Μάτια μελαγχολικά, φωνή που «τρέμει» στην πρώτη «ζωντανή» ανάμνηση και μία νοσταλγία μονίμως παρούσα, ακόμη και γενιές μετά -λες και η νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα περνά μέσα από το αίμα. Άραγε πώς μπορεί κανείς να νοσταλγεί κάτι που δεν έζησε ποτέ;
Κι όμως, στο άκουσμα της λύρας, στην όψη του μονοκέφαλου αετού και των… γνώριμων ονομάτων των νέων πατρίδων, η μνήμη και η νοσταλγία ξαναζωντανεύουν.
Αυτή τη φωτιά που δεν σβήνει αναδεικνύει η έκθεση φωτογραφίας και κειμηλίων «Αναστορώ και Αροθυμώ» (= νοσταλγώ), που παρουσιάζεται στο Κέντρο Ιστορίας του δήμου Θεσσαλονίκης από τις 13 έως τις 30 Ιανουαρίου. Μια έκθεση αφιερωμένη στη μνήμη, τον ξεριζωμό και τις χαμένες πατρίδες, μέσα από την πολύχρονη δουλειά της Ελπίδας Αθανασιάδου, η οποία εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια καταγράφει εικόνες, μαρτυρίες και τόπους του ιστορικού Πόντου, μετατρέποντας τη φωτογραφία σε πράξη μνήμης. Το φωτογραφικό υλικό συνοδεύεται από πολύτιμα κειμήλια που έφεραν οι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα οποία διατηρούν με ευλάβεια οι απόγονοί τους.

«Μαζί με συμμαθητές μου είχαμε ιδρύσει έναν σύλλογο στον Κορινό Πιερίας, τον “Εύξεινο Πόντο”. Τότε ζούσαν ακόμη πολλοί άνθρωποι που είχαν έρθει από τον Πόντο. Μας έδωσαν τις φορεσιές και τα λάβαρα, είχαν συγκινηθεί πολύ και μου είπαν κλαίγοντας: “ωραίο όλο αυτό που κάνατε, αλλά εμείς δεν θα δούμε τις πατρίδες μας”», σημειώνει αρχικά μιλώντας στα Μακεδονικά Νέα..
Τότε η ίδια αποφάσισε να βρει έναν τρόπο να τις φέρει πίσω για εκείνους και -παρά την αρχική της επιφύλαξη- αποφάσισε να ταξιδέψει στον Πόντο και να καταγράψει με τον φακό της τις πόλεις και τα χωριά που εκείνοι είχαν αφήσει πίσω τους. Και πρόλαβε. Όπως λέει με ανακούφιση, το πρώτο μεγάλο φωτογραφικό αρχείο έφτασε στους πρόσφυγες της πρώτης γενιάς προτού φύγουν από τη ζωή, δίνοντάς τους την ευκαιρία να «ξαναδούν» -έστω και μέσα από φωτογραφίες- τα πάτρια χώματα.
Σταδιακά, η ίδια έγινε ένας άτυπος «εξομολόγος» των τελευταίων μαρτύρων του ξεριζωμού. «Όταν κάποιος καταλάβαινε ότι θα πεθάνει, με ειδοποιούσαν να πάω. Και οι παππούδες αυτοί, οι γιαγιάδες που μου μιλούσαν, όλοι είχαν έναν καημό. Αναπολούσαν τα βουνά, τη φύση της πατρίδας. Έλεγα “τι έχουν αυτά τα βουνά;”. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Και κάποια στιγμή, ένας παλιός φίλος και συνεργάτης ο οποίος πλέον δεν ζει μου είπε “θα πας στον Πόντο, στη γη των προγόνων σου”. Και με έπεισε να πάω”», διηγείται.
Τα δάκρυα της Παναγίας: Αγριολούλουδα που φύονται στην ύπαιθρο του Πόντου. Σύμφωνα με την παράδοση, τα λουλούδια φύτρωσαν μπροστά στο σταυρό του μαρτυρίου από τα δάκρυα της Παναγίας που έπεφταν στη γη.
Φουντούκια από την Κερασούντα και νερό από τις πηγές του Πιναρλάρ.
Από την πρώτη φορά που βρέθηκε στον Πόντο κατάλαβε τη μοναδικότητα του τόπου και έκτοτε ξεκίνησε «τα καλύτερα ταξίδια της ζωής της», όπως παραδέχεται με συγκίνηση.
«Όσο περισσότερα μάθαινα, τόσο πιο πολύ έλεγα “θα πάω και του χρόνου”. O Πόντος έχει ένα έντονο γεωγραφικό ανάγλυφο. Είναι πάρα πολύ έντονα, με βουνά και λίμνες ακόμη και στα 2.000 μέτρα», εξηγεί.
«Υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα ακόμη που δεν έχω βγάλει, ευελπιστώ ότι θα τα καταφέρω», σημειώνει και εξηγεί πως λόγω του ιδιαίτερου γεωγραφικού ανάγλυφου: «Δεν μπορείς πάντα αυτό που έχεις προγραμματισμένο να κάνεις. Δηλαδή σε κάποια υπερυψωμένα παρχάρια, όπου βάζουν τα ζώα τους την άνοιξη για να κάνουν ωραία τυροκομικά, δεν μπόρεσαν να πάω, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι και όταν βρέχει δεν μπορείς να φτάσεις. Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα».
Η εικόνα του Αγίου Νικολάου, μία ταμπακιέρα με σκαλισμένο σχέδιο και μεταλικό τσαγιερό από τη Λαχαρηνή της Ματσούκας.
Τα έφερε ο Νικόλαος Σκενδερίδης, ο οποίος σύμφωνα με τις διηγήσεις του εγγονού του, διατηρούσε στην περιοχή χάνι (πανδοχείο).
Το «ζωντανό» ποντιακό ιδίωμα στην περιοχή του Όφεως
Η ίδια κάνει ιδιαίτερη μνεία στα χωριά της περιοχής του ποταμού Όφεως, όπως το Σαράχο και η Τόνια, όπου η ποντιακή διάλεκτος εξακολουθεί να ακούγεται καθημερινά.
Ο Όφις ποταμός και ο ελληνόφωνος οικισμός Σάραχο
«Υπάρχουν πολλοί ποντιόφωνοι που λένε απλώς “Καλατζέβω Ρωμαίικα”. Είναι μουσουλμάνοι, αλλά ο χορός, το τραγούδι, τα έθιμά τους είναι ίδια με τα δικά μας. Τα μικρά παιδιά μιλούν άπιαστα ποντιακά μέχρι να πάνε στο τουρκικό σχολείο. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι διατηρούν το γλωσσολογικό τους ιδίωμα», τονίζει.
Η Ριζούντα και τα Σούρμενα
Ένα «χρέος» σε όσους έφυγαν και σε όσους έρχονται
Για την ίδια, όλη αυτή η δουλειά δεν ήταν ποτέ επαγγελματική, αλλά βαθιά προσωπική. «Όλο αυτό που έχω κάνει είναι από αγάπη και μεράκι. Ένιωθα ότι έχω ένα χρέος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν άταφοι και άκλαυτοι. Το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ήταν να διατηρήσω ζωντανή τη μνήμη τους».
Γι’ αυτό και ξεναγεί προσωπικά το κοινό, μιλά για ιστορικά γεγονότα και μαρτυρίες, για το σήμερα και το χθες του Πόντου. «Έτσι βάζω ένα μικρό λιθαράκι στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού», σημειώνει χαρακτηριστικά και απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση για ξενάγηση στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η έκθεση, όπως σημειώνει, είναι αφιερωμένη στον άνθρωπο που την παρακίνησε να ξεκινήσει αυτό το ταξίδι: τον Αχιλλέα Βασιλειάδη.
Σχολικό κουδούνι και ρολόι τσέπης από την Πράσαρη της Κερασούντας. Ανήκε στον Γεώργιο Αθανασιάδη τον οποίο σκότωσαν μέσα στην πόλη. Το έφεραν οι πρόγονοι της Ελπίδας Αθανασιάδου.
Ρόπτρο πόρτας με σκαλισμένο τον μονοκέφαλο αετό. Βρέθηκε σε παλαιωπολείο της Κερασούντας.
Αντίγραφα γυναικείων λουτρικών υποδημάτων και γυναικείου βραχιολιού που πωλούνται ως σουβενίρ στην Τραπεζούντα.
Πότε και πού
Η έκθεση «Αναστορώ και Αροθυμώ» φιλοξενείται στο Κέντρο Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης από 13 έως 30 Ιανουαρίου και είναι επισκέψιμη καθημερινά δωρεάν από 9:00 έως 14:30, ενώ τα απογεύματα (15, 20, 21, 22, 27 και 29 Ιανουαρίου) λειτουργεί από 17:30 έως 20:30.
Αξίζει να σημειωθεί πως την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου, στις 19:00 το απόγευμα, η εκπαιδευτικός και συνοδοιπόρος της κας Αθανασιάδου, Βαρβάρα Χαραλαμπίδου, θα παρουσιάσει στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης τα μοναστήρια του Πόντου και σπάνια κειμήλια, «φωτίζοντας» έναν ελάχιστα γνωστό αλλά εξαιρετικά σημαντικό πυρήνα της ποντιακής ιστορίας.





