Ο κ. Φλωρίδης ανέφερε ότι «μια ελάχιστη πλειοψηφία αντιδρούσε χωρίς να διαμαρτύρεται για ιδιαίτερο λόγο, απλά παρακολουθούσε τη διάλυση της προσπάθειας να αναβληθεί η δίκη και να μεταφερθεί από τη Λάρισα στην Αθήνα». Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι «σε αυτή την προσπάθεια η κυρία Κωνσταντοπούλου πρωταγωνίστησε με κακουργηματικές ενέργειες, κινηματογραφώντας αστυνομικό χωρίς τη συναίνεσή του».
«Σχηματίζεται αυτεπάγγελτα δικογραφία από τον αρμόδιο εισαγγελέα, η οποία θα οδηγηθεί στο δικαστήριο», τόνισε ο υπουργός, προσθέτοντας ότι «έχει ήδη σχηματιστεί δικογραφία βάσει δημοσιευμάτων για την κακουργηματική βιντεοσκόπηση δικαστή στη Λάρισα και τη δημοσίευση στα social media, παρά την άρνηση της δικαστικής λειτουργού που είχε υποβάλει σχετική αναφορά».
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι «προηγουμένως η ίδια είχε επιτεθεί στον Πολάκη για καταγραφή τηλεφωνικής συνομιλίας με τον κ. Στουρνάρα, τον είχε καταγγείλει για κακούργημα, και αυτό που έκανε τώρα είναι ακόμη σοβαρότερο, γιατί συνοδεύεται από οπτικό υλικό».
Σχετικά με τον Νίκο Κωνσταντόπουλο και τα όσα υποστήριξε για τον ίδιο και τον πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ο κ. Φλωρίδης επισήμανε: «Επιστρατεύτηκε για να δημιουργηθούν εμπόδια στη διεξαγωγή της δίκης, απέτυχε και κατέφυγε σε ύβρεις. Στα τρία χρόνια της ανάκρισης δεν εμφανίστηκε ποτέ, εμφανίστηκε τώρα που ξεκινά η δίκη για να βάλει εμπόδια. Αφού απέτυχε το σχέδιο και η δίκη προχωρά, τότε κατέφυγε σε ύβρεις».
Όσον αφορά τη Μαρία Καρυστιανού, ο υπουργός ανέφερε ότι «χθες μας δικαίωσε, εξαγγέλλοντας την ίδρυση κόμματος. Η θέση που διατύπωσα ήταν ότι για όλους τους γονείς, ειδικά για μια μητέρα θύματος, υπάρχει κατάλληλη θέση που την περιμένει· δεν υπάρχει όμως θέση για αρχηγούς κομμάτων». Πρόσθεσε ότι «η κυρία Καρυστιανού πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια να μην διεξαχθεί η δίκη και προτίμησε να αναδείξει την πολιτική της ιδιότητα αντί της συγκλονιστικής ιδιότητας της μητέρας».
Καταλήγοντας, ο κ. Φλωρίδης τόνισε: «Είναι δικαίωμά μας να υπενθυμίσουμε ότι, όταν διεξάγεται δίκη, κάθε συμμετέχων είναι εκεί με την ιδιότητα που του αποδίδει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος αναγνωρίζει κρίσιμη ιδιότητα τη μητέρα του θύματος, και αυτήν την ιδιότητα πρέπει να σεβαστούμε».





