Ωστόσο, όπως αναφέρει το Politico, ο Μαγιάρ θα βρεθεί αντιμέτωπος με σημαντικά εμπόδια στην προσπάθεια επίτευξης αυτών των στόχων, έπειτα από 16 χρόνια διακυβέρνησης του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν.
Το μεταρρυθμιστικό κόμμα Τίσα του Μαγιάρ υπόσχεται αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, επενδύσεις στον ουγγρικό στρατό, επανεξέταση συμβάσεων της αμυντικής βιομηχανίας για ενδεχόμενη διαφθορά και ευρείες μεταρρυθμίσεις με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής σε κρατικούς θεσμούς.
«Μια νέα κυβέρνηση θα φέρει σαρωτική αλλαγή» στην αμυντική πολιτική της Βουδαπέστης, δήλωσε η ανεξάρτητη Ουγγαρέζα βουλευτής Καταλίν Τσεχ, σημειώνοντας ότι το Τίσα έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ της αποκατάστασης της θέσης της Ουγγαρίας στη δυτική συμμαχία και της αξιοπιστίας της στο ΝΑΤΟ.
Παρά ταύτα, το κόμμα θα αντιμετωπίσει πρακτικά και πολιτικά εμπόδια, ιδίως εάν ο Όρμπαν περάσει νομοθετήματα της τελευταίας στιγμής μετά από μια νίκη του Μαγιάρ, που θα δυσκολέψουν οποιαδήποτε απομάκρυνση από τις προηγούμενες πολιτικές.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι θα πρόκειται για «μακρά μάχη» μέχρι μια νέα κυβέρνηση να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, να προχωρήσει στις απαραίτητες αλλαγές προσώπων και να επιβάλει τεχνικές μεταρρυθμίσεις.
Από την επιστροφή του στην εξουσία το 2010, ο Όρμπαν έχει ευθυγραμμίσει ολοένα και περισσότερο την εξωτερική πολιτική της Ουγγαρίας με τη Ρωσία, προκαλώντας την ενόχληση γειτονικών χωρών και τριβές με τους Ευρωπαίους εταίρους λόγω της στάσης του στο ουκρανικό.
Παρότι η Βουδαπέστη έχει επιδείξει πιο προσεκτική στάση εντός του ΝΑΤΟ, σύμμαχοι εξακολουθούν να εκφράζουν ανησυχίες για τον κίνδυνο ρωσικής επιρροής στη διαμοίραση πληροφοριών.
Παράλληλα, το κόμμα του Μαγιλαρ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τη μακροπρόθεσμη ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Διπλωματικές πηγές εκφράζουν επίσης την ελπίδα ότι μια κυβέρνηση Μαγιάρ θα μπορούσε να άρει τα ουγγρικά βέτο στο ευρωπαϊκό δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία και να χαλαρώσει τη στάση της απέναντι στη στρατιωτική στήριξη του Κιέβου.





