Η εμπορική συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη εμπορική διευθέτηση. Για την Ελλάδα συνιστά ένα πολυεπίπεδο εργαλείο οικονομικής και γεωοικονομικής ισχυροποίησης, ενισχύοντας τον πρωτογενή τομέα, τις εξαγωγές και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Η πρόσβαση σε μια αγορά 780 εκατομμυρίων καταναλωτών διευρύνει τη διεθνή ακτίνα δράσης της Ελλάδας και ενισχύει την εξωστρέφειά της, ενώ η προστασία 21 ελληνικών ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων θωρακίζει το brand «Ελλάδα» σε αγορές όπου η απομίμηση αποτελούσε διαχρονικό κίνδυνο.
Σε οικονομικό επίπεδο, η συμφωνία δημιουργεί ουσιαστικά και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η κατάργηση των δασμών στο 91% των προϊόντων μειώνει το κόστος των ελληνικών εξαγωγών και ενισχύει τη θέση της χώρας σε καίριους κλάδους όπως το ελαιόλαδο, τα τυριά και το κρασί. Το αποτέλεσμα είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, η εξομάλυνση του εμπορικού ισοζυγίου σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και η ενίσχυση της επενδυτικής δυναμικής σε αγροτοδιατροφικές υποδομές και επιχειρήσεις. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διασφαλίσει απλοποιημένες διαδικασίες και μεγαλύτερη διαφάνεια, κάτι που επιτρέπει στην Ελλάδα να λειτουργήσει ως εξαγωγική δύναμη με μεγαλύτερη άνεση και λιγότερα διοικητικά εμπόδια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνική επιχειρηματική δομή στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία, η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων είναι μικροεπιχειρήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία λειτουργεί ως πραγματικός πολλαπλασιαστής δυνατοτήτων, αφού οι απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες, η βελτιωμένη πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις και η ουσιαστική μείωση των ρυθμιστικών εμποδίων δημιουργούν προϋποθέσεις που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους να ενισχύσουν την εξωστρέφειά τους και να διεκδικήσουν πιο ενεργό ρόλο στις διεθνείς αγορές. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν ενδυναμώνει μόνο την ανταγωνιστικότητά τους, αλλά συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός πιο ανθεκτικού και εξωστρεφούς παραγωγικού προτύπου για το σύνολο της χώρας.
Σε αυτό το σημείο, όμως, προκύπτει εύλογα το κρίσιμο ερώτημα που αγγίζει την ουσία του θέματος: μπορούν πράγματι όλες αυτές οι προοπτικές να μετατραπούν σε ουσιαστικά, μετρήσιμα και θετικά αποτελέσματα; Είναι άραγε εφικτό ο ελληνικός πρωτογενής τομέας να αφήσει πίσω του το μοντέλο της μικρής, παραδοσιακής παραγωγής και να εξελιχθεί σε μια σύγχρονη, εξωστρεφή και οικονομικά βιώσιμη δομή; Η απάντηση εξαρτάται από το κατά πόσο η χώρα θα αξιοποιήσει με συνέπεια και στρατηγική τις μακροπρόθεσμες ευκαιρίες που ανοίγονται.
Παρότι η συμφωνία εισάγει αυξημένο ανταγωνισμό, λειτουργεί ως καταλύτης εκσυγχρονισμού και στρατηγικής αναδιάρθρωσης για τον ελληνικό πρωτογενή τομέα. Τα ελληνικά προϊόντα υψηλής αξίας, όπως το ελαιόλαδο, η φέτα και το κρασί, διαθέτουν εγγενές πλεονέκτημα έναντι φθηνότερων προϊόντων από τη Λατινική Αμερική. Η προστασία των ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων ενισχύει περαιτέρω την ταυτότητά τους, ανοίγοντας τον δρόμο για premium τιμές και μεγαλύτερη διεθνή αναγνωρισιμότητα. Παράλληλα, η ανάγκη ανταγωνιστικότητας ωθεί σε επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, ψηφιοποίηση και βιώσιμες πρακτικές, καθιστώντας την αγροτική παραγωγή πιο ανθεκτική και παραγωγική.
Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να καθιερωθεί ως κόμβος ποιότητας στη Μεσόγειο. Η υψηλή γαστρονομική της ταυτότητα, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα προστασίας και προβολής των προϊόντων της, μπορεί να μετατρέψει τη χώρα σε έναν Μεσογειακό «premium supplier» στις αγορές της Λατινικής Αμερικής. Τα ελληνικά προϊόντα, με ισχυρή ταυτότητα και ουσιαστική θωράκιση απέναντι στις απομιμήσεις, ενισχύουν την εικόνα μιας χώρας που συνδυάζει παράδοση, ποιότητα και καινοτομία.
Συνολικά, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, εάν αξιοποιηθεί στρατηγικά, δεν αποτελεί απλώς μια εμπορική ευκαιρία, αλλά ένα αναπτυξιακό εργαλείο με δυνατότητα ουσιαστικού μετασχηματισμού για την Ελλάδα. Μπορεί να ενισχύσει την οικονομική εξωστρέφεια, να αναβαθμίσει την αναγνωρισιμότητα των ελληνικών προϊόντων, να στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να επιταχύνει τον εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα και να αναβαθμίσει τη διεθνή θέση της χώρας. Με σωστό σχεδιασμό και συντονισμό, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τη συμφωνία αυτή σε μοχλό σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια.
*Η Χριστίνα Κυρίτση είναι Οικονομολόγος










