Η Θεσσαλονίκη αποτελεί παράδειγμα μεσαίας ευρωπαϊκής πόλης που παλεύει εδώ και μια εικοσαετία τουλάχιστον να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της αναπτυξιακής υστέρησης με λίγες «φωτεινές» εξαιρέσεις.
Ωστόσο χωρίς συγκεκριμένους πόλους ανάπτυξης, δηλαδή στοχευμένες, μεγάλης κλίμακας επενδύσεις που λειτουργούν ως καταλύτες αλυσιδωτών αντιδράσεων, η Θεσσαλονίκη θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, απώλεια του ανθρώπινου κεφαλαίου και ερήμωση του εμπορικού της ιστού.
Η επιτάχυνση στην υλοποίηση μεγάλων projects τα τελευταία χρόνια, όπως η οδική αρτηρία Flyover, αλλά και η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων σε περιοχές, όπως η νέα δυτική είσοδος της πόλης, βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν επαρκούν. Η λειτουργία του Μετρό στο κέντρο και ανατολικά θα μετασχηματίσει γειτονιές, περιοχές και συνήθειες, αλλά από μόνη της δεν φέρνει βιώσιμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, καθώς λείπει ένα συνεκτικό, μητροπολιτικό σχέδιο με βάθος δεκαετίας. Σε λίγα χρόνια ίσως η κατάσταση να είναι βελτιωμένη με την ολοκλήρωση της ανάπλασης της ΔΕΘ και την προώθηση υποδομών όπως το Thess INTEC.
Τι έκαναν άλλες πόλεις;
Κάθε ανάλογου μεγέθους ευρωπαϊκή πόλη που μετασχηματίστηκε επιτυχώς τις τελευταίες δεκαετίες (Μπιλμπάο, Κοπεγχάγη, Αμβούργο, Βαρκελώνη, Μασσαλία), συνδύασε «σκληρές» πολιτικές (κυρίως μεγάλα έργα υποδομής, εκτεταμένες αναπλάσεις και σημαντικές συγκοινωνιακές παρεμβάσεις) με «μαλακές» πολιτικές (τουριστική προβολή, πολιτισμός, εκπαίδευση και startups). Η Θεσσαλονίκη, αντιθέτως, εξαρτήθηκε επί πολλά χρόνια κυρίως από τις δεύτερες και τα αποτελέσματα είναι εμφανή.
Οι οικονομολόγοι François Perroux και Albert Otto Hirschman περιέγραψαν την έννοια των πόλων ανάπτυξης υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη δεν εμφανίζεται παντού ταυτόχρονα, αλλά καταγράφεται σε σημεία ή πόλους, με ποικίλες εντάσεις, και διαχέεται μέσω διαφορετικών καναλιών στο σύνολο της οικονομίας. Οι θεωρίες τους βασίζονται σε τρεις πυλώνες: τις κινητήριες βιομηχανίες, δηλαδή τις μεγάλες, καινοτόμες επιχειρήσεις με ισχυρές διακλαδικές συνδέσεις, τα φαινόμενα συσσώρευσης δραστηριοτήτων και τις αλυσιδωτές αντιδράσεις, όπου μια νέα βιομηχανία τονώνει τη ζήτηση σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Σήμερα, η στρατηγική «Έξυπνης Εξειδίκευσης» της ΕΕ αντλεί άμεσα από αυτή τη λογική, ζητώντας από τις περιφέρειες να εντοπίσουν τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα και να συγκεντρώσουν εκεί τις επενδύσεις τους.
Οι ευρωπαϊκές πόλεις που εφάρμοσαν τη θεωρία αυτή παρουσιάζουν εντυπωσιακά αποτελέσματα:
- Η Βαρκελώνη μετέτρεψε 200 εκτάρια πρώην βιομηχανικής γης στη συνοικία 22@ σε κόμβο τεχνολογίας και καινοτομίας με 4.500 νέες εταιρείες, 56.000 θέσεις εργασίας και εγκατάσταση εταιρειών όπως Microsoft, Amazon Web Services και SAP.
- Το Μπιλμπάο, μια πόλη μόλις 350.000 κατοίκων με 25% ανεργία στα τέλη του ’80 μετασχηματίστηκε μέσω του Μουσείου Guggenheim (επένδυση περίπου 195 εκατ. ευρώ) και μέσω ενός ολοκληρωμένου πακέτου υποδομών με αποτελέσματα όπως: 20 εκατομμύρια επισκέπτες, 650 εκατ. ευρώ πρόσθετα έσοδα και μείωση της ανεργίας από 25% σε 8%.
- Η HafenCity του Αμβούργου αποτελεί το μεγαλύτερο έργο αστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη με 13 δισ. ευρώ συνολική επένδυση σε 157 εκτάρια γης και στόχο 45.000 νέες θέσεις εργασίας.
- Το project της Κοπεγχάγης με την ιδιαίτερη ονομασία Ørestad έχει ομοιότητες με το θέμα του Μετρό στη Θεσσαλονίκη, αλλά οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Η Κοπεγχάγη προχώρησε σε μια νέα αστική ανάπτυξη 310 εκταρίων στο νότιο τμήμα της, που ξεκίνησε τη δεκαετία του '90. Η λογική του ήταν απλή και αποτελεσματική: η πόλη κατασκεύασε πρώτα αυτόματο μετρό (χωρίς οδηγό) που ένωσε τη νέα περιοχή με το κέντρο της πόλης, μετά πούλησε σταδιακά τη δημόσια γη της Ørestad σε ιδιώτες και με την υπεραξία που είχε αποκτήσει η γη χρηματοδοτήθηκαν έργα υποδομής, αλλά και η περαιτέρω επέκταση του μετρό. Σήμερα στο Ørestad στεγάζονται η DR (δημόσια ραδιοτηλεόραση της Δανίας), το Πανεπιστήμιο IT της Κοπεγχάγης, το Copenhagen Arena, πολυεθνικές εταιρείες και δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι.
Η παραπάνω θεώρηση της πραγματικότητας δεν είναι βέβαια χωρίς κριτική. Τα οφέλη συχνά δεν διαχέονται σε όλη την πόλη, η επιλογή της ευνοούμενης τοποθεσίας υπόκειται κάποιες φορές σε πολιτικές σκοπιμότητες αντί οικονομικής λογικής, και η εξάρτηση από μία κινητήρια βιομηχανία δημιουργεί ευαλωτότητα.
Την ίδια στιγμή η επιτυχία τέτοιων αστικών αναπλάσεων εξαρτάται από σαφείς προϋποθέσεις όπως ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, κρίσιμη μάζα επένδυσης, μικτές χρήσεις γης, συνδεσιμότητα και μακροπρόθεσμη δέσμευση πέρα από εκλογικούς κύκλους.
Μια πόλη δεν μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσω του τουρισμού, του πολιτισμού, των πανεπιστημίων και των startups χωρίς «σκληρές» υποδομές.
Η εξάρτηση από τον τουρισμό πάσχει από δομικά ελαττώματα εποχικότητας, ενώ η κλιματική κρίση απειλεί τη Μεσόγειο.
Η ύπαρξη πανεπιστημίων χωρίς αντίστοιχη παραγωγική βάση δημιουργεί φαινόμενα brain drain, καθώς δεν υφίσταται διαθεσιμότητα θέσεων εργασίας και προοπτικές σταδιοδρομίας. Χωρίς υποδομές που υποστηρίζουν θέσεις εργασίας, τα πανεπιστήμια γίνονται «μηχανές εξαγωγής ταλέντου».
Κάθε επιτυχημένη ευρωπαϊκή μεταμόρφωση πόλης συνδύασε και τα δύο, δηλαδή τόσο «σκληρές» όσο και «μαλακές» υποδομές.
Στη Θεσσαλονίκη, εάν δεν μπορούμε να πρωτοτυπήσουμε, τουλάχιστον ας αντιγράψουμε.
Ποτέ δεν είναι αργά!










