Με αυτά τα λόγια, ο διεθνούς φήμης ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης, Μάνος Ιωαννίδης, με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, εξηγεί πώς εμπνεύστηκε να δημιουργήσει έργα, ζωγραφίζοντας την Πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Μιλώντας στα Μακεδονικά Νέα, ο γνωστός καλλιτέχνης περιγράφει την τεχνική που δημιούργησε -γεμάτη από έντονα χρώματα, δυνατές αντιθέσεις και με στοιχεία pop αισθητικής- προκειμένου να τελειοποιήσει τα έργα του, με κεντρικό πρόσωπο την κ. Γκίλφοϊλ.

Μάλιστα, ο «ζωγράφος των χρωμάτων», όπως αποκαλείται από πολλούς, περιγράφει τις αντιδράσεις της Πρέσβειρας όταν έμαθε για τις δημιουργίες του, τις συναντήσεις που είχε ο ίδιος μαζί της καθώς και για το πώς τελειοποίησε ένα από τα έργα του, επί τόπου, στην Πρεσβευτική Κατοικία των ΗΠΑ στην Αθήνα.
«Μου αρέσει να δουλεύω με πρόσωπα που ξεπερνούν τα στενά όρια της απλής αναγνωρισιμότητας και μετατρέπονται σε σύμβολα μιας εποχής, ενός ύφους, μιας στάσης ζωής. Εκεί ακριβώς αρχίζει για μένα η καλλιτεχνική πρόκληση», σημειώνει -μεταξύ άλλων- ο κ. Ιωαννίδης.

Σήμερα, τα έργα του κοσμούν προσωπικούς και σημαντικούς χώρους της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, γεγονός που είναι ιδιαιτέρως τιμητικό για τον καλλιτέχνη.
Τέλος, ο κ. Ιωαννίδης αποκαλύπτει τη βαθιά επιθυμία του για την αναγνώριση και καθιέρωση ως art district, μίας από τις πιο κεντρικές γειτονιές στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, εξέλιξη η οποία πιστεύει ότι θα ενισχύσει περαιτέρω το πολιτιστικό και τουριστικό αποτύπωμα της πόλης.
Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη του Μάνου Ιωαννίδη στον Γαβριήλ Χατζηνόπουλο:
-Πώς σας ήρθε η ιδέα να δημιουργήσετε πορτρέτα της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ; Πότε ξεκινήσατε να τα δημιουργείτε και ποια τεχνική έχετε χρησιμοποιήσει;
Η ιδέα γεννήθηκε από την ανάγκη μου να αποτυπώνω πρόσωπα που εκπέμπουν έντονη προσωπικότητα, δυναμισμό και δημόσια παρουσία. Δεν με ενδιαφέρει μόνο η εξωτερική ομορφιά ενός προσώπου, αλλά κυρίως η ενέργεια που μεταφέρει, ο τρόπος με τον οποίο στέκεται μέσα στον χώρο και μέσα στην εποχή του. Στην περίπτωση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, αυτό που με κινητοποίησε ήταν ακριβώς αυτή η έντονη σκηνική και συμβολική της παρουσία.
Ξεκίνησα να δουλεύω τα συγκεκριμένα έργα σχετικά πρόσφατα, από τη στιγμή που ένιωσα ότι αυτό το πρόσωπο μπορούσε να μετατραπεί σε εικαστικό σύμβολο και όχι απλώς σε μία πιστή προσωπογραφία. Η πρόθεσή μου δεν ήταν να κάνω μια απλή αναπαράσταση, αλλά να δημιουργήσω πορτρέτα με χαρακτήρα, ένταση και προσωπικό εικαστικό αποτύπωμα.
Η τεχνική που χρησιμοποίησα βασίζεται στη δική μου χαρακτηριστική εικαστική γλώσσα, όπου η προσωπογραφία συνδυάζεται με έντονα χρώματα, δυνατές αντιθέσεις και στοιχεία pop αισθητικής. Με ενδιαφέρει το έργο να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως πορτρέτο και ως αυτόνομο εικαστικό γεγονός.
-Τι είναι αυτό που ξεχωρίσατε στην ίδια και σας ενέπνευσε για να την αποτυπώσετε στα έργα σας;
Αυτό που ξεχώρισα ήταν ο συνδυασμός δύναμης, θηλυκότητας και δημόσιας αυτοπεποίθησης. Υπάρχουν πρόσωπα που έχουν μια φωτογένεια, και υπάρχουν άλλα που διαθέτουν κάτι βαθύτερο: μια ένταση, μια εσωτερική αποφασιστικότητα, μια παρουσία που σε προκαλεί να τη μεταφράσεις εικαστικά. Στη δική της περίπτωση ένιωσα ακριβώς αυτό.
Με ενέπνευσε επίσης το γεγονός ότι πρόκειται για μια γυναίκα που έχει έντονο δημόσιο αποτύπωμα. Μου αρέσει να δουλεύω με πρόσωπα που ξεπερνούν τα στενά όρια της απλής αναγνωρισιμότητας και μετατρέπονται σε σύμβολα μιας εποχής, ενός ύφους, μιας στάσης ζωής. Εκεί ακριβώς αρχίζει για μένα η καλλιτεχνική πρόκληση.
-Πώς αντέδρασε η Πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα όταν έμαθε ότι την έχετε ζωγραφίσει και τι σας είπε στη συνάντηση που είχατε με φόντο τις δημιουργίες σας;
Η πρώτη της αντίδραση ήταν αυθόρμητα πολύ θερμή και ενθουσιώδης. Μάλιστα, η αφορμή δόθηκε με έναν εντελώς τυχαίο αλλά σχεδόν συμβολικό τρόπο: ο φίλος μου Γιώργος Ντάβλας είχε προγραμματισμένο ραντεβού με την Πρέσβειρα, ακριβώς τη στιγμή που του έστειλα στο κινητό τη φωτογραφία από το πρώτο πορτρέτο που είχα ολοκληρώσει. Εκείνος πήγαινε εκείνη την ώρα στην κατοικία της και της έδειξε αμέσως την εικόνα του έργου.
Το πρώτο αυτό πολύχρωμο πορτρέτο, που δημιουργήθηκε με την ιδιαίτερη προσωπική μου τεχνική —την οποία έχω αναπτύξει και η οποία έχει χαρακτηριστεί από καθηγητές ως «Μετά Ποπ-Άρτ» ή «Ψυχό-χρωματική»— εντυπωσίασε ιδιαίτερα την Πρέσβειρα. Της άρεσε πάρα πολύ και ζήτησε το έργο να μεταφερθεί άμεσα στην Πρεσβευτική Κατοικία. Αυτό για μένα ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή, γιατί έδειξε ότι υπήρξε αμέσως μια ουσιαστική σύνδεση με το έργο.

Στη συνέχεια, της έστειλα και ένα δεύτερο πορτρέτο, μια χαρακτική γκραβούρα σε χρυσό πάνω σε μαύρο πλεξιγκλάς. Όταν είδε και τα δύο έργα, η ανταπόκρισή της ήταν τόσο θετική, ώστε μου παρήγγειλε και τρίτο πορτρέτο. Αυτή τη φορά μου ζήτησε να είναι πιο κλασικό, ολόσωμο, βασισμένο στη φωτογραφία που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό GRACE, στο χριστουγεννιάτικο αφιέρωμα που της είχε γίνει.

Ακολούθησαν αρκετές προσκλήσεις στην Πρεσβευτική Κατοικία, όπου είχαμε την ευκαιρία να συναντηθούμε και να φωτογραφηθούμε και μπροστά στο τελευταίο, κλασικό πορτρέτο της. Κράτησα από αυτές τις συναντήσεις τη θερμή της στάση, την ευγένειά της και κυρίως το γεγονός ότι αντιμετώπισε τη δουλειά μου με αληθινή εκτίμηση και προσωπικό ενδιαφέρον.
-Πού υπάρχουν σήμερα αυτά τα έργα; Κοσμούν κάποιον προσωπικό χώρο της κ. Γκίλφοϊλ ή ανήκουν στην προσωπική σας συλλογή; Πώς σκοπεύετε τα αξιοποιήσετε;
Σήμερα τα έργα αυτά βρίσκονται στην Πρεσβευτική Κατοικία και έχουν τοποθετηθεί σε πολύ προσωπικούς και ιδιαίτερα σημαντικούς χώρους, κάτι που ασφαλώς με τιμά βαθύτατα ως καλλιτέχνη. Το πρώτο έργο, το πολύχρωμο πορτρέτο που ανήκει στη δική μου εικαστική γλώσσα της Μετά ΠοπΆρτ, ή, όπως έχει χαρακτηριστεί από πανεπιστημιακούς, της ψυχο-χρωματικής προσέγγισης, τοποθετήθηκε στην κρεβατοκάμαρά της.

Μάλιστα, αυτό το έργο έχει και μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία, γιατί όταν το δημιούργησα δεν είχα ακόμη συναντήσει την Πρέσβειρα από κοντά. Το είχα βασίσει αποκλειστικά σε φωτογραφίες που είχαν δημοσιευθεί στον Τύπο, πολύ πριν έρθει στην Ελλάδα. Όταν αργότερα βρέθηκα στην κατοικία της, χρειάστηκε να κατεβάσουμε το πορτρέτο στο σαλόνι, ώστε να διορθώσω επί τόπου την απόχρωση στα μάτια της, για να αποδοθεί ακόμη πιο πιστά αυτό το τόσο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προσώπου της. Για μένα αυτή ήταν μια πολύ ξεχωριστή στιγμή, γιατί το έργο ολοκληρώθηκε ουσιαστικά μέσα από τη ζωντανή παρουσία της.
Το κλασικό, ολόσωμο πορτρέτο δημιουργήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού είχαμε ήδη συναντηθεί αρκετές φορές στην κατοικία της και είχα πλέον αποκτήσει μια ακριβέστερη και πιο ουσιαστική εικόνα όχι μόνο των χαρακτηριστικών της, αλλά και της συνολικής της παρουσίας. Έτσι, το έργο αυτό δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση· είναι η δική μου εικαστική απόδοση μιας γυναίκας που εγώ βλέπω ως δυναμική, πανέξυπνη, με ευγένεια, στυλ και μια αίσθηση αρχοντιάς, αυτό που στα αγγλικά θα λέγαμε noble. Αυτό το πορτρέτο κοσμεί σήμερα την τραπεζαρία της Πρεσβευτικής Κατοικίας.

Ως προς την αξιοποίησή τους, θεωρώ ότι αυτά τα έργα έχουν ήδη βρει τη σημαντικότερη δυνατή θέση τους, αφού ζουν μέσα σε έναν χώρο όπου συνδέονται άμεσα με το πρόσωπο που ενέπνευσε τη δημιουργία τους. Ταυτόχρονα όμως, για μένα αποτελούν και μέρος μιας ευρύτερης ενότητας έργων με διεθνή αναφορά, που ενισχύει τον διάλογο της σύγχρονης ελληνικής τέχνης με προσωπικότητες δημόσιου κύρους. Υπό αυτή την έννοια, λειτουργούν όχι μόνο ως προσωπογραφίες, αλλά και ως πολιτιστικά σημεία αναφοράς μέσα στη διαδρομή μου.
-Γνωρίζω ότι έχετε εκφράσει την ανάγκη για την αναγνώριση ως art district, μιας από τις πιο κεντρικές γειτονιές στη Θεσσαλονίκη. Μιλήστε μας για αυτήν σας την πρωτοβουλία.
Στην πραγματικότητα, δεν μιλάμε για μια αφηρημένη ιδέα που ανήκει στο μακρινό μέλλον, αλλά για κάτι που ήδη υπάρχει ως ζωντανός πυρήνας και απλώς πρέπει να αναγνωριστεί, να οργανωθεί και να προβληθεί σωστά. Αναφέρομαι σε μια πολύ συγκεκριμένη γειτονιά δίπλα στον Λευκό Πύργο, που ορίζεται από τις οδούς Λώρη Μαργαρίτη, Μοργκεντάου, Μητροπόλεως και Παύλου Μελά. Μέσα σε μια πολύ μικρή ακτίνα, περίπου 200 μέτρων, δραστηριοποιείται ήδη μια εντυπωσιακή συγκέντρωση χώρων τέχνης και ανθρώπων του πολιτισμού.
Στην περιοχή αυτή λειτουργούν ήδη σημαντικές γκαλερί και εικαστικοί χώροι, όπως το Άρτιον, η Γκαλερί Μαρκίδη / Μάνου Ιωαννίδη, το Ιδιόχειρον, η Γκαλερί Καπόπουλου, η Θάλεια Εξάρχου, ο Σωτήρης και άλλοι. Όταν υπάρχει μια τόσο πυκνή και ουσιαστική συγκέντρωση καλλιτεχνικής δραστηριότητας, είναι σχεδόν παράλογο να μην έχει ήδη αναδειχθεί θεσμικά και επικοινωνιακά ως η γειτονιά της τέχνης της Θεσσαλονίκης.
Αυτό που θέλω είναι να ακουστεί άμεσα αυτή η ταυτότητα της περιοχής και να περάσει συντονισμένα προς τα έξω: στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, στους χάρτες της πόλης, στα ξενοδοχεία, στα κρουαζιερόπλοια, στους επισκέπτες της Θεσσαλονίκης. Η πόλη έχει ήδη αυτόν τον πολιτιστικό πυρήνα• δεν χρειάζεται να τον εφεύρουμε, χρειάζεται να τον ονομάσουμε, να τον στηρίξουμε και να τον επικοινωνήσουμε.
Πιστεύω ότι σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να εστιάσουν όλοι: ο Δήμος, οι καλλιτεχνικές οργανώσεις, οι ίδιοι οι επιχειρηματίες της περιοχής, αλλά και όσοι ενδιαφέρονται για την πολιτιστική ταυτότητα και την εξωστρέφεια της Θεσσαλονίκης. Αν αυτό γίνει σωστά, η πόλη μπορεί να αποκτήσει ένα αναγνωρίσιμο art district στο πιο εμβληματικό της σημείο, δίπλα στον Λευκό Πύργο, κάτι που θα ωφελήσει όχι μόνο την τέχνη αλλά και τον πολιτιστικό τουρισμό, την τοπική οικονομία και τη διεθνή εικόνα της Θεσσαλονίκης.
Δείτε περισσότερα έργα του Μάνου Ιωαννίδη ΕΔΩ.









