Το έργο της Ροδής Στεφανίδου επιχειρεί να φωτίσει γνωστές και άγνωστες πτυχές της γυναικείας υπόστασης της Μέριλιν, καθώς αφηγείται, μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας, τα θραύσματα της ζωής της. Η συγγραφέας δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση. Ξεκινά από το τέλος, από τη νύχτα του θανάτου της Μονρόε, και κινείται προς τα πίσω, ανασυνθέτοντας θραύσματα ζωής μέσα από μαρτυρίες, ντοκουμέντα και δραματουργική επεξεργασία. Η σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι επιλέγει τη λιτότητα, με δύο μόνο ερμηνευτές στη σκηνή: την Αλεξάνδρα Παλαιολόγου η οποία ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο και τον Χρήστο Παπαδημητρίου στον ρόλο του αφηγητή.
Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου προσεγγίζει τη θρυλική ντίβα όχι ως σύμβολο, αλλά ως ένα τραυματισμένο άτομο. «Δεν ερμηνεύουμε το σύμβολο ή το sex symbol, τη λαμπερή Μέριλιν που όλοι γνωρίζουμε. Αυτή η εικόνα δεν χρειάζεται ερμηνεία, είναι καταγεγραμμένη στη συλλογική μνήμη», σημειώνει. «Εκείνο που έχει σημασία είναι η γυναίκα πέρα από τον μύθο. Το φοβισμένο παιδί που υπήρξε η Μέριλιν Μονρόε, ένα πλάσμα βαθιά κακοποιημένο από πολύ νωρίς. Μεγάλωσε σχεδόν μόνη της, με μια μητέρα που έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο. Έζησε την εγκατάλειψη μέσα σε ορφανοτροφεία και ανάδοχες οικογένειες, έζησε την κακοποίηση. Αυτή η παιδική εμπειρία δεν εξαφανίζεται ποτέ. Το τραύμα μεταφέρεται, εγγράφεται στο σώμα και στη ζωή. Και αυτό προσπαθούμε να φωτίσουμε: πώς μια τόσο εύθραυστη γυναίκα κατάφερε ταυτόχρονα να είναι και τόσο δυνατή».

Αναφερόμενη στη διαδικασία των προβών η γνωστή πρωταγωνίστρια μιλά για μια διαδρομή που αποδείχθηκε πιο σκληρή από όσο είχε φανταστεί, απαιτητική όχι μόνο τεχνικά, αλλά κυρίως ψυχικά: «Η ζωή αυτής της γυναίκας είναι τόσο σκληρή, που κάθε πρόβα ήταν μια δοκιμασία. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι φεύγαμε καταρρακωμένοι. Ήταν σαν να έχουμε δεχτεί γροθιά στο στομάχι. Τα γεγονότα που διαβάζαμε, οι μαρτυρίες, τα περιστατικά βίας και εγκατάλειψης, δεν σου επιτρέπουν απόσταση. Ακόμα κι αν προσπαθείς να τα προσεγγίσεις υποκριτικά, σε διαπερνούν. Δεν μπορείς να τα αντιμετωπίσεις ψυχρά. Αυτή η συνεχής έκθεση, το ότι είμαστε μόνο δύο άνθρωποι στη σκηνή, χωρίς προστατευτικά στρώματα, δημιουργεί μια ένταση που δεν είναι επιφανειακή. Είναι σωματική. Και νομίζω ότι αυτό θα φτάσει και στον θεατή».
Η έρευνα που προηγήθηκε της παράστασης υπήρξε εκτενής. Βιογραφίες, αρχειακό υλικό, ντοκιμαντέρ, άγνωστες πτυχές της ζωής της Μέριλιν Μονρό συνθέτουν το υπόβαθρο του έργου. Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου μιλά για μια βαθιά κι εκτεταμένη θεατρική προετοιμασία: «Δεν μάθαμε απλώς πράγματα για τη Μέριλιν. Μπήκαμε πολύ βαθιά. Διαβάσαμε πάρα πολύ, είδαμε υλικό, ανακαλύψαμε πλευρές που ούτε το ευρύ κοινό γνωρίζει. Η ίδια η Μέριλιν είχε κάτι που σε τραβούσε, έναν φυσικό μαγνητισμό. Η ζωή της τής έριξε πάρα πολλά, ήταν σκληρή μαζί της, αλλά της έδωσε κι ένα θείο χάρισμα. Και επίσης θεωρώ ότι η Μέριλιν Μονρόε ήταν πολύ καλή ηθοποιός. Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για τη ζωή της. Αυτό που προκύπτει είναι μια γυναίκα πολύ πιο σύνθετη από το στερεότυπο. Δεν ήταν αυτό που ήθελαν να παρουσιάσουν τα μέσα. Δεν ήταν μία “χαζή ξανθιά”. Ήταν μια γυναίκα που διάβαζε ασταμάτητα, που είχε σχέσεις με διανοούμενους, που ήθελε να μάθει, να εξελιχθεί, να γίνει καλύτερη ηθοποιός».

Η παράσταση δεν επιχειρεί να απαντήσει στο μυστήριο του θανάτου της μεγάλης ντίβας του Χόλιγουντ, ούτε να υιοθετήσει συνωμοσιολογικές αναγνώσεις. Αντίθετα, εστιάζει στο πώς μια γυναίκα με τεράστια δημόσια προβολή έζησε σε συνθήκες βαθιάς μοναξιάς. Σε μια εποχή όπου η συζήτηση γύρω από την κακοποίηση και την κατάχρηση εξουσίας έχει επανέλθει δυναμικά, η ιστορία της αποκτά νέα επικαιρότητα. Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου σημειώνει: «Η ίδια η Μέριλιν έλεγε ότι χρησιμοποιήθηκε σαν ένα κομμάτι κρέας. Υπήρξε ένα πρώιμο παράδειγμα αυτού που σήμερα συζητάμε ανοιχτά γύρω από την κακοποίηση. Δεν γνώρισε ποτέ τι σημαίνει ασφαλής αγάπη. Οι σχέσεις της ήταν συχνά κακοποιητικές, γιατί αυτό ήταν το μόνο μοντέλο που γνώριζε. Δεν είχε μάθει αλλιώς. Και αυτό, όσο κι αν πονάει, είναι κάτι που πολλές γυναίκες μπορούν να αναγνωρίσουν. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η σύνδεση θα είναι έντονη».
Η επιλογή μιας σχετικά μικρής θεατρικής αίθουσας εξασφαλίζει την εγγύτητα με το κοινό και λειτουργεί ως ένα επιπλέον επίπεδο έκθεσης, ενισχύοντας την αίσθηση εξομολόγησης. Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου θεωρεί ότι αυτή η συνθήκη είναι αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας: «Αυτή η παράσταση δεν θα μπορούσε να παιχτεί σε έναν τεράστιο χώρο. Χρειάζεται εγγύτητα, χρειάζεται να βλέπεις τον άλλον στα μάτια. Δεν φωνάζουμε, αλλά η ένταση είναι μεγάλη. Συνδέθηκα πάρα πολύ με τη γυναίκα Μέριλιν Μονρόε και νομίζω ότι και οι γυναίκες που θα δουν την παράσταση θα συνδεθούν πάρα πολύ με αυτό το πλάσμα».







