makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo

Η «Shirley Valentine» αποφασίζει να ζήσει όπως θέλει και όχι όπως «πρέπει» στο Θέατρο Σοφούλη

Ακούστε το άρθρο 8'
11.01.2026 | 00:00
Μια γυναίκα, μόνη στην κουζίνα, ετοιμάζει φαγητό χωρίς μεράκι. Όχι από αδιαφορία, αλλά από το άγχος, αν το φαγητό θα ικανοποιήσει τις γευστικές απαιτήσεις του συζύγου της ή αν θα γίνει αφορμή για έναν ακόμη καβγά. Όσο μαγειρεύει, μιλά στον τοίχο.

Εκείνος, βέβαια, δεν της απαντά. Είναι η Σίρλεϊ Βάλενταϊν, μια 52χρονη γυναίκα που ζει στην Αγγλία, έχοντας μάθει να ζει για τους άλλους, μετρώντας τις μέρες της με «πρέπει» και τις ανάγκες των γύρω της. Μέχρι που μια απρόσμενη απόφαση ανοίγει ένα παράθυρο διαφυγής: ένα ταξίδι στην Ελλάδα γίνεται η αφορμή για να ξαναδεί τον εαυτό της από την αρχή.

Αυτή η διαδρομή από τη σιωπή στην ελευθερία ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Σοφούλη, όπου το εμβληματικό έργο του Γουίλι Ράσελ (Willy Russell) «Shirley Valentine», παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Αντώνη Λουδάρου, με την Παυλίνα Χαρέλα μόνη επί σκηνής, σε μετάφραση-διασκευή του Αλέξανδρου Ρήγα.

Η ηθοποιός επιστρέφει στον μονόλογο, αυτή τη φορά απολύτως μόνη, αναζητώντας, όπως λέει, κάτι νέο. «Ήθελα να κάνω κάτι καινούριο και να πειραματιστώ ξανά σε μονόλογο, αλλά εντελώς μόνη. Στον προηγούμενο υπήρχαν μουσικοί, όργανα, τραγουδιστές…», αναφέρει, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Σε αυτή την αναζήτηση, ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο απευθύνθηκε ήταν ο σταθερός της συνεργάτης Αντώνης Λουδάρος, ο οποίος της πρότεινε αμέσως τη Shirley Valentine. «Βρήκαμε το κείμενο του Αλέξανδρου Ρήγα, το διαβάσαμε κι εγώ το ερωτεύτηκα με την πρώτη ανάγνωση. Από εκεί και πέρα, το ένα έφερε το άλλο», λέει, περιγράφοντας πώς «σιγά σιγά χτίστηκε όλη η παράσταση με υπέροχους συντελεστές».

Ο μονόλογος, ωστόσο, δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Όπως τονίζει, το μεγαλύτερο άγχος για έναν ηθοποιό που βρίσκεται μόνος του επί σκηνής είναι το ενδεχόμενο να ξεχάσει τα λόγια του. «Αυτό συνέβη την ημέρα της πρεμιέρας», αποκαλύπτει η κ. Χαρέλα. Με ψυχραιμία και αυτοσχεδιασμό, κατάφερε να επαναφέρει το κείμενο, χωρίς το κοινό να αντιληφθεί το παραμικρό. «Είναι αυτό το μαγικό ραβδάκι του θεάτρου, που λειτουργεί σε κάθε παράσταση», λέει χαρακτηριστικά.

Η ταύτιση της Παυλίνας και των θεατών με τη Σίρλεϊ

 

Η γνωστή ηθοποιός και σκηνοθέτης μιλά με ειλικρίνεια για τη βαθιά της ταύτιση με τον ρόλο, ωστόσο αυτή έρχεται κυρίως στο δεύτερο μισό του έργου. «Στο πρώτο μισό παρακολουθούμε τη “γυναικούλα”, που ασχολείται με το νοικοκυριό, το σπίτι, το τι θα φάει ο άντρας της. Τα παιδιά της, παρότι έχουν μεγαλώσει και δεν ζουν πια μαζί της, επιστρέφουν για να πάρουν τα ταπεράκια τους και να τους πλύνει τα ρούχα η μαμά. Είναι μια γυναίκα που υπάρχει για όλους τους άλλους, εκτός από τον ίδιο της τον εαυτό», εξηγεί.

Η απελευθέρωση της ηρωίδας έρχεται τη στιγμή που αποφασίζει να πραγματοποιήσει το ταξίδι στην Ελλάδα, ένα δώρο που θα γίνει η αφορμή για τη ρήξη με την ανούσια καθημερινότητά της. «Κάπου εκεί, στον δυναμισμό και στην αποφασιστικότητά της να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, βρίσκεται και η Παυλίνα», σημειώνει.

Αρχικά υπήρχε η σκέψη ότι το έργο απευθύνεται κυρίως σε γυναικείο κοινό. Η εμπειρία, ωστόσο, τη διέψευσε. Όπως αναφέρει, αρκετοί άνδρες θεατές την πλησιάζουν μετά την παράσταση για να της πουν πόσο ταυτίστηκαν με την ιστορία. Η Σίρλεϊ, άλλωστε, δεν κάνει διακρίσεις. Αν μπορούσε να μιλήσει σήμερα στους θεατές, η Παυλίνα Χαρέλα εκτιμά ότι θα τους έλεγε: «Πάρτε τη ζωή στα χέρια σας και κάντε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Η ζωή είναι πολύ μικρή και δεν ξαναγυρίζει πίσω». Όπως λέει και η ίδια η ηρωίδα, δεν είσαι «μεγάλος», είσαι απλώς… 52. Κι έχεις ακόμη ζωή μπροστά σου, για να τη ζήσεις όπως θέλεις, όχι όπως «πρέπει».

Η ίδια η Παυλίνα Χαρέλα δηλώνει «αισιόδοξος άνθρωπος» και «άνθρωπος της πράξης». Παρ’ όλα αυτά, η Σίρλεϊ λειτούργησε ενισχυτικά: κάθε φορά που κάτι πάει να τη σταματήσει, σκέφτεται «εδώ το έκανε η Σίρλει, δεν θα το κάνω εγώ;». Το έργο, πάντως, δεν βυθίζεται στο δράμα. Αντίθετα, ισορροπεί διαρκώς με το χιούμορ, στοιχείο που η ηθοποιός αγαπά ιδιαίτερα και που της προσφέρει ανάσα μέσα στη διαδρομή της ηρωίδας.

Καθοριστική υπήρξε και η συνεργασία με τον Αντώνη Λουδάρο. Οι δυο τους έχουν πλέον αναπτύξει έναν κοινό, σχεδόν σιωπηλό, κώδικα επικοινωνίας. «Με το που τον κοιτάω και με κοιτάει, καταλαβαινόμαστε απόλυτα. Δουλέψαμε πολύ σκληρά για αυτή τη δουλειά. Ξενυχτήσαμε πολύ, γιατί ο Αντώνης ζει στην Αθήνα, εγώ στη Θεσσαλονίκη και ερχόταν Δευτέρα με Πέμπτη για να κάνουμε τις πρόβες», σημειώνει. Όμως με τη λεπτομερή δουλειά, μπήκαν όλα στη θέση τους «από τα σκηνικά του Θανάση Κολαλά και τα κοστούμια, μέχρι την τελευταία …καρφίτσα», υπογραμμίζει.

Στην αίθουσα, οι αντιδράσεις του κοινού είναι συχνά ηχηρές, ακόμη κι όταν εκφράζονται με αναστεναγμούς. Ιδίως στη φράση για την «αχρησιμοποίητη ζωή» και στο ερώτημα «γιατί αφήνουμε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μας στα αζήτητα;». Εκεί, η ηθοποιός ακούει αναστεναγμούς που μοιάζουν να λένε «έχεις δίκιο».

Η «Shirley Valentine» ανεβαίνει στο Θέατρο Σοφούλη μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, κάθε Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:30. Δεν θα πραγματοποιηθούν παραστάσεις τα Σάββατα 10 και 24 Ιανουαρίου.

Tελευταίες Ειδήσεις