Με τη συμμετοχή της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Βράνου και ένα διεθνές καστ λυρικών τραγουδιστών, η παραγωγή φιλοδοξεί να ενώσει τη μεγάλη οπερατική παράδοση με μια σύγχρονη ματιά.
Στο τιμόνι της σκηνοθεσίας βρίσκεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Αθανάσιος Κολαλάς, ο οποίος προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία που ξεπερνά τον χρόνο. Η μεταφορά της δράσης στο σήμερα δεν επιχειρεί να ανατρέψει την ουσία του έργου, αλλά να φέρει τους ήρωες πιο κοντά στον σύγχρονο θεατή, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα της ανάγκης για αγάπη, δημιουργία και σύνδεση.

O σκηνοθέτης της «Μποέμ» και καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Αθανάσιος Κολαλάς
Μέσα από τη ματιά του σκηνοθέτη, η «Μποέμ» δεν είναι απλώς μια ιστορία νεανικού έρωτα και απώλειας, αλλά ένας καθρέφτης της σύγχρονης ζωής: μιας γενιάς που παλεύει ανάμεσα στα όνειρα και την επισφάλεια, στην ανεμελιά και τη σκληρή πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η παράσταση επιχειρεί να αγγίξει το κοινό όχι μόνο αισθητικά, αλλά και βαθιά συναισθηματικά, ανοίγοντας έναν διάλογο για τη θέση του ρομαντισμού στον σημερινό κόσμο.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αθανάσιος Κολαλάς μιλά στα Μακεδονικά Νέα για τη σκηνοθετική του προσέγγιση, τις προκλήσεις της «Μποέμ» και τη σημασία της μεταφοράς της στο σήμερα. Αναλύει πώς ένα εμβληματικό έργο μπορεί να συνομιλεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα, φωτίζοντας τις αγωνίες, τις επιθυμίες και τις αντιφάσεις της νεότερης γενιάς, ενώ παράλληλα εξηγεί γιατί ο ρομαντισμός παραμένει αναγκαίος, ίσως περισσότερο από ποτέ στη ζωή μας.
Συνέντευξη του κ. Αθανάσιου Κολαλά στον Κωστή Ουζούνογλου
- Η «Μποέμ» είναι ίσως η πιο αγαπητή όπερα του Giacomo Puccini. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να την επιλέξετε ως κεντρική παραγωγή του Φεστιβάλ Επταπυργίου φέτος;
Η «Μποέμ» πράγματι θεωρείται από τις πιο γνωστές, δημοφιλείς και αγαπημένες όπερες παγκοσμίως, είναι μάλιστα στις πέντε πιο συχνά παιγμένες όπερες στις λυρικές σκηνές του κόσμου. Αλλά η επιλογή της δεν έγινε απλά γι αυτόν τον λόγο. Καταρχήν είναι ένα έργο που και προσωπικά το αγαπάω ιδιαίτερα. Από τη μια πλευρά δραματουργικά -πρόκειται για ίσως την πιο συγκινητική ιστορία και τον πιο ρομαντικό έρωτα. Μέσα σε δύο ώρες ξεδιπλώνεται μπροστά μας η αγάπη, η φτώχεια, η φιλία και η απώλεια με τρόπο που αγγίζει άμεσα το συναίσθημα. Αλλά και μουσικά, θα λέγαμε ότι ο Πουτσίνι συνέθεσε μία από τις πιο μελωδικές και συναισθηματικά φορτισμένες μουσικές στην ιστορία της όπερας.
Από την άλλη είναι ιδανική όπερα για να παρακολουθήσουν νέοι άνθρωποι και ειδικά θεατές που δεν έχουν πολλή επαφή με όπερα. Η μικρή της διάρκεια (δύο ώρες), η αμεσότητα της μουσικής αλλά και η διαχρονικότητα του θέματος την καθιστούν ιδανική και για πρωτάρηδες της όπερας. Και πράγματι, το να «ανοίξουμε» την όπερα σε ευρύτερο κοινό, είναι για το Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, βασικός στόχος.
- Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά αυτή η σκηνοθεσία; Είναι μια «ασφαλής» επιλογή ή μια πρόκληση;
Για εμένα είναι μια μεγάλη πρόκληση- όπως και για όλους τους συντελεστές θεωρώ- αλλά αυτό είναι που την κάνει και τόσο ενδιαφέρουσα όπερα.
Σε ύφος και σε δομή διαφέρει σημαντικά από τα έργα που έχετε μέχρι τώρα παρακολουθήσει στο Φεστιβάλ Επταπυργίου (Τόσκα, Καβαλερία Ρουστικάνα, Παλιάτσοι). Εκείνα χαρακτηρίζονταν από μια πιο ωμή βία, θα λέγαμε - το πολιτικό δράμα στην Τόσκα, η δολοφονία του Σκάρπια, η ενδοοικογενιακή βία στους Παλιάτσους και εν τέλει η διπλή δολοφονία κλπ αποτελούν παραδείγματα έντονων ξεσπασμάτων πάθους, ζήλιας που διατηρούν την ενέργεια δραματουργικά και προωθούν τη δράση ευκολότερα. Εδώ η πρόκληση είναι - αποφεύγοντας τον υπερβολικό συναισθηματισμό - να χτίσουμε το ρομαντικό στοιχείο του έρωτα αλλά και τη μελαγχολία του χωρισμού και να οδηγηθούμε στη σταδιακή φθορά και την αναπόφευκτη απώλεια. Η «Ασφάλεια» μου είναι η μαγική μουσική του Πουτσίνι που «οδηγεί» από μόνη της το συναίσθημα και μας κατευθύνει βήμα βήμα.

O σκηνοθέτης της «Μποέμ» και καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Αθανάσιος Κολαλάς
- Έχετε μεταφέρει την ιστορία στο σήμερα. Τι αλλάζει ουσιαστικά και τι παραμένει αναλλοίωτο;
Πράγματι επιλέγω να μεταφέρω την ιστορία σχεδόν στο σήμερα -και όχι το 1830 που τοποθετείται από τον Πουτσίνι- μια δύσκολη αλλά πολύ συνηδητοποιημένη απόφαση. Δεν είναι δεδομένο ότι όλα τα έργα μπορούν να μεταφερθούν χρονικά. Το θέμα είναι στην εποχή που τοποθετείς το έργο να μην αλλοιώνεις την ουσία του, τις ισορροπίες του -πράγμα που πολύ συχνά βλέπουμε και μάλλον ενοχλητικό είναι και ζημιογόνο για το έργο καθώς δυσκολεύει την δραματουργική του «ανάγνωση». Στην συγκεκριμένη όπερα θεωρώ ότι είναι πολύ ταιριαστή η μεταφορά στο σήμερα, καθώς δεν αλλοιώνεται καθόλου η ουσία της. Η έννοια του καλλιτέχνη που ζει στο περιθώριο, αρνούμενος μια συμβατική δουλειά για να κυνηγήσει το όνειρό του, είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. Γύρω μας βλέπουμε κυρίως την αγωνία αυτής της «επισφαλούς» νεότητας, που άλλοτε εκτονώνεται σα μια δημιουργική έκρηξη και άλλοτε σαν ένα «βούλιαγμα» σε σκοτεινούς δρόμους ποτού και ουσιών (δυο εκφράσεις της νεότητας που με απασχολούν και ελπίζω να δούμε την σύγκρουσή τους στην παραγωγή μας). Η αλληλεγγύη της παρέας που μοιράζεται το τελευταίο ευρώ για ένα ποτό ή για το νοίκι παραμένει ο συναισθηματικός ιστός κάθε παρέας νέων σήμερα, αλλά καε ένας από τους κεντρικούς άξονες της όπερας. Τέλος η ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση μέσα σε μια σκληρή, παγωμένη πόλη είναι διαχρονική και οι μικρές οάσεις ρομαντισμού και τρυφερότητας -όπως αυτές που βλέπουμε στους ήρωες της ΜΠΟΕΜ- αποτελούσαν, αποτελούν και θα αποτελούν καταφύγιο για τους νέους.
Αντίθετα αλλάζει η εικόνα της όπερας (σκηνικά και κοστούμια) σε σχέση με το 1830 και γίνεται πιο προσιτή στον σημερινό θεατή, του επιτρέπει έτσι όχι να «ζήσει ένα παραμύθι» αλλά να ξαναβιώσει τις δικές του εμπειρίες της νεότητας, τις δικές του ανασφάλειες, έρωτες, χωρισμούς, απώλειες.
- Αν οι ήρωες της «Μποέμ» ζούσαν σήμερα στη Θεσσαλονίκη, πού θα τους βρίσκαμε;
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί μια πόλη με έντονη φοιτητική ζωή και αυτή την καλλιτεχνική αύρα που ταιριάζει τόσο στην ΜΠΟΕΜ. Αν ζούσαν εδώ οι ήρωές μας θα έμεναν κάπου στα «φοιτητικά» πάνω από την Αγίου Δημητρίου, ή στη Ροτόντα – σε ένα παλιό διαμέρισμα του '60, και θα έβγαιναν κάπου στη Βαλαωρίτου.
- Η «Μποέμ» ισορροπεί ανάμεσα στην ανεμελιά και την απώλεια. Πώς δουλεύετε σκηνοθετικά αυτή η μετάβαση χωρίς να χαθεί η αλήθεια;
Πράγματι ισορροπεί ανάμεσα στην ανεμελιά και την απώλεια, την παιδικότητα και την ενηλικίωση θα λέγαμε. Όσο εξελίσσεται η δραματουργία περνάμε από το γέλιο στο δάκρυ, και αυτό είναι το δυσκολότερο στοίχημα, ο Πουτσίνι δεν μας προειδοποιεί σταδιακά για αυτή την αλλαγή, αλλά μας σοκάρει με το βίαιο φινάλε- λίγη ώρα πριν οι τέσσερις φίλοι παίζουν ξένοιαστοι σαν μικρά παιδιά.
Ο ρεαλισμός, λοιπόν, στις μικρές λεπτομέρειες, κατά τη διάρκεια της όπερας, είναι αυτός που θα χτίσει το δραματικό κομμάτι και θα μας προετοιμάσει για το τέλος. Το κοινό πρέπει να νιώθει ότι η τραγωδία είναι ήδη εκεί από την αρχή, απλώς οι νέοι επιλέγουν να την αγνοούν και να ασχολούνται με τους έρωτες και τις ζήλιες τους.
«Αντίβαρο» σε αυτή την τραγικότητα αποτελεί το ζευγάρι Μαρτσέλο-Μουσέτα και η χαρακτηριστική «παιδιάστικη» σχέση των τεσσάρων φίλων, αυτά προφέρουν την απαραίτητη συναισθηματική εκτόνωση. Η ένταση των τσακωμών και η ζωντάνια των παιχνιδιών κάνουν τη σιωπή του θανάτου της Μιμή στο τέλος ακόμα πιο εκκωφαντική.
- Η συνεργασία με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και τον μαέστρο Γιώργο Βράνο τι δυναμική φέρνει στην παράσταση;
Η συμπαραγωγή με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, και το γεγονός ότι θα την έχουμε στο pit δίνει άλλη βαρύτητα στην παραγωγή. Δεν μιλούμε απλώς για ένα μουσικό σύνολο, αλλά για έναν από τους κορυφαίους συμφωνικούς οργανισμούς της χώρας με διεθνή ακτινοβολία, ικανού να αναδείξει τις λεπτές αποχρώσεις του λυρικού ρεαλισμού και την παλέτα των συναισθημάτων της όπερας - ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο του verismo που βασίζεται στην λεπτομερή και απαιτητική ενορχήστρωση και στην ντελικάτη της απόδοση, για να περιγράψει τα συναισθήματα.
Ο μαέστρος μας, ο Γιώργος Βράνος, με την εμπειρία του, και την ουσιαστική καλλιτεχνική του άποψη, διασφαλίζει ένα ηχητικό αποτέλεσμα υψηλών απαιτήσεων -είναι ένα από τα «ισχυρά χαρτιά» αυτής της παραγωγή. Δεν είναι απλώς ένας έμπειρος αρχιμουσικός, αλλά ένας μαέστρος με βαθιά γνώση του οπερατικού ρεπερτορίου και, κυρίως, της ψυχολογίας του Πουτσίνι. Έχει δουλέψει την ΜΠΟΕΜ πολλές φορές στο εξωτερικό οπότε σίγουρα η διεύθυνση του παρέχει και για τους τραγουδιστές και για εμένα προσωπικά την ασφάλεια που χρειαζόμαστε σε ένα τόσο δύσκολο, μουσικά, έργο.
- Σε έναν κόσμο που «τρέχει», υπάρχει ακόμη χώρος για ρομαντισμό όπως στην «Μποέμ»;
Όχι απλά υπάρχει χώρος για ρομαντισμό, αλλά είναι απαραίτητος για να αντισταθμιστεί το «γκρίζο» της πραγματικότητας. ΜΠΟΕΜ σήμερα είναι η αντίσταση στο σκοτεινό, το χυδαίο, το «φτηνό», το εύκολο. Και αυτός είναι ακόμα ένας λόγος που επιλέγω τη μεταφορά στο σήμερα - για να φωτίσουν μέσα σε μια σκληρή και γκρίζα πραγματικότητα, αυτοί οι έξι άνθρωποι, σαν μια όαση τρυφερότητας, αλληλεγγύης και ρομαντισμού.
Κάπου στις απρόσωπες και αφιλόξενες πόλεις μας υπάρχουν σοφίτες που οι άνθρωποι μοιράζονται το φαγητό τους, ή δίνουν το μοναδικό τους παλτό για να ζεσταθεί ο φίλος τους, χαζεύουν αγκαλιά τη δύση πίσω από τις κεραίες στις ταράτσες ή αγαπιούνται ξέροντας ότι δεν έχουν μέλλον. Σήμερα, που όλα είναι αναλώσιμα, κάποιες τέτοιες πράξεις είναι η επιτομή του ρομαντισμού.
Ρομαντισμός δεν είναι η έλλειψη προβλημάτων , αλλά η ικανότητα να βρίσκεις την ομορφιά μέσα στον πόνο, και όσο ο άνθρωπος επιτρέπει την καρδία του να του δείχνει το δρόμο, σίγουρα θα υπάρχει χώρος για ρομαντισμό στον κόσμο.
- Πόσο σημαντικό είναι για την πόλη να φιλοξενεί τέτοιες παραγωγές;
Είμαστε πραγματικά ιδιαίτερα χαρούμενοι κάθε φορά που φτιάχνουμε μια μεγάλη παραγωγή, πόσο μάλλον όταν είναι μια τέτοια παραγωγή, μια παραγωγή όπερας δηλαδή (ίσως το πιο περίπλοκο είδος παραστατικής τέχνης). Θα ’θελα εδώ να επισημάνω το ρήμα που χρησιμοποίησα, «φτιάχνουμε» και όχι «φιλοξενούμε». Σε αντίθεση με το «εύκολο» και το «σίγουρο» της φιλοξενίας εκδηλώσεων σε κάποιο χώρο, στο Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας επιλέγει να «φτιάχνει» παραγωγές από το μηδέν.


Βασιζόμαστε αλλά και στηρίζουμε την τοπική παραγωγή, ξεκινώντας βασικά από τους καλλιτέχνες (μουσικούς τραγουδιστές, χορωδούς, σκηνογράφους, πιανίστες κλπ) της περιφέρειας μας, δίνοντας δουλειά σε τεχνικούς (μοδίστρες, σιδεράδες, ξυλουργούς, ζωγράφους κλπ) της πόλης μας και αγοράζοντας τα υλικά από ντόπια καταστήματα. Εμπλέκοντας την πόλη, η παραγωγή πέρα από καλλιτεχνικό ζήτημα γίνεται πολιτιστική στρατηγική, κάτι που στο Φεστιβάλ Επταπυργίου μας απασχολεί πολύ.
Μόνο έτσι δημιουργούμε γνώση, εμπειρία και εν τέλει καλλιτεχνική ταυτότητα για τον φορέα μας αλλά και για την πόλη μας, στηρίζουμε την οικονομική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης και φτιάχνουμε εκδηλώσεις που «συνομιλούν» με το σήμερα και τους προβληματισμούς της τοπικής κοινωνίας.
Έτσι η παραγωγή μια εκδήλωσης- μιας όπερας στην προκειμένη- παύει να είναι απλά μια σκηνική δράση αλλά γίνεται μια βιομηχανία πολιτιστική που ενεργοποιεί και στηρίζει την τοπική αγορά.


Παράλληλα «μπολιάζοντας» το τοπικό καλλιτεχνικό δυναμικό με καλλιτέχνες από το εξωτερικό- σε ότι ρόλους χρειάζεται- δημιουργούμε έναν ουσιαστικό καλλιτεχνικό διάλογο και ανεβάζει και συνολικά το επίπεδο της παραγωγής.
Αυτός είναι και ένας βασικός στόχος του Φεστιβάλ: να λειτουργεί ως σημείο συνάντησης — ένας χώρος όπου η τοπική δημιουργία συνομιλεί ισότιμα με τη διεθνή λυρική σκηνή, προσφέροντας στο κοινό υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικές εμπειρίες.
- Ποια είναι η φιλοσοφία σας ως καλλιτεχνικός διευθυντής για το μέλλον του φεστιβάλ;
Το Φεστιβάλ Επταπυργίου ξεκίνησε σαν ένα όνειρο, η χαρά μας με την Άννα Μυκωνίου είναι μεγάλη, που το βλέπουμε χρόνο με τον χρόνο να μεγαλώνει. Και πραγματικά αυτό είναι που θα θέλαμε για το μέλλον, να συνεχίσει να εξελίσσεται ως ένας ισχυρός πυρήνας δημιουργίας, με σαφή ταυτότητα και σταθερή ποιότητα.
Έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε ταυτότητα, αλλά και «διασφάλιση ποιότητας». Ο κόσμος ξέρει πλέον ότι οι εκδηλώσεις μας είναι προσεγμένες μέχρι την λεπτομέρεια και σέβονται απόλυτα το κοινό με ένα πολύ προσιτό εισιτήριο. Στην προκειμένη περίπτωση το value for money είναι υψηλό, σε μια ιδανική σχέση μεταξύ του κόστους και της εμπειρίας που αποκομίζει το κοινό.

Αυτό που μας ενδιαφέρει πλέον από εδώ και πέρα είναι να χτίσουμε «συνέχεια». Να μπορούμε κάθε χρόνο να παράγουμε έργο, να ενισχύουμε το λυρικό θέατρο στη Θεσσαλονίκη, να δίνουμε ευκαιρίες σε καλλιτέχνες και να καλλιεργούμε ένα κοινό που να αγαπά και να εμπιστεύεται την όπερα και τις μεγάλες μουσικές παραγωγές.
Αν στο τέλος αυτής της διαδρομής το Επταπύργιο αναγνωρίζεται ως ένας τόπος όπου συμβαίνουν και σημαντικές παραγωγές κάθε καλοκαίρι, τότε θα έχουμε πετύχει κάτι ουσιαστικό — όχι ως τίτλο, αλλά ως πραγματικότητα.
Πληροφορίες παράστασης «ΜΠΟΕΜ» του Τζάκομο Πουτσίνι:
17, 23, 25, 29 Ιουνίου και 1 Ιουλίου
Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης
Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Βράνος
Σκηνοθεσία-σκηνικά: Αθανάσιος Κολαλάς
Κοστούμια: Πένη Ντάνη
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Μουσική Προετοιμασία: Δημήτρης Νέπκας, Κωνσταντίνος Κατσούλης
Βοηθός ενδυματολόγου: Κυβέλη Λυμπέρη Χατζώκου
Βοηθός μαέστρου: RuiJun Ma
Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης
διεύθυνση: Μαίρη Κωνσταντινίδου
Χορωδία Τ.Μ.Ε.Τ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας
διεύθυνση Μαρία Μελιγκοπούλου
Παιδική Χορωδία Ι.Ν.Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου
διεύθυνση: Ελπίδα Τσάμη
Rodolfo: Dario Di Vietri
Mimi: Άννα Στυλιανάκη
Marcello: Gangsoon Kim
Musetta: Μαρία Κωστράκη
Schaunard: Danilo Paludi
Colline: Davide Procaccini
Alcindoro;Armando Puklavec
Benoît θα ανακοινωθεί
Parpignol:Φοίβος Κατσάλης Μαρκέτος
Τελωνιακός: Χρήστος Δημητρούδης





