Εδώ και πλέον σαράντα ημέρες, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση που δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως κοινωνική ένταση ή πολιτική δυσλειτουργία. Πρόκειται για μια ευθεία κρίση κράτους δικαίου. Η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία εμφανίζονται, στην πράξη, ανίκανες ή απρόθυμες να εφαρμόσουν τον νόμο, αφήνοντας την κοινωνία έκθετη σε πρακτικές εκβιασμού και θεσμικής ανομίας.
Μια συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα –οι αγρότες που συμμετέχουν στα μπλόκα– έχει καταφέρει, μέσω οργανωμένων και επαναλαμβανόμενων ενεργειών, να παραλύει την οικονομική και κοινωνική ζωή. Οι αποκλεισμοί εθνικών οδών, λιμανιών και κομβικών μεταφορικών αρτηριών δεν αποτελούν απλώς μορφές διαμαρτυρίας· συνιστούν σαφή παρεμπόδιση συγκοινωνιών, διατάραξη κοινής ειρήνης, φθορές, ακόμη και επικίνδυνες παρεμβάσεις στη δημόσια ασφάλεια. Πρόκειται για αυτόφωρα αδικήματα, τελούμενα δημοσίως και κατ’ εξακολούθηση, από την πρώτη ημέρα των κινητοποιήσεων.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο η τέλεση των αδικημάτων. Είναι η συστηματική άρνηση του κράτους να τα αντιμετωπίσει. Η ηγεσία του Αρείου Πάγου έχει εκδώσει, δύο φορές, σαφείς και κατηγορηματικές παραγγελίες προς τους κατά τόπους εισαγγελείς, ζητώντας την άσκηση ποινικών διώξεων για τα αυτόφωρα αδικήματα που διαπράττονται στα μπλόκα. Οι παραγγελίες αυτές δεν ήταν γενικόλογες συστάσεις· ήταν θεσμικές εντολές του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας.
Και όμως, οι παραγγελίες αυτές αγνοούνται. Οι διώξεις, στην πράξη, δεν ασκούνται. Οι εισαγγελικές αρχές, είτε με επίκληση «κοινωνικών συνθηκών» είτε με σιωπηρή ανοχή, παραλείπουν να επιτελέσουν το βασικό τους καθήκον: την εφαρμογή του νόμου. Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι η παραγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία δεσμεύει ιεραρχικά τους εισαγγελείς, δεν συνοδεύεται από καμία πειθαρχική συνέπεια για όσους την αγνοούν. Η δικαστική εξουσία δείχνει να αδυνατεί να ελέγξει τον ίδιο της τον εαυτό.
Παράλληλα, η αστυνομία δεν προβαίνει ούτε καν στη στοιχειώδη διαπίστωση των αυτόφωρων αδικημάτων. Δεν συντάσσονται δικογραφίες, δεν γίνονται συλλήψεις, δεν ενεργοποιείται ο μηχανισμός του αυτοφώρου. Η εικόνα είναι εκείνη ενός σώματος που έχει λάβει σαφείς πολιτικές εντολές να μην «ακουμπήσει» το πρόβλημα. Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, δια της απραξίας του, εμφανίζεται να έχει επιλέξει τη διαχείριση της κρίσης μέσω της ανοχής, θυσιάζοντας την έννομη τάξη στον βωμό της πολιτικής ευκολίας.
Το αποτέλεσμα είναι βαθιά διαβρωτικό. Δημιουργείται ένα καθεστώς επιλεκτικής εφαρμογής του νόμου, όπου όποιος διαθέτει οργανωμένη δύναμη και ικανότητα πίεσης μπορεί να επιβάλλει τη βούλησή του. Η έννοια της ισότητας ενώπιον του νόμου καταρρέει. Ο πολίτης που δεν συμμετέχει στα μπλόκα, ο επαγγελματίας που πλήττεται, ο εργαζόμενος που δεν μπορεί να μετακινηθεί, ο ασθενής που καθυστερεί να φτάσει σε νοσοκομείο, μένει απροστάτευτος.
Ένα κράτος που δεν εφαρμόζει τον νόμο όταν αυτός παραβιάζεται κατάφωρα και δημοσίως, παύει να λειτουργεί ως κράτος δικαίου. Μετατρέπεται σε κράτος διαπραγμάτευσης με την παρανομία. Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται στον εκβιασμό, ούτε η κοινωνική ειρήνη να εξαγοράζεται με την αναστολή της δικαιοσύνης.
Η ευθύνη είναι διπλή. Η εκτελεστική εξουσία, που δίνει ή ανέχεται εντολές αδράνειας, και η δικαστική εξουσία, που αποδέχεται σιωπηρά την παράκαμψη των ίδιων της των θεσμικών εργαλείων. Όσο αυτή η κατάσταση παρατείνεται, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές και επικίνδυνο: ο νόμος δεν ισχύει για όλους.
Και όταν ο νόμος παύει να ισχύει για όλους, παύει, στην ουσία, να ισχύει για κανέναν.
*Ο κ. Σταύρος Γκουγκουλούδης είναι δικηγόρος









