Σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, η συμφωνία αφορά θαλάσσιες περιοχές για τις οποίες –κατά την Άγκυρα– δεν έχουν οριοθετηθεί πλήρως οι θαλάσσιες ζώνες, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, εγείρει ζητήματα συμβατότητας με το διεθνές δίκαιο.
Από την πλευρά της, η Αθήνα επιμένει ότι οι ενέργειές της κινούνται εντός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, απορρίπτοντας τους τουρκικούς ισχυρισμούς.
Το ζήτημα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και την εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΑΜ τονίζεται ότι «παρακολουθούνται στενά οι δραστηριότητες που διεξάγει μονομερώς η Ελλάδα στα πεδία υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης» και αναφέρονται τα εξής:
«Οι δραστηριότητες που διεξάγει μονομερώς η Ελλάδα με διεθνείς εταιρείες στα πεδία υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, αν και δεν επηρεάζουν άμεσα τις θαλάσσιες περιοχές δικαιοδοσίας της χώρας μας, συνιστούν παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας».
«Αντιτιθέμεθα σε αυτήν την παράνομη δραστηριότητα, η οποία επιχειρείται κατά παράβαση του Μνημονίου Συνεργασίας του 2019 για τις Περιοχές Θαλάσσιας Δικαιοδοσίας μεταξύ της Λιβύης και της χώρας μας (σ.σ. τουρκολιβυκό μνημόνιο), και των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας που η Λιβύη κοινοποίησε στα Ηνωμένα Έθνη στις 27 Μαΐου 2025», υποστηρίζει ακόμη η Αγκυρα και προσθέτει:
«Συνεχίζουμε να παρέχουμε την απαραίτητη υποστήριξη στις λιβυκές αρχές για να λάβουν μέτρα κατά αυτών των μονομερών και παράνομων δραστηριοτήτων της Ελλάδας».





