Επί της ουσίας πρόκειται για την αποτύπωση της ταραγμένης πραγματικότητας που βιώνουν πολλά ευρωπαϊκά κράτη και κοινωνίες, αφού όπως επισήμανε και ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα: «Στις ταραγμένες θάλασσες, πρώτα και πάνω από όλα, πρέπει το σκαρί της πατρίδας να είναι ασφαλές αλλά να έχει και σταθερή πορεία προς την πρόοδο, τη σταθερότητα και την ασφάλεια». Με λίγα λόγια το ζητούμενο δεν είναι απλώς το «σκαρί» να μείνει όρθιο, αλλά να διαθέτει πυξίδα και άρα στρατηγικό προσανατολισμό, συγκεκριμένη κατεύθυνση, δηλαδή προορισμό και φυσικά να έχει διάρκεια που να εγγυάται την αντοχή στον χρόνο.
Η πολιτική δεν συγχωρεί νέες αυταπάτες
Λαμβάνοντας, μάλιστα, σοβαρά υπόψη, από την διδακτική εμπειρία του 2015, ότι η πραγματική πολιτική δεν συγχωρεί ερασιτεχνισμούς, δεν επιβραβεύει τον τυχοδιωκτισμό ούτε ανέχεται… αυταπάτες, αλλά κρίνεται στο πεδίο, στην πράξη την ώρα της… φουρτούνας, είναι προφανές ότι ο «καλός ο καπετάνιος» πρέπει να διαθέτει τρία αδιαπραγμάτευτα στοιχεία-ικανότητες. Το πρώτο είναι το σχέδιο που να απαντά πειστικά στα θεμελιώδη ερωτήματα του ποιος, που, πότε και γιατί. Το δεύτερο είναι η εμπειρία, πως δηλαδή θα οδηγήσει το «καράβι» με ασφάλεια στις μπόρες και το τρίτο είναι η αξιοπιστία που την έχει κερδίσει μέσα από την συνολική παρουσία και πορεία του.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν πρέπει να εξελιχθούν σε ένα πολιτικό πείραμα υψηλού ρίσκου, αλλά να αξιολογηθούν από την κοινή γνώμη ως μια πράξη ευθύνης απέναντι στο παρόν και το μέλλον της χώρας. Με λίγα λόγια είναι η στιγμή που θα κληθούμε να αποφασίσουμε αν η χώρα θα βγει στις… ανοιχτές θάλασσες με ασφάλεια ή αν θα πλεύσει σε αχαρτογράφητα νερά.
Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από μια ψύχραιμη σύγκριση παραγόμενων αποτελεσμάτων και δυνατοτήτων ανάμεσα στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και την αντιπρόταση που καταθέτουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο πρώτος έχει δοκιμαστεί σε συνθήκες υγειονομικών, οικονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών κρίσεων. Με τα όποια λάθη έγιναν στην αντιμετώπιση και διαχείρισή τους, απέδειξε ότι μπορεί να κρατήσει όρθια τη χώρα και να ενισχύσει τη διεθνή της θέση. Σε επίπεδο οικονομίας ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε πέντε φορές και οδεύει για την έκτη, οι συντάξεις αυξάνονται μέσω της επικείμενης κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, περισσότεροι από 70 φόροι καταργήθηκαν, η ανεργία μειώθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αυξήθηκαν οι ξένες επενδύσεις, εφαρμόζεται η μεγαλύτερη φορολογική μεταρρύθμιση με ελαφρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, η Ελλάδα ενίσχυσε την διεθνή αξιοπιστία της, ενίσχυσε το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων και την αποτρεπτική ισχύ της, ενώ εκσυγχρονίζεται το κράτος.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση, εγκλωβισμένη στις θεωρίες περί «προοδευτικής διακυβέρνησης», με ασαφείς και συχνά αντιφατικές προτάσεις, χωρίς κοστολόγηση και χωρίς απαντήσεις στα κρίσιμα «πώς», λες και η άσκηση της εξουσίας είναι πεδίο (άπειρων) δοκιμών. Αυτές οι εποχές πέρασαν ανεπίστρεπτί και ο «άγνωστος Χ» πρέπει να είναι παράγοντας μόνο στα… μαθηματικά και σε καμία περίπτωση παράγοντας της πολιτικής μας ζωής.
Ρεαλισμός vs αβεβαιότητας
Η σύγκριση, συνεπώς, δεν αφορά απλώς διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις, αλλά διαφορετικές αντιλήψεις για το κράτος, τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περίγυρο, καθώς και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Αφορά τη διάκριση ανάμεσα σε μια διακυβέρνηση που βασίζεται στον ρεαλισμό και τη συνέπεια, ακόμα και όταν κάνει λάθη και σε μια εναλλακτική πρόταση που δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι διαθέτει το σχέδιο, την ικανότητα και τις αντοχές να διαχειριστεί τις μεγάλες προκλήσεις της επόμενης ημέρας. Το αποδεικνύουν άλλωστε όλες οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες αποτυπώνουν με σαφήνεια τους συσχετισμούς, με τη ΝΔ να αυξάνει τα ποσοστά της τον τελευταίο μήνα.
Έτσι, όταν έρθει η ώρα της κάλπης την άνοιξη του 2027 η αναμέτρηση δεν θα είναι ανάμεσα στο «παλιό» και το «καινούργιο» αλλά ανάμεσα στο «δοκιμασμένο» και στο «αβέβαιο», με την υπενθύμιση ότι τα λάθη στην πολιτική δεν διορθώνονται χωρίς κόστος για τους πολίτες και τη χώρα.









