makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo

Ξενής Σαχίνης: «Η μνήμη είναι η Νέμεσις του θύτη»

Ακούστε το άρθρο 8'
25.01.2026 | 08:00
Ξενής Σαχίνης, Ομότιμος Καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ
Ενόψει της Ημέρας Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, η Θεσσαλονίκη θυμάται τους 50.000 Εβραίους συμπολίτες που ανέβηκαν σε τρένα χωρίς επιστροφή. Για τον Ξενή Σαχίνη, Ομότιμο Καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, η μνήμη δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ανάκλησης γεγονότων – «είναι η Νέμεσις του θύτη», όπως λέει.

Το 2025, το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης δημιούργησε μια νέα μόνιμη έκθεση αφιερωμένη στα έργα του με τίτλο «Μνήμη και Νέμεσις» – «Φυλάκια μνήμης» και «Σπαράγματα μνήμης». Στις 4 Φεβρουαρίου 2026, στις 18:00, θα γίνει εκδήλωση για τη νέα αίθουσα τέχνης που δημιούργησαν στο Μουσείο για να φιλοξενηθεί μέρος των έργων (άλλα έργα του υπάρχουν στην Αίθουσα Ονομάτων και στον Άνω Όροφο του ΕΒΜ), ενώ παράλληλα θα γίνει παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου του καλλιτέχνη «Η τέχνη μου στο Ολοκαύτωμα», που συγκεντρώνει δημιουργίες του από το 1977 έως το 2021.

Ο Ξενής Σαχίνης, Ομότιμος Καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, είναι ο πρώτος καλλιτέχνης που δημιούργησε και δώρισε μνημεία για το Ολοκαύτωμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Χωρίς να έχει εβραϊκές ρίζες ο ίδιος, εδώ και σχεδόν μισό αιώνα αναμετράται καλλιτεχνικά με το προσωπικό και συλλογικό τραύμα του Ολοκαυτώματος. Η δουλειά του λειτουργεί ως φάρος σε μια εποχή που ακραίες ιδεολογίες ξαναζωντανεύουν.

Η έκθεση στο Εβραϊκό Μουσείο προσφέρει ένα ηχηρό μήνυμα κατά του ρατσισμού, της άρνησης του Ολοκαυτώματος και της ιστορικής λήθης, αναδεικνύοντας τη μνήμη ως ενεργητική πράξη ηθικής δικαιοσύνης. «Αν και το Ολοκαύτωμα χαρακτηρίζεται ως ανείπωτο, απερίγραπτο ή μη αναπαραστάσιμο,οι δημιουργίες του Σαχίνη καταφέρνουν να αναμετρηθούν με το προσωπικό, το συλλογικόκαι το ιστορικό τραύμα του Ολοκαυτώματος», γράφει η Δρ. Ξένια Ελευθερίου, Επιστημονική Υπεύθυνη Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης – Επιστημονική Σύμβουλος Εβραϊκού Μουσείου Ρόδου. «Ο Σαχίνης είναι ένας εικαστικός που αντιστέκεται με τα έργα του στο νεοναζισμό, επιλέγοντας διαφορετικούς τρόπους για να μιλήσει για το έγκλημα, να το αναπαραστήσει, και τελικά να διατηρήσει τη μνήμη των θυμάτων ζωντανή. Σήμερα, βιώνουμε μια περίοδο σύνθετη που χαρακτηρίζεται από την ανάδυση νεοναζιστικών και νεοφασιστικών πολιτικών μορφωμάτων, κινημάτων και ιδεολογιών σ’ όλη την Ευρώπη, και στη χώρα μας. Σ’αυτήν τη δύσκολη συγκυρία ο Σαχίνης, μέσα από διαφορετικές μορφές των εικαστικών τεχνών, αναπαριστά την φρίκη του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος και καταπολεμάενεργά μέσω της Τέχνης τον σύγχρονο αντισημιτισμό».

Για τη μνήμη και τη λήθη συζητήσαμε με τον Ξενή Σαχίνη, με αφορμή και την Ημέρα Μνήμης (27 Ιανουαρίου). «Και ελπίζω να προλάβω να δω να λειτουργεί το Μουσείο του Ολοκαυτώματος. Τότε θα είμαι πραγματικά ευτυχής. Θα νιώσω ότι ως Θεσσαλονικιός που φέρει ένα άγος, αυτό θα έχει φύγει. Ο κύκλος θα έχει κλείσει», σπεύδει να πει.

Συνέντευξη του Ξενή Σαχίνη στη Χρύσα Νάνου 

 

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με το θέμα του Ολοκαυτώματος;

Όλα ξεκίνησαν από μια φωτογραφία. Μεγάλωσα παίζοντας στις αλάνες, κάτω από την περιοχή του νοσοκομείου Χιρς, το σημερινό Ιπποκράτειο. Παίζαμε πόλεμο: μια φορά ήμασταν οι Γερμανοί, μια οι Άγγλοι. Ήμουν γύρω στα 11 όταν ζήτησα από τους γονείς μου ένα βιβλίο για τον πόλεμο. Μου πήραν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο του Ραϊμόν Καρτιέ, εκδόσεις Λαρούς. Στη δεύτερη σελίδα υπήρχε μια φωτογραφία από το αναρρωτήριο του Μπούχενβαλντ – προτιμώ να το λέω «ρεβίερ», γιατί όσοι ξέρουν, καταλαβαίνουν ότι αυτά τα αναρρωτήρια ήταν προθάλαμοι θανάτου. Ήταν μια φωτογραφία με κουκέτες, δύο κρεβάτια η καθεμία, ανθρώπους σκελετωμένους, με κουρέλια, να γυρίζουν όλοι το βλέμμα προς την πόρτα, απ' όπου έμπαινε ένας Αμερικανός φωτογράφος. Κι άρχισα να αναρωτιέμαι: «Τι σχέση έχει αυτό με τον πόλεμο;». Μεγαλώνοντας, έμαθα ότι στη γειτονιά μας υπήρχαν πολλές εβραϊκές οικογένειες που χάθηκαν.

Τι θυμάστε από τις ιστορίες των γονιών σας;

Η μητέρα μου μού μιλούσε για τον ήχο από τα γυαλικά που πετούσαν οι Εβραίοι από τα σπίτια τους στην οδό Ιταλίας, για να μην τα πάρουν οι δωσίλογοι και οι Γερμανοί. Με τον πατέρα μου πηγαίναμε στον σιδηροδρομικό σταθμό, γιατί μου άρεσαν τα τρένα. Εκεί μού έδειχνε τα βαγόνια: «Σε αυτά έβαζαν τους Εβραίους και τους πήγαιναν στην Πολωνία. Δύο εβδομάδες ταξίδι».Οι γονείς μου, φοιτητές Νομικής το 1943, είχαν μια συμφοιτήτρια, τη Φλώρα Περαχιά. Την ημέρα της παρουσίασης μιας κοινής εργασίας τους η Φλώρα δεν πήγε. Ο πατέρας μου παρουσίασε την εργασία κλαίγοντας. Θεωρούσαν ότι είχε χαθεί. Πρόπερσι μάθαμε ότι η Φλώρα είχε φύγει στην Αθήνα και σώθηκε. Αυτό ήταν μια μεγάλη χαρά για μένα. Ο πατέρας μου, που ήταν καθηγητής ζωγραφικής στην Αρχιτεκτονική, είχε ζωγραφίσει ένα πορτρέτο της Φλώρας και πρόσφατα το χάρισα στο Μουσείο.

Γιατί επιλέξατε να αφιερώσετε εντέλει την τέχνη σας στο Ολοκαύτωμα; 

Πώς γίνεται να ζούμε χωρίς κάθαρση; Στα στρατόπεδα έγιναν πειράματα χωρίς αναισθητικό. Κάποιοι επέζησαν και ζήτησαν αποζημίωση. Τους ζήτησαν πιστοποιητικά. Είναι αδιανόητο. Πολλά στελέχη των SS εντάχθηκαν μεταπολεμικά στην κοινωνία. Ίσως έχω ακόμα το μυαλό του παιδιού που λέει: Πώς γίνεται να ήσουν κακός και μετά απλώς να είσαι καλός;

Από τα δεκαοκτώ μου άρχισα να διοχετεύω αυτό το πάθος στα έργα μου. Δεν αισθάνομαι καμία ευχαρίστηση από αυτό που κάνω. Λέω συχνά: «Τι κάνω τώρα;». Επέλεξα η τέχνη μου να είναι στρατευμένη. Να μην είναι ευχάριστη. Φυσικά μπορώ να κάνω και ευχάριστα πράγματα, αλλά δεν μου έρχεται. Δεν μου βγαίνει.Δεν αισθάνομαι εγκλωβισμένος θεματικά, αλλά νιώθω την ανάγκη να σκαλίζω, να μαθαίνω. Μαθαίνω ακόμα και σήμερα.

Πώς συγκροτήθηκε η έκθεσή σας στο Εβραϊκό Μουσείο;

Σταδιακά. Η πρώτη γνωριμία έγινε με τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Δαβίδ Σαλτιέλ το 2014, σε μια έκθεση κατά του ρατσισμού. Τότε ήμουν Κοσμήτορας της Σχολής. Κάποια στιγμή ο Σαλτιέλ μού κάνει νόημα και μου λέει: «Ελάτε εδώ. Είστε ο Σαχίνης; Θέλω να σας δω».Πήρα ό,τι χαρτιά είχα σχετικά με τη δουλειά μου που αφορά το Ολοκαύτωμα και πήγα. Ξεφυλλίζοντας ένα από τα βιβλιαράκια, το βλέμμα του έπεσε σε ένα έργο αφιερωμένο στους Εβραίους που χάθηκαν. Ήταν μια σειρά με έξι τρίγωνα και το αστέρι – τρίγωνα διαφόρων χρωμάτων, όπως αυτά που φορούσαν οι κρατούμενοι, και το άστρο. Μου λέει: «Αυτό το θέλω. Πόσο κάνει;». Λέω: «Δεν έγινε για να πουληθεί. Θέλετε να το πάρετε;». «Ναι, το θέλω». «Στείλτε αύριο κάποιον να το πάρει. Χαρά μου». Ήταν σημαντικό, γιατί το έργο επρόκειτο να τοποθετηθεί στην Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, στο πλαίσιο της συμφωνίας του Πανεπιστημίου με την Εβραϊκή Κοινότητα για το θέμα του νεκροταφείου. Έτσι ξεκίνησε μια διαδρομή που απαιτούσε θάρρος. Δεν πας εύκολα σε ένα μουσείο και λες «θέλετε αυτά;». Εγώ, όμως, βρήκα το σακουλάκι της μνήμης.

Σε κάποια από τα έργα δίνετε τον τίτλο «Μνήμη και Νέμεσις». Πώς συνδέονται αυτές οι δύο έννοιες;

Το «να θυμάμαι» είναι η τιμωρία του θύτη. Αυτή είναι η Νέμεσις. Έχω δύο έργα εκεί: ένα μικρό στρατιωτάκι των SS με τη «διαθήκη» του: «Δεν είχα όνομα ποτέ. Είχα μόνο έναν αριθμό. Η μνήμη μου φέρνει πάντα κατάρες. Δεν υπήρξα ποτέ ως άνθρωπος». Δίπλα είναι η διαθήκη του θύματος: «Είχα πάντα ένα όνομα. Είχα πάντα οικογένεια». Η μνήμη είναι επένδυση του ήθους στον χρόνο.

Πώς το νιώθετε εσείς αυτό; Την απόφαση να υπηρετήσετε αυτή τη μνήμη;

Δεν μπορώ να το αναλύσω εύκολα. Όταν βρήκα το πρώτο βιβλίο για τα ιατρικά πειράματα,σε ένα παραποτάμιο βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα βιβλία στο Παρίσι, και το διάβασα, δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια. Η μνήμη είναι λειτουργία για τον άνθρωπο. Θέλω η μνήμη να συνοδεύεται με τα τεκμήρια και την ανακοινωμένη γνώση για το γεγονός. Δεν τα βγάζω από το μυαλό μου. Υπάρχουν σε μελέτες, σε φιλμ, σε ημερομηνίες και ώρες. Όλη μου η ζωή έχει πυροδοτηθεί από τη μνήμη. Μου δίνει δύναμη και ενέργεια για να κάνω αυτό που κάνω τόσα χρόνια.

Τι περιλαμβάνει το νέο βιβλίο σας; 

Το βιβλίο αφορά αποκλειστικά το Ολοκαύτωμα. Είναι μια συγκεντρωτική έκδοση έργων μου από το 1977 έως το 2021. Συμπυκνώνει όλη αυτή τη διαδρομή. Την παρουσίαση θα την κάνουμε στις 4 Φεβρουαρίου στο Μουσείο, μαζί με την παρουσίαση της νέας μόνιμης αίθουσας τέχνης.

Λέτε κάπου ότι η μνήμη είναι ενεργητική. Δεν αρκεί να περιμένεις να θυμάσαι παθητικά.

Ακριβώς. Η ουσιαστική δουλειά πρέπει να γίνεται στα σχολεία, στο μουσείο, στο πανεπιστήμιο. Υπάρχουν συνάδελφοι, για παράδειγμα στην Κοινωνιολογία, που διδάσκουν για τον ρατσισμό και την αποδοχή. Όχι την ανοχή· την αποδοχή. Δεν σε ανέχομαι απλώς επειδή δεν σε καρφώνω με μαχαίρι στον δρόμο. Σε αποδέχομαι. Είτε έχεις άλλη θρησκεία, είτε άλλο χρώμα, είτε διαφορετικές πολιτικές ιδέες.

Όλες οι κατεχόμενες χώρες είχαν κινήματα αντίστασης. Ιδίως η Ρωσία, η Γιουγκοσλαβία και εμείς. Όμως ποιος στο εξωτερικό ξέρει το Δίστομο, τον Χορτιάτη, τα Κερδύλια; Κάθε χωριό έχει τους μάρτυρές του. Αυτούς πρέπει να θυμόμαστε. Η Γαλλία το έκανε. Εμείς όχι. Θέλω να το ξεκαθαρίσω: δεν είμαι αντιγερμανός. Το βιβλίο μου το προλογίζει ο Τίτους Μίλεχ, Γερμανός ο οποίος αποκήρυξε την πατρίδα του και ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχει γράψει βιβλία για τη μεταπολεμική Γερμανία. Ζει με το ίδιο άγος, ίσως και μεγαλύτερο, γιατί έχει και την ενοχή. Έζησα και μια πολύ συγκινητική στιγμή στη Δρέσδη. Το Πανεπιστήμιο είχε κάνει μια συμφωνία με τη Δρέσδη: ο Δήμος έστελνε καλλιτέχνες στο Εργαστήριο Χαρακτικής, όπου ήμουν διευθυντής, και εμείς στέλναμε τελειόφοιτους για έναν μήνα εκεί. Στείλαμε και έργα μου, σχέδια και «φυλάκια μνήμης». Την επόμενη μέρα, μετά από μια διάλεξη του Δημάρχου για τη δημοκρατία, ήρθε μια ηλικιωμένη κυρία. Μου έδειξε ένα μικρό κασελάκι ζωγράφου. Μου είπε ότι ανήκε στον πατέρα της, στρατιώτη της Βέρμαχτ. Είχε πάρει το κασελάκι μαζί του στο μέτωπο, γύρισε για λίγο, ξαναέφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Το κασελάκι το έστειλαν στην οικογένεια. Η γυναίκα με αγκάλιασε κλαίγοντας και μου είπε: «Σας ευχαριστούμε για όλα αυτά. Δεν πρέπει να ξαναγίνουν». Κλαίγαμε και οι δύο. Και τότε ένιωσα ότι κάτι κλείνει και ταυτόχρονα κάτι ανοίγει. Ότι, έστω κι αν ένας άνθρωπος, από την πλευρά των ηττημένων ή των νικητών, σου πει «καλά έκανες», τότε ίσως κάτι καλό έχει γίνει.

Οι νέες γενιές πιστεύετε ότι έχουν επαφή με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος;

Δεν μπορώ να σας πω πολλά για τη σημερινή γενιά, που προσηλωμένη πολύ περισσότερο στον κόσμο του viral παρά στην Ιστορία. Προσπαθώ να είμαι ενεργός καλλιτέχνης. Τώρα είναι η ώρα να περάσει η σκυτάλη στα νεότερα παιδιά, στα οποία, όταν σου δίνεται η ευκαιρία, βάζεις το χέρι στον ώμο πατρικά και τους θυμίζεις ότι αν θέλουν, είμαι κι εγώ εδώ. Τα μάτια των νέων είναι καθαρά! Γι’ αυτό βλέπουν το μέλλον πιο καθαρά από τα μάτια των γερόντων με καταρράκτη. Το μέλλον που βλέπεις το οραματίζεσαι καθαρά.

Μιλώντας για το Ολοκαύτωμα χρησιμοποιείτε συχνά τη λέξη «άγος». Γιατί;

Γιατί αυτό που βρήκαν οι επιζώντες όταν γύρισαν στη Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη με ρολά κατεβασμένα. Βρήκαν περιουσίες που είχαν περιέλθει στα χέρια γειτόνων. Μιλάω πια για μετά την αποχώρηση των Γερμανών, για περιουσίες στα χέρια του κράτους. Όλη αυτή η ηθική κλεψιά, μετά το πέρας του ίδιου του γεγονότος, για μένα είναι άγος.

Υπάρχει μια περίπτωση όπου ένας επιζών εμφανίστηκε στον γείτονά του και του λέει: «Σε παρακαλώ, δώσ' μου αυτά που σου έδωσα να κρύψεις». Και η απάντηση ήταν: «Απ' όλους αυτούς, εσύ μου έτυχες;»

Νομίζω ότι η Θεσσαλονίκη έχασε ένα στοιχείο που ήταν εξοικειωμένο με το διεθνές εμπόριο, με τα γράμματα. Ήταν μια πολύ ζωντανή κοινότητα. Ήταν το ένα πέμπτο της Θεσσαλονίκης. Θα ήμασταν κάπως πιο ανοιχτοί, να το πω και διαφορετικά. Αγαπώ πάρα πολύ αυτή την πόλη. Τη Θεσσαλονίκη που ήταν πολυπολιτισμική. Παρόλο που δεν γνώριζα πολλά πράγματα μικρός, οι γονείς μου έσπασαν πολύ νωρίς τον κύκλο της σιωπής. Και τους χρωστάω αυτή τη γνώση, όπως τη χρωστάω και στα θύματα. Μέσα σε όλη αυτή τη βαρβαρότητα, το άτομο έχει ένα αντίδοτο: την αγάπη και την τρυφερότητα.

Πιστεύετε ότι έγιναν βήματα τα τελευταία χρόνια; 

Πιστεύω πως ναι. Δεν ήταν εύκολο να σπάσει ο κύκλος της σιωπής. Έσπασε, αλλά χρειάζεται τώρα ξανά ανασύνταξη, γιατί η διεθνής κατάσταση είναι εξαιρετικά μπλεγμένη. Και είδαμε πόσο εύκολα μπορούν να αναβιώσουν πράγματα που θεωρούσαμε ότι έχουν κλείσει. Διάβαζα την περασμένη εβδομάδα το βιβλίο «Ημερήσια διάταξη» του Ερίκ Βιγιάρ, εκδόσεις Πόλις και είπα: «Ω, είναι τα ίδια πράγματα». Μιλά για το 1933, '34, '38, '39, για την είσοδο των Γερμανών στην Τσεχία και την Αυστρία. Διαβάζεται μέσα σε δύο μέρες. Είναι σαν μια φάκα με τυράκι: στην αρχή το διαβάζεις ευχάριστα, μετά μπαίνεις μέσα, και βγαίνεις καταλαβαίνοντας ότι ζούμε ξανάτα ίδια.

Χρύσα Νάνου

Tελευταίες Ειδήσεις
Διαβάστε Περισσότερα
«Κάθε καλλιτέχνης ορίζει το πεπρωμένο του»
Πολιτισμός30.03.25 | 05:00
Χρύσα Νάνου«Κάθε καλλιτέχνης ορίζει το πεπρωμένο του»