Η ταινία, που κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το Σάββατο 14 Μαρτίου 2026 στις 21:00, στην αίθουσα John Cassavetes (Λιμάνι), ακολουθεί τη φωτογράφο Ρενέ Ρεβάχ στην προσπάθειά της να ανασυνθέσει την ιστορία της οικογένειάς της — Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης που εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν επέστρεψαν ποτέ.
Το ντοκιμαντέρ, σε σκηνοθεσία του Νίκου Μεγγρέλη και σενάριο του ίδιου σε συνεργασία με τη Ρενέ Ρεβάχ, κινείται σε μια εσωτερική, βιωματική αφήγηση. Η φωτογράφος συνομιλεί νοερά με τον παππού της –το μοναδικό μέλος της οικογένειας που επέζησε– και επιχειρεί να κατανοήσει μια απώλεια που σημάδεψε γενιές. Μέσα από αυτή τη σχεδόν επιστολική σχέση, η ταινία φωτίζει το διαγενεαλογικό τραύμα: τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη, η σιωπή και ο πόνος μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
Με βασικό εκφραστικό εργαλείο την ασπρόμαυρη φωτογραφία και με συν-δημιουργό την ίδια τη Ρενέ Ρεβάχ πίσω από τον φακό, η κάμερα ακολουθεί το ίχνος των προγόνων της — από τα τρένα της Θεσσαλονίκης έως το Auschwitz και το Auschwitz II-Birkenau. Οι εικόνες των θαλάμων αερίων, των εγκαταλελειμμένων βαγονιών και των στρατώνων λειτουργούν ως τόποι όπου το παρόν συναντά τη μνήμη. Ένα τοπίο που μοιάζει με χρονοκάψουλα και θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: τι κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε όταν η ιστορία μετατρέπεται σε μακρινή ανάμνηση.

Ο Νίκος Μεγγρέλης και η Ρενέ Ρεβάχ
«Ο πόλεμος είναι οι ανθρώπινες ψυχές που φεύγουν και ο πόνος που μένει πίσω στους ανθρώπους που γλιτώνουν», λέει στα Μακεδονικά Νέα ο Νίκος Μεγγρέλης. Με αυτή τη σκέψη, το «Πες μου» αντιμετωπίζει τη μνήμη ως πράξη κατανόησης και ευθύνης — μια μορφή εγρήγορσης απέναντι στην απανθρωποποίηση και μια υπενθύμιση ότι η Ιστορία αποκτά νόημα μόνο όταν επιστρέφει στον άνθρωπο.
Συνέντευξη στη Χρύσα Νάνου
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το ντοκιμαντέρ;
Η αφετηρία ήταν μια σειρά από συμπτώσεις. Είδα μια έκθεση των μπισκότων Παπαδοπούλου για τα εκατό τους χρόνια και κάπου στα ψιλά γράμματα έγραφε ότι στη διάρκεια της Κατοχής είχαν κρύψει έναν Εβραίο, χωρίς όμως να αναφέρεται όνομα. Την επόμενη μέρα είχα προγραμματίσει να πάω σε μια έκθεση της Ρενέ Ρεβάχ, με την οποία μας συνδέει η αγάπη για τη φωτογραφία. Της ανέφερα αυτό που είχα διαβάσει και μου είπε: «Αυτός ήταν ο παππούς μου». Εκεί γεννήθηκε η ιδέα του ντοκιμαντέρ. Από εκεί και πέρα χρειάστηκαν δυόμισι χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί και να φτάσει να προβληθεί στο Φεστιβάλ.

Πώς ήταν η εμπειρία των γυρισμάτων στο Άουσβιτς;
Πρόκειται καταρχήν για ένα εγχείρημα που απαιτεί απόλυτο σεβασμό στην αλήθεια και στα γεγονότα. Επιπλέον χρειάστηκε μεγάλη προετοιμασία. Πήραμε ειδική άδεια από τη διεύθυνση των μουσείων των στρατοπέδων συγκέντρωσης για να πραγματοποιήσουμε τα γυρίσματα. Για να μπορούμε να είμαστε εκεί μόνοι μας από τις τέσσερις το πρωί μέχρι ό,τι ώρα μπορούσαμε να γυρίζουμε. Κι αυτό ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Γιατί ήμασταν έξι άτομα, οι συνάδελφοι μου από το συνεργείο, η Ρενέ, εγώ και μία εκπρόσωπος από το στρατόπεδο που μας συνόδευε. Αλλά δεν ήμασταν μόνοι μας. Ήταν και οι ψυχές των ανθρώπων ή τουλάχιστον αυτή την αίσθηση είχαμε. Κι όταν φτάσαμε εκεί για τουλάχιστον δέκα, δεκαπέντε λεπτά μείναμε βουβοί. Προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τον χώρο όπου βρισκόμασταν. Το χώμα εκεί έχει ποτιστεί με τη μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν.

Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί μια προσωπική ιστορία αντί για τη μεγάλη Ιστορία του Ολοκαυτώματος. Γιατί;
Επιλέξαμε να εστιάσουμε στην ιστορία του παππού της Ρενέ, του μοναδικού ανθρώπου από την οικογένεια που επέζησε. Όλη η υπόλοιπη οικογένεια χάθηκε στο Άουσβιτς. Σήμερα οι πόλεμοι παρουσιάζονται κυρίως μέσα από αριθμούς: πόσα τανκς έχει ο ένας, πόσους πυραύλους ρίχνει ο άλλος, τι τεχνικές προδιαγραφές έχουν, πόσα κτίρια καταστρέφονται. Ο πόλεμος όμως δεν είναι αυτό. Ο πόλεμος είναι οι ανθρώπινες ψυχές που φεύγουν κι ο πόνος που μένει πίσω στους ανθρώπους που γλιτώνουν και το τραύμα που υπάρχει από αυτόν τον πόνο. Μέσα από τη μικρή ιστορία μπορεί κανείς να αντιληφθεί καλύτερα τη μεγάλη ιστορία.
Για τον ίδιο λόγο αποφασίσατε να μην χρησιμοποιήσετε τις γνωστές αρχειακές εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης;
Πράγματι, δεν χρησιμοποιήσαμε καθόλου τις συγκλονιστικές εικόνες που τράβηξαν οι Σύμμαχοι όταν απελευθερώθηκαν τα στρατόπεδα. Το μόνο αρχείο που χρησιμοποιούμε είναι το οικογενειακό αρχείο των ανθρώπων που συνδέονται με την ιστορία. Μέσα από αυτές τις φωτογραφίες βλέπεις πώς ήταν η ζωή πριν από τον πόλεμο. Βλέπεις τη ζωή το ’30 και το ’35, βλέπεις χαρούμενα πρόσωπα, μια Θεσσαλονίκη ζωντανή, μια καθημερινότητα που προχωρούσε. Βλέπεις ανθρώπους να στέκονται στον φωτογραφικό φακό χαμογελαστοί, χωρίς να μπορούν να υποπτευθούν το κοντινό τους μέλλον, το δυσοίωνο κοντινό τους μέλλον.

Ο τίτλος «Πες μου» μοιάζει σαν μια έκκληση προς το παρελθόν. Τι σημαίνει για εσάς;
Η Ρενέ απευθύνεται νοερά στον παππού της, που δεν ζει πια, και του ζητά να της εξηγήσει γιατί έγιναν όλα αυτά.Όταν βρεθείς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντιλαμβάνεσαι μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η φρίκη που έχει ποτίσει το χώμα και τους τοίχους. Από την άλλη υπάρχει η εκπληκτικήομορφιά της φύσης. Και λες πώς είναι δυνατόν ο θάνατος και η ομορφιά της φύσης να είναι τόσο κοντά; Κι όμως είναι.Σκεφτείτε ότι οι άνθρωποι που χάθηκανεκεί πέρα ίσως η τελευταία τους εικόνα να ήτανε μια όμορφη σημύδα, ένα ελάφι που περνούσε έξω από το στρατόπεδο. Η ψυχολόγος και συγγραφέας Φωτεινή Τσαλίκογλου με την οποία κουβεντιάσαμε πολύ για το ντοκιμαντέρ, μας εξήγησε ότι η φύση είναι ταυτόχρονα όμορφη αλλά και ο μοναδικός δια βίου αυτόπτης μάρτυρας. Αν σκαλίσεις λίγο το χώμα στο Άουσβιτς μετά από μια βροχή, σου βγάζει δαχτυλίδια, κουμπιά, αντικείμενα που τα είχαν οι άνθρωποι μέχρι που πέθαναν.
Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά το θέμα; Είχατε την ανησυχία μην παρασυρθείτε σε έναν υπερβολικό συναισθηματισμό;
Χρειαζόταν ισορροπία. Αν ένα τέτοιο θέμα οδηγηθεί σε μελό, γίνεται απωθητικό και δεν λειτουργεί, δεν αγγίζει το συναίσθημα. Εμείς θέλαμε να δώσουμε χώρο στο συναίσθημα ώστε να καταλάβει ο θεατής ότι όλα αυτά δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη. Έγιναν διότι κάποιες κοινωνικές ομάδες ανθρώπων στοχοποιήθηκαν. Άνθρωποι που υπερασπίζονταν τις ελευθερίες, διανοούμενοι. Τέτοιες διαδικασίες εμφανίζονται και σήμερα -με διαφορετικούς στόχους και κοινωνικές ομάδες— κι αυτό είναι επικίνδυνο.Θέλαμε λοιπόν να κάνουμε μια ταινία, η οποία θα δείξει ότι πρέπει να ξαναγίνουμε άνθρωποι. Να πατάμε στη γη, αν μπορώ να το πω έτσι, να γίνουμε ξανά γήινοι κι όχι μηχανές που καταναλώνουν τα πάντα, από αριθμούς μέχρι φαγητά.

Η ταινία μιλά για το διαγενεαλογικό τραύμα. Πιστεύετε ότι παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα;
Είναι πολύ μεγάλη η προσπάθεια για να το ξεπεράσεις ένα τέτοιο τραύμα. Και ακριβώς αυτό κάνει η Ρενέ, η οποία είχε το θάρρος και το κουράγιο να πάει στον τόπο που πέθαναν οι πρόγονοί της. Εγώ δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω, αν είχε περάσει η οικογένειά μου μια τέτοια τραγωδία. Θέλει φοβερή δύναμη, αλλά είναι και ο μόνος τρόπος για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Διότι αλλιώς,αν ζεις με το τραύμα και αν το χρησιμοποιείςως δικαιολογία για να είσαι και εσύ σκληρός και απάνθρωπος, τότε δεν οδηγεί πουθενά, πέρα απόμια αναπαραγωγή της βίας.
Τι σημαίνει για εσάς η πρεμιέρα της ταινίας στη Θεσσαλονίκη;
Η οικογένεια της Ρενέ ζούσε στη Θεσσαλονίκη για πολλές γενιές. Από τα 27 μέλη της οικογένειας επέστρεψε μόνο ένας άνθρωπος, που είχε καταφέρει να κρυφτεί στην Αθήνα.
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε ένα σημαντικό πολυπολιτισμικό κέντρο με έντονη οικονομική και κοινωνική ζωή. Ο πόλεμος άλλαξε δραματικά αυτή την πραγματικότητα και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να επουλωθούν τα τραύματα. Εδώ θέλω να πω ότι κατά τη γνώμη μου ήταν καθοριστική η συμβολή του Γιάννη Μπουτάρη για να γίνει η πόλη ξανά έτσι ανοιχτή στις νέες σκέψεις και στους ορίζοντες. Και γι' αυτό με χαρά και συγκίνηση θα βρεθούμε στην πορεία μνήμης την Κυριακή, που θα ξεκινήσει και το έργο της πλατείας Ελευθερίας. Είναι ένα μεγάλο βήμα για την πόλη η δημιουργία του Πάρκου Μνήμης εκεί. Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα που μετά από τόσα πολλά χρόνια, είδα την πλατεία Ελευθερίας χωρίς παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Σαν με έναν τρόπο να έσβηνε η μνήμη με όλα εκείνα τααυτοκίνητα από πάνω. Η μνήμη αυτής της ιστορίας έχει σημασία για το παρόν και το μέλλον.Διότι δεν υπάρχει μέλλον χωρίς μνήμη.

INFO
Tell Me / Πες μου
Επίσημη Συμμετοχή και Παγκόσμια Πρεμιέρα
28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
WEBSITE
TRAILER
https://vimeo.com/1144143306/472937c125?share=copy&fl=sv&fe=ci
Διάρκεια: 70’
Σκηνοθεσία: Νίκος Μεγγρέλης
Σενάριο: Ρενέ Ρεβάχ, Νίκος Μεγγρέλης
Κείμενα – Αφήγηση: Ρενέ Ρεβάχ
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χρόνης Τσιχλάκης, Δημήτρης Κορδελάς
Ηχοληψία: Αλέξανδρος Σακελάριου
Μοντάζ – Σχεδιασμός Ήχου – Χρωματική Επεξεργασία: Δημήτρης Πολυδωρόπουλος
Πρωτότυπη Μουσική: Μιχάλης Σιγανίδης
Animation: Αλέκος Παπαδάτος
Σύμβουλος Παραγωγής: Έφη Σκρόμπολα
Παραγωγή: ON THE MOVE IKE ©2026
Η ταινία συγχρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής
Γερμανίας με πόρους από το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον.
Αργυρός Χορηγός: Critical Publics
Χορηγοί: Ίδρυμα Heinrich Boll Stiftung Thessaloniki, Critical Publics, Alpha Bank, Eurobank, Schwarz Foundation.










