Με κινήσεις υψηλού συμβολισμού, που έχουν ευδιάκριτο μεταρρυθμιστικό αποτύπωμα, ο Πρωθυπουργός μεταφέρει το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης σε πεδία όπου διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, υποχρεώνοντας εμμέσως τα κόμματα της αντιπολίτευσης να πάρουν το επόμενο χρονικό διάστημα ξεκάθαρη θέση σε μια σειρά από ζητήματα τα οποία δεν «σηκώνουν» μεσοβέζικες απαντήσεις του στυλ «ναι μεν, αλλά».
Στο πεδίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει να αποκαλύψει την πολιτική «γύμνια» της αντιπολίτευσης και μαζί της να αναδείξει όλες τις εσωτερικές αντιφάσεις, τις στρατηγικές ασάφειες και τον άνευρο πολιτικό λόγο που την χαρακτηρίζει στο σύνολό της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νομοθετική πρωτοβουλία για την επιστολική ψήφο στους Έλληνες του εξωτερικού κατά τις βουλευτικές εκλογές και τον ορισμό τριεδρικής εκλογικής περιφέρειες Απόδημου Ελληνισμού. Ο υπουργός Εσωτερικών, Θεόδωρος Λιβάνιος, απηύθυνε ήδη πρόσκληση σε όλα τα κόμματα να συμμετάσχουν σε μια άτυπη διακομματική επιτροπή η οποία θα συνεδριάσει για πρώτη φορά σήμερα στις 11 το πρωί στο Υπουργείο Εσωτερικών.
Η ΝΔ εκθέτει τα κόμματα της αντιπολίτευσης για τους απόδημους Έλληνες
Στις εθνικές εκλογές του 2023, 18 χιλιάδες εκλογείς που κατοικούν στο εξωτερικό άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα σε φυσικά εκλογικά τμήματα που συστάθηκαν ανά τον κόσμο. Πλέον, εφόσον συγκεντρωθούν 200 ψήφοι, στις επόμενες εθνικές εκλογές οι απόδημοι Έλληνες θα μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους επιστολικά, από τον τόπο κατοικίας τους, χωρίς να απαιτείται μετακίνησή τους σε εκλογικά τμήματα ακόμη σε διαφορετικό κράτος, όπως συνέβη σε ορισμένες περιπτώσεις το 2023. Το… γάντι πέφτει στο ΠΑΣΟΚ, την Πλεύση Ελευθερίας και τη Νίκη που τον Ιούλιο του 2023 υπερψήφισαν το νομοσχέδιο που έβαλε τέλος στα εμπόδια που δεν επέτρεπαν την ψήφο των απόδημων Ελλήνων. Καταψήφισαν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, ενώ Ελληνική Λύση και Σπαρτιάτες επέλεξαν το «παρών». Το επόμενο διάστημα τα ίδια κόμματα θα κληθούν να δώσουν και πάλι μια απάντηση με την ψήφο τους, η οποία, αυτήν τη φορά θα έχει ακόμη πιο σαφή πολιτικό πρόσημο και βαρύτητα. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που η σχετική ψηφοφορία θα λειτουργήσει ως ένα άτυπο τεστ αναφορικά με την πολιτική συνέπεια και την αξιοπιστία τους.
Κάτι αντίστοιχο θα πρέπει να κάνουν και σε μια σειρά άλλων νομοθετικών πρωτοβουλιών. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η θεσμοθέτηση του νέου λυκείου και του εθνικού απολυτηρίου, το νομοσχέδιο για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών δόμησης και την ενσωμάτωσή τους στο Κτηματολόγιο, η νομοθέτηση της κοινωνικής συμφωνίας για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και το νομοσχέδιο για τη νόμιμη μετανάστευση, είναι πολιτικά ζητήματα στα οποία δεν χωρούν μισόλογα.
Το γιατί είναι απλό, καθώς πρόκειται για παρεμβάσεις δομικού χαρακτήρα, οι οποίες αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους. Κάθε μία από αυτές απαιτεί καθαρές πολιτικές επιλογές, με σαφές ιδεολογικό και αξιακό πρόσημο, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν-δικαιολογηθούν πίσω από αμφίσημες τοποθετήσεις ή γενικόλογες επιφυλάξεις. Επιπλέον, οι συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες παράγουν άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα στην καθημερινότητα της κοινωνίας. Είτε αφορούν τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είτε το εκπαιδευτικό σύστημα, είτε τα εργασιακά ή τη μεταναστευτική πολιτική, διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο κανόνων που απαιτεί από το σύνολο του πολιτικού κόσμου μια ξεκάθαρη θέση, δίχως υπεκφυγές, που θα συνοδεύεται και από την ανάληψη της αντίστοιχης πολιτικής ευθύνης.
Το εύκολο «όχι σε όλα» και το δύσκολο «γιατί»
Για παράδειγμα, θα πρέπει να επιχειρηματολογήσουν πειστικά και όχι να περιγράψουν γενικά και αόριστα που διαφωνούν με το νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τι εξυπηρετεί η πολυνομία και η αλληλοκάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ δήμων, περιφερειών και αποκεντρωμένων περιφερειών; Τι σχολείο θέλουν τα επόμενα χρόνια; Γιατί αρνούνται την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών δόμησης και αντιτίθενται στην ενσωμάτωσή τους στο κτηματολόγιο; Δεν θέλουν την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας; Ή μήπως δεν πιστεύουν στην αναγκαιότητα της νόμιμης μετανάστευσης;
Προφανώς το «όχι σε όλα» δεν αποτελεί πολιτική θέση. Ως εκ τούτου το δύσκολο για το σύνολο της αντιπολίτευσης θα είναι να αιτιολογήσει το «γιατί», ιδίως σε μια συγκυρία όπου η κοινωνία ζητά απαντήσεις ουσίας και περιμένει προτάσεις με σαφές περιεχόμενο και εφαρμόσιμη προοπτική. Σε τελική ανάλυση η αντιπολίτευση καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει όχι μόνο αντιρρήσεις επί παντός, αλλά και συγκροτημένο σχέδιο διακυβέρνησης, ικανό να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητας.








