«Σήμερα, λόγω της ιδιαίτερης ανησυχίας για την ασφάλειά του, η αστυνομία της Ιερουσαλήμ εμπόδισε τον Λατίνο Πατριάρχη καρδινάλιο Πιτσαμπάλα, να χοροστατήσει στη λειτουργία στον ναό του Παναγίου Τάφου. Δεν υπήρχε απολύτως καμιά κακόβουλη πρόθεση, μόνο η ανησυχία να διασφαλιστεί η προστασία του», έγραψε στην πλατφόρμα Χ το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Υπενθυμίζεται ότι, η ισραηλινή αστυνομία εμπόδισε τον Λατίνο Πατριάρχη Ιεροσολύμων να τελέσει την Κυριακή των Βαΐων στον Ναό της Αναστάσεως «για πρώτη φορά εδώ και αιώνες», όπως ανακοίνωσε το Πατριαρχείο, με την αστυνομία να επικαλείται λόγους ασφαλείας που συνδέονται με τον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Λατίνος Πατριάρχης Ιεροσολύμων καρδινάλιος Πιερμπατίστα Πιτσαμπάλα και ο επικεφαλής των Φραγκισκανών στους Αγίους Τόπους, πατέρας Φραντσέσκο Ιέλπο, εμποδίστηκαν σήμερα από την ισραηλινή αστυνομία να εισέλθουν στην εκκλησία, μια κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και αγανάκτηση στο εξωτερικό.
«Ως αποτέλεσμα, και για πρώτη φορά εδώ και αιώνες, οι επικεφαλής της Εκκλησίας εμποδίστηκαν να τελέσουν τη λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων στον Ναό της Αναστάσεως», ανέφερε σε ανακοίνωσή του.
Με τη σειρά της, η ισραηλινή αστυνομία ανέφερε ότι όλοι οι ιεροί χώροι στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ — συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι ιεροί για Χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Εβραίους — έχουν κλείσει για τους πιστούς από την έναρξη του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου με το Ιράν, ιδίως όσοι δεν διαθέτουν καταφύγια.
Η αστυνομία δήλωσε ότι απέρριψε αίτημα του Πατριαρχείου για εξαίρεση την Κυριακή των Βαΐων.
«Η Παλιά Πόλη και οι ιεροί χώροι αποτελούν μια σύνθετη περιοχή που δεν επιτρέπει την πρόσβαση μεγάλων οχημάτων έκτακτης ανάγκης και διάσωσης, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά την ανταπόκριση και δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή σε περίπτωση ενός μαζικού περιστατικού», ανέφερε η αστυνομία.
Σημειώνεται ότι, ο Πανάγιος Τάφος, μαζί με το Δυτικό Τείχος και το Τέμενος Αλ-Άκσα παραμένουν κλειστά για το κοινό από τα τέλη Φεβρουαρίου 2026 λόγω του πολέμου. Ο Ναός του Πανάγιου Τάφου αποτελεί σημαντικό κέντρο και σημείο αναφοράς της Χριστιανοσύνης. Η φύλαξή του μοιράζεται μεταξύ της Καθολικής, της Ελληνορθόδοξης και της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας.
Αντιδράσεις από Μακρόν και Μελόνι
Νωρίτερα, την έντονη αντίδραση του Εμανουέλ Μακρόν προκάλεσε η απόφαση της Ισραηλινής αστυνομίας να μην επιτρέψει στον Καθολικό Πατριάρχη Ιεροσολύμων να εισέλθει στον Πανάγιο Τάφο.
«Καταδικάζω την απόφαση της αστυνομίας του Ισραήλ που θέτει σε αμφιβολία τα συμφωνημένα για την άσκηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων, η ελεύθερη άσκηση των οποίων θα πρέπει να είναι εξασφαλισμένη στην Ιερουσαλήμ», έγραψε μεταξύ άλλων σε ανάρτησή του ο πρόεδρος της Γαλλίας.
Από την πλευρά της η Ιταλίδα πρωθυπουργός, Τζόρτζια Μελόνι πήρε άμεσα θέση και, αναφερόμενη στο συμβάν, υπογράμμισε:«Ό Πανάγιος Τάφος των Ιεροσολύμων είναι ιερός τόπος της Χριστιανοσύνης και, κατά συνέπεια, πρέπει να προστατεύεται για την τέλεση των ιερών τελετουργιών. Η απαγόρευση εισόδου στον Λατίνο Πατριάρχη και στον Κουστωδό των Αγίων Τόπων, σε μια βασικής σημασίας ημέρα για την πίστη μας - όπως είναι η Κυριακή των Βαΐων - αποτελεί προσβολή όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για κάθε κοινότητα που αναγνωρίζει την θρησκευτική ελευθερία».
Ο δε Ιταλός υπουργός Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, πρόσθεσε ότι ζήτησε να κληθεί αύριο, στο υπουργείο, ο πρέσβης του Ισραήλ στη Ρώμη ώστε να του ζητηθούν εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο συμβάν.
Επίσης, ο πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι δήλωσε ότι η άρνηση εισόδου στον Πατριάρχη στον ναό την Κυριακή των Βαΐων ήταν «δύσκολο να γίνει κατανοητή ή να δικαιολογηθεί».
Κατά την προσευχή του, πριν από λίγο στο Όρος των Ελαιών, χωρίς την παρουσία πιστών, ο Λατίνος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Έχοντας μπροστά μας την Ιερουσαλήμ, στην ιδιαιτέρα περίπλοκη κατάσταση που ζούμε, αυτή ακριβώς τη στιγμή θέλουμε να επανενωθούμε με τον Ιησού, θέλουμε να εισέλθουμε στην Ιερουσαλήμ και να μάθουμε, για μια ακόμη φορά, με ποιόν τρόπο να κατοικήσουμε αυτή την πόλη. Θέλουμε να παραμείνουμε μια κοινότητα η οποία επιθυμεί να χτίσει αλληλεγγύη, φιλία, αδελφοσύνη, σε κοινωνία με όλους και να είμαστε όργανα ειρήνης και επανασυμφιλίωσης».





