουν νόμιμα την προϋπόθεση της κοινοβουλευτικής έγκρισης, ειδικά εφόσον θα είχαν εξασφαλισμένη την αμερικανική υποστήριξη. Περαιτέρω, εκτός από το δημοψήφισμα για την ανεξαρτητοποίηση, θα μπορούσε να διενεργηθεί κι ένα διαδοχικό δημοψήφισμα για την ένωση με τις ΗΠΑ ή έστω για τη δημιουργία μιας προνομιακής σχέσης που θα ικανοποιούσε τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον. Επειδή, λοιπόν, μάλλον θα πρέπει να αναμένουμε αύξηση της αμερικανικής επιρροής στη Γροιλανδία και έντονη προσπάθεια προσεταιρισμού των κατοίκων της, όπως με προσφορά αμερικανικών διαβατηρίων ή οικονομικών ανταλλαγμάτων, ίσως η μοναδική εύσχημη λύση που θα απομείνει τελικά στην Κοπεγχάγη, είναι η διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας αγοραπωλησίας της Γροιλανδίας.
Αν σε ένα υποθετικό σενάριο, οι κάτοικοι της Γροιλανδίας συμφωνήσουν σε ενδεχόμενη πώληση της χώρας τους στις ΗΠΑ, θα πρέπει να συμφωνήσει και η Δανία για να προχωρήσει η αγοραπωλησία;
Μια ενδεχόμενη αγοραπωλησία θα εμπλέξει αρχικά τα κράτη, δηλαδή τη Δανία και τις ΗΠΑ. Εφόσον, λοιπόν, υπάρξει σύμπτωση βουλήσεων και τα δύο κράτη συμφωνήσουν για τη μεταβίβαση της κυριαρχίας στη Γροιλανδία, τότε απομένει μια κρίσιμη προϋπόθεση, αυτή της συναίνεσης των κατοίκων της. Με δεδομένο ότι έχουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, ασφαλώς θα πρέπει να ρωτηθούν σχετικά. Επομένως, μόνο εφόσον, οι κάτοικοι εκφράσουν ελεύθερα τη συναίνεσή τους με δημοψήφισμα, θα μπορούσε να ολοκληρωθεί έγκυρα η αγοραπωλησία ανάμεσα σε Κοπεγχάγη και Ουάσιγκτον. Όπως φαίνεται, το ζήτημα της μετάστασης της κυριαρχίας στη Γροιλανδία δεν συνδέεται απαραίτητα με τη χρήση βίας. Άλλωστε, κάτι τέτοιο θα ήταν κατάφωρη και ασύγγνωστη παραβίαση θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα μεταξύ συμμαχικών κρατών. Αντίθετα, υπάρχουν νόμιμοι τρόποι, οι οποίοι δεν προϋποθέτουν τη χρήση βίας, αλλά περιλαμβάνουν την άσκηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση ή τη δυνατότητα αγοράς του νησιού από τις ΗΠΑ με τη σύμφωνη γνώμη των κατοίκων του. Απλά, απαιτείται περισσότερος χρόνος σε σχέση με τη χρήση βίας και προσήλωση στις αρχές και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Τι εκτιμάτε ότι είναι αυτό που επιδιώκουν οι ΗΠΑ από τη Γροιλανδία και επιμένουν στον έλεγχο της, χρησιμοποιώντας μάλιστα ως αιτιολογία λόγους εθνικής ασφάλειας;
Το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε μετάβαση και οι ΗΠΑ εδώ και χρόνια, ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της εθνικής ασφάλειάς τους. Η σύνδεση της τελευταίας με τη Γροιλανδία είναι ένα πραγματικό γεγονός ήδη κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ. Σήμερα, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι για την Ουάσιγκτον που διαμορφώνουν μια επιθετική πολιτική ασφάλειας για τη Γροιλανδία. Πρώτον, η τήξη των πάγων ανοίγει καινούριους δρόμους στον αρκτικό κύκλο που θα λειτουργούν ως παρακάμψεις των χρονοβόρων και ενεργοβόρων δρομολογίων, είτε πρόκειται για εμπορικά είτε για πολεμικά πλοία. Η Γροιλανδία, λοιπόν, είναι ένα σταυροδρόμι από το οποίο θα είναι υποχρεωμένα να περάσουν τα κινεζικά και ρωσικά πλοία, και συνεπώς οι ΗΠΑ επιθυμούν να ελέγξουν ειδικά την ανάπτυξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας σε αυτή την περιοχή και τα δρομολόγια των ρωσικών υποβρυχίων του Βόρειου Στόλου. Δεύτερον, η Γροιλανδία έχει πλούσιο ορυκτό πλούτο και οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται όχι μόνο για την εμπορική εκμετάλλευσή του από αμερικανικές εταιρείες αλλά και για να κρατήσει μακριά τους ανταγωνιστές της. Επομένως, η Γροιλανδία θέτει και προκλήσεις που αφορούν στην ενεργειακή ασφάλεια των ΗΠΑ και των ανταγωνιστών της. Τέλος, η αμερικανική εμμονή για τη Γροιλανδία μας επαναφέρει στο απόλυτο ψυχροπολεμικό σκηνικό. Αυτή η περιοχή, όπως και η γειτονική Ισλανδία, η οποία δεν διαθέτει ένοπλες δυνάμεις, λειτουργούν ως σταθμοί έγκαιρης προειδοποίησης απέναντι στις ρωσικές πυραυλικές και αεροπορικές δυνατότητες και σταθμοί παρατήρησης του ρωσικού πολεμικού ναυτικού. Επιπλέον, από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία διαθέτει πολλά σιλό με διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους στη χερσόνησο Κόλα, ανατολικά της Φινλανδίας στον αρκτικό κύκλο. Στο απόγειό της, η τροχιά ενός τέτοιου βαλλιστικού πύραυλου που κατευθύνεται στις ΗΠΑ, βρίσκεται πάνω από τη Γροιλανδία. Είναι δηλαδή εκείνο το σημείο από το οποίο θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τους ρωσικούς διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εφαρμόσουν στη Γροιλανδία το μοντέλο στρατιωτικοποίησης που εφαρμόζουν στην Αλάσκα, είτε πετύχουν την ένωση με αυτήν, είτε πετύχουν ένα ειδικό καθεστώς προνομιακής συνεργασίας και αποψιλωμένης δανέζικης ή και γροιλανδέζικης κυριαρχίας.
Πόσο πιθανή θεωρείτε μια στρατιωτική επέμβαση από τις ΗΠΑ στη Γροιλανδία και ποιος θα είναι ο ρόλος της Δανίας και της ΕΕ αν πραγματοποιηθεί το δυσοίωνο σενάριο;
Θεωρώ πως μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία είναι μάλλον απίθανη. Παρά την επιθετική ρητορική Τράμπ και το γεγονός ότι η Γροιλανδία θα αποτελούσε έναν επιχειρησιακά εύκολο στόχο, διατηρώ την πεποίθηση ότι δεν θα οδηγηθούμε στη διάρρηξη των ισχυρών ατλαντικών δεσμών που έχουν σφυρηλατήσει Αμερικανοί και Ευρωπαίοι εδώ και δεκαετίες. Ασφαλώς, ο αγοραίος τρόπος με τον οποίο ο Πρόεδρος Τραμπ εκφράζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική υπηρετεί τη θορυβώδη προβολή ισχύος, με την οποία ο ένοικος του Λευκού Οίκου προσπαθεί να αποκομίσει κέρδη από φίλους και αντίπαλους. Επιπλέον, είναι παραπάνω από σαφές ότι αυτή την στιγμή η Ουάσιγκτον επιθυμεί λιγότερη ΕΕ, γιατί έτσι μπορεί να ανταγωνιστεί και να ελέγξει τα ευρωπαϊκά κράτη πιο εύκολα και αποτελεσματικά, διαμορφώνοντας ένα δίκτυο σχέσεων επιμέρους εξάρτησής τους από τις ΗΠΑ. Στην ίδια λογική, η επιθετική ρητορική απέναντι στη Δανία για τη Γροιλανδία, εξυπηρετεί ακριβώς την αγοραία λογική του εκφοβισμού που οδηγεί σε εξάρτηση και ουσιαστικά μειωμένη κυριαρχία. Και ασφαλώς προϋποθέτει ότι η ΕΕ θα εκφωνήσει Φιλιππικούς, αλλά τελικά θα εγκαταλείψει τη Δανία μόνη της απέναντι στις συναλλακτικές επιθυμίες της Ουάσιγκτον.








