Ωστόσο, τα νεότερα στοιχεία του The Green Tank για τις ενεργειακές κοινότητες και την αυτοπαραγωγή αποκαλύπτουν ότι η Δυτική Μακεδονία εμφανίζει τη μεγαλύτερη αναλογία ακυρωμένων έργων σε σχέση με τα έργα που τελικά υλοποιούνται, με αποτέλεσμα η ενεργειακή μετάβαση να εξελίσσεται πιο αργά από τον εθνικό μέσο όρο και να δημιουργεί ανησυχία για τη βιωσιμότητα του παραγωγικού ιστού της περιοχής.
Υψηλός αριθμός αλλά ελάχιστη υλοποίηση έργων
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στη Δυτική Μακεδονία έχουν συσταθεί 275 ενεργειακές κοινότητες, μείωση από 294 τον Απρίλιο 2025 και αριθμός που την κατατάσσει δεύτερη στην Ελλάδα μετά την Κεντρική Μακεδονία. Έχουν επίσης υποβάλει 790 αιτήσεις έργων ΑΠΕ συνολικής ισχύος 625.8 MW με την πλειονότητα να αφορά εμπορικά έργα. Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει εντελώς όταν εξετάσει κανείς την υλοποίηση έργων. Η συνολική ηλεκτρισμένη ισχύς ενεργειακών κοινοτήτων στην περιοχή φτάνει τα μόλις 104 MW με 155 ηλεκτρισμένα έργα, την ώρα που η ακυρωμένη ισχύς εκτινάσσεται στα 374,4 MW, δηλαδή σχεδόν τετραπλάσια της υλοποιημένης ισχύος. Η Δυτική Μακεδονία καταγράφει έτσι τη μεγαλύτερη αναλογία ακυρωμένης προς ηλεκτρισμένη ισχύ στη χώρα: για κάθε 1 MW που ηλεκτρίζεται, περίπου 3,6 MW ακυρώνονται.
Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα ενεργειακό στατιστικό ή ένα τεχνικό πρόβλημα διαχείρισης δικτύου. Αντίθετα, έχει άμεσες οικονομικές, κοινωνικές και περιφερειακές συνέπειες. Η Δυτική Μακεδονία είναι η μεγαλύτερη λιγνιτική περιφέρεια της Ελλάδας και η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί για την τοπική οικονομία μονόδρομο. Η μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο παραγωγής και απασχόλησης δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την εγκατάσταση νέων έργων ΑΠΕ και αυτοπαραγωγής, που θα μειώσουν το ενεργειακό κόστος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, θα προσελκύσουν ιδιωτικό κεφάλαιο και θα δημιουργήσουν νέα φορολογικά έσοδα. Αντί αυτού, η περιφέρεια παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα καθεστώς ενεργειακής αβεβαιότητας, καθώς ο όγκος ακυρώσεων συνδέεται άμεσα με την ανεπάρκεια ηλεκτρικού χώρου και την αδυναμία σύνδεσης με το δίκτυο.
Το δίκτυο ως βασική αιτία ακυρώσεων
Πάνω από το 88% των ακυρωμένων έργων στην περιοχή είχε λάβει προηγουμένως γνωστοποίηση αδυναμίας σύνδεσης από τον ΔΕΔΔΗΕ, ποσοστό που φανερώνει τη δομική ανεπάρκεια του δικτύου και όχι την έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος. Οι ακυρώσεις δεν οφείλονται σε απουσία κεφαλαίων ή επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, αλλά στην αδυναμία του συστήματος να δεχτεί την παραγωγή ενέργειας. Το στοιχείο αυτό μετατρέπει το ενεργειακό ζήτημα σε αναπτυξιακό και, σε δεύτερο επίπεδο, σε κοινωνικό.
Την ίδια ώρα, τα έργα αυτοπαραγωγής στη Δυτική Μακεδονία παραμένουν επίσης περιορισμένα. Από τις συνολικές αιτήσεις έργων, μόλις 34 αιτήσεις – ισχύος 19,8 MW – αφορούν ενεργειακές κοινότητες που επιδιώκουν να αυτοκαταναλώσουν ενέργεια ή να τη διανείμουν σε μέλη τους. Για μια περιοχή που καλείται να αντιμετωπίσει ενεργειακό κόστος, απώλεια βιομηχανικής ισχύος, δημογραφική υποχώρηση και υψηλή ανεργία, το χαμηλό ποσοστό αυτοπαραγωγής δείχνει ότι η ενεργειακή προσαρμογή της περιφέρειας παραμένει αργή και δύσκολη.
Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατάσταση των εκκρεμών έργων στην περιφέρεια. Συνολικά 196 έργα παραμένουν ανολοκλήρωτα, εκ των οποίων 60 έργα ισχύος 44,4 MW έχουν λάβει σύμβαση σύνδεσης. Ανάμεσα σε αυτά, δέκα έργα αφορούν αυτοπαραγωγή με εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό, γεγονός που δείχνει ότι η Δυτική Μακεδονία διαθέτει τεχνικά ώριμες επενδυτικές δυνατότητες. Ωστόσο, αυτή η δυναμική δεν αρκεί για να αλλάξει την αναπτυξιακή εικόνα της περιοχής, εάν δεν λυθεί το ζήτημα του ηλεκτρικού χώρου.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Δυτική Μακεδονία είναι περιοχή προτεραιότητας για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω του Προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης. Αν και το πρόγραμμα προβλέπει σημαντικά κονδύλια για την ενίσχυση έργων αυτοπαραγωγής μέσω ενεργειακών κοινοτήτων δήμων και φορέων, η απορρόφηση μέχρι στιγμής είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Μέχρι σήμερα, μόνο η ενεργειακή κοινότητα του Δήμου Κοζάνης έχει χρηματοδοτηθεί με 5,4 εκατ. ευρώ για έργο ισχύος 7 MW, ενώ έχει ενταχθεί στο ΠΔΑΜ και ένα επιπλέον τέτοιο έργο για την ενεργειακή κοινότητα του δήμου Βοίου με 6.4 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση 8.9 MW φωτοβολταϊκών.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο σχεδιασμός μπορεί να μην είναι απόλυτα συμβατός με την αγορά, καθώς οι δικαιούχοι παραμένουν περιορισμένοι, ενώ οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων ή αγροτών μένουν εκτός χρηματοδότησης.
Ο ρόλος της ενεργειακής μετάβασης για την τοπική οικονομία
Αντί να δημιουργηθεί ένα ευρύ πλέγμα υποστήριξης για τις τοπικές κοινωνίες, η διαδικασία δείχνει να παραμένει εγκλωβισμένη σε θεσμικά και τεχνικά εμπόδια. Τα χαμηλά ποσοστά αυτοπαραγωγής και η αδυναμία σύνδεσης στο δίκτυο μπορούν να αποθαρρύνουν νέες επενδύσεις και να διατηρήσουν την περιφέρεια σε οικονομική στασιμότητα.
Η ενεργειακή μετάβαση στη Δυτική Μακεδονία όμως δεν αποτελεί μια απλή τοπική υπόθεση. Η περιοχή αποτελεί πυλώνα του εθνικού μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής για δεκαετίες και η ισχύς των ενεργειακών της κοινοτήτων συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Ο υψηλός αριθμός ενεργών κοινοτήτων δείχνει ότι οι φορείς και οι πολίτες έχουν τη διάθεση να επενδύσουν και να συμμετάσχουν, όμως τα τεχνικά και θεσμικά εμπόδια ακυρώνουν την προσπάθεια.
Εφόσον η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί στρατηγικό στόχο για την οικονομική ανασυγκρότηση της Δυτικής Μακεδονίας, η χώρα οφείλει να επαναξιολογήσει τις χωρητικότητες σύνδεσης, να επανακαθορίσει τον ρόλο των ενεργειακών κοινοτήτων στο ενεργειακό μίγμα και να ανοίξει τον δρόμο για την είσοδο μικρότερων παραγωγών ενέργειας και αυτοπαραγωγών. Μείωση των καθυστερήσεων, άρση γραφειοκρατικών εμποδίων και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για έναν νέο, σταθερό ενεργειακό κύκλο στην περιοχή.
Η Δυτική Μακεδονία είτε θα καταφέρει να αξιοποιήσει την ενεργειακή μετάβαση ως μοχλό ανάπτυξης, είτε θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε ένα οικονομικό κενό που θα επιμείνει για χρόνια. Το μέλλον της θα εξαρτηθεί από το αν το δίκτυο προσαρμοστεί, οι χρηματοδοτήσεις απελευθερωθούν και η περιφέρεια αποκτήσει πραγματικό ρόλο στην ενεργειακή παραγωγή της χώρας. Για μια περιοχή που χτίστηκε πάνω στον άνθρακα, το στοίχημα της καθαρής ενέργειας δεν είναι απλώς περιβαλλοντικό – είναι οικονομικό, κοινωνικό και ιστορικό.









