Σύμφωνα με το περιεχόμενο της καταγγελίας που έχει κατατεθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως αποκαλύφθηκε σε εκπομπή του ANT1, η εργαζόμενη υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της υπέστη επανειλημμένα περιστατικά απαξιωτικής και ελεγκτικής συμπεριφοράς από την πρόεδρο του κόμματος, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Όπως αναφέρει, δεχόταν παρατηρήσεις ακόμη και για τον χρόνο παραμονής της στην τουαλέτα, ενώ της απαγορευόταν να συνομιλεί ή να χαιρετά στελέχη άλλων κομμάτων.
Η ίδια περιγράφει περιστατικά που, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, υπερέβαιναν τα όρια του «bullying», κάνοντας λόγο για έντονη ψυχολογική πίεση που την οδήγησε ακόμη και σε αναζήτηση βοήθειας από ψυχολόγο, καθώς - όπως αναφέρει - για να τη μειώσει, η πρόεδρος της Πλεύσης της υπενθύμιζε συνεχώς ότι την προσέλαβε κατόπιν επιθυμίας συγγενικού της προσώπου (η εργαζόμενη είναι σύζυγος του αδελφού της βουλευτού της Πλεύσης Ελευθερίας Τζώρτζιας Κεφαλά). Καταγγέλλει, επίσης, ότι της αφαιρέθηκαν τα κλειδιά του γραφείου όπου εργαζόταν, ενώ σε άλλη περίπτωση φέρεται να της δόθηκε προθεσμία πέντε λεπτών για να αποχωρήσει και να συγκεντρώσει τα προσωπικά της αντικείμενα.
Σε άλλο σημείο της καταγγελίας γίνεται αναφορά σε εξαντλητικά ωράρια, με την εργαζόμενη να ισχυρίζεται ότι παρέμεινε έως και 30 ώρες μέσα σε διάστημα 48 ωρών στα γραφεία του κόμματος, χωρίς σαφείς οδηγίες για τα καθήκοντά της. Παράλληλα, καταγγέλλει περιστατικά αυστηρού ελέγχου, όπως απαίτηση να ανοίξει προσωπική της σακούλα για έλεγχο πριν αποχωρήσει από τον χώρο εργασίας.
Πέραν των ζητημάτων συμπεριφοράς, η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι παραμένει απλήρωτη από τον Μάρτιο του 2025, αναφέροντας ότι της καταβλήθηκαν μόνο τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων. Δηλώνει ότι διεκδικεί τους μισθούς από τον Μάρτιο έως και τον Δεκέμβριο του 2025, το επίδομα αδείας, καθώς και τον μισθό Ιανουαρίου και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 2026.
Με την καταγγελία της ζητεί τη λύση της σύμβασης με υπαιτιότητα της εργοδότριας, την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης και την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπει η εργατική νομοθεσία.
Η καταγγελία της υπαλλήλου της Πλεύσης Ελευθερίας στην Επιθεώρηση Εργασίας
«Στη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που με συνδέει με την Πλεύση Ελευθερίας υπήρξαν πλείστα περιστατικά απαξίωσης μου από την κα Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ξεπέρασαν και τα όρια του bullying, που με οδήγησαν να ζητήσω ακόμα και τη βοήθεια ψυχολόγου, για να σταθώ στα πόδια μου και να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, αλλά κυρίως για να παραμείνω συνεπής στις δραστηριότητές μου ως μητέρα και σύζυγος. Ο καθένας, άλλωστε, γνωρίζει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η τοξικότητα στο εργασιακό περιβάλλον επηρεάζει την προσωπική ζωή των εργαζομένων και διαταράσσει την οικογενειακή γαλήνη τους. Καταγράφω κάποιες από τις εντολές που έκαναν εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση των καθηκόντων μου και επίσης περιστατικά που με έφθειραν ψυχικά και σωματικά.
1.Όταν στο γραφείο και η κα Ζωή Κωνσταντοπούλου, μου έκανε παρατηρήσεις, ακόμα και για τον χρόνο παραμονής μου στην τουαλέτα. Αμφισβητούσε ευθέως εάν όντως διεκπεραίωνα μία φυσική ανάγκη μου, στην περίπτωση που κατ’ εκείνη, ο χρόνος ήταν περισσότερος από τον προβλεπόμενο από την ίδια.
2.Μας απαγόρευε να μιλάμε, ακόμα και να χαιρετάμε σε επίπεδο αστικής ευγένειας, στελέχη ή, βουλευτές άλλων κομμάτων.
3.Τον Ιούλιο του 2024, χωρίς προφανή λόγο, μου αφαιρέθηκαν τα κλειδιά από το γραφείο, στο οποίο εργαζόμουν. Μου δόθηκε, μάλιστα, εντολή να αποχωρήσω από τον χώρο, με αυστηρό χρονοδιάγραμμα πέντε λεπτών, για να μαζέψω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Επειδή, προφανώς δεν πρόλαβα, κάποια από αυτά κλειδώθηκαν στο γραφείο.
4.Μού ζητήθηκε να πηγαίνω έως τις 9 Αυγούστου 2024, στο γραφείο της Πλεύσης Ελευθερίας στην οδό Βατάτζη. Για δύο συνεχόμενες ημέρες, δεν είχα εκεί ούτε δικό μου χώρο, για να ανταποκριθώ στα καθήκοντά μου, ούτε υπολογιστή. Τη μία ημέρα έμεινα μέχρι τις 4 τα ξημερώματα, την επομένη έως τις 10 το βράδυ, χωρίς να βρεθεί κάποιος να μού εξηγήσει τι έπρεπε να έκανα. Μέσα σε ένα 48ωρο, έμεινα 30 ώρες στα γραφεία της Πλεύσης Ελευθερίας. Την 3η ημέρα, με ενημέρωσε η κα Κωνσταντοπούλου ότι δεν πρέπει να πηγαίνω στο γραφείο της Βατάτζη δίχως εντολή και οδηγίες.
5.Μετά την επιστροφή μου από την καλοκαιρινή άδειά μου, είχα συνεννοηθεί με την κα Κωνσταντοπούλου και την Οικονομική Διευθύντρια του κόμματος, κα Μαίρη Ταγαρούλια, να προσθέσω δύο ημέρες αναρρωτικής άδειας, διότι είχα υποβληθεί σε προγραμματισμένη ιατρική πράξη (κολονοσκόπηση). Περίμενα 12 μέρες να με ειδοποιήσουν, επειδή κατά την κα Κωνσταντοπούλου έπρεπε να σκεφτώ όσα είχαν συμβεί. Τι εννοούσε, ίσως δεν γνωρίζει ούτε η ίδια.
6.Στις 22 Νοεμβρίου 2025, μού μίλησε με απαξιωτικό τρόπο, επειδή είπε ότι μύριζε φαγητό το γραφείο, διότι κάποιος είχε φάει. Της εξήγησα ότι ήμουν εκεί από το πρωί και κάποια στιγμή, μιας και δεν είχα συγκεκριμένο διάλειμμα στην εργασία μου, ζέστανα το φαγητό που κουβαλούσα από το σπίτι μου. Με ρώτησε αν ήταν σωστό, να υπάρχει μυρωδιά φαγητού και μετά την επιμονή της, να απαντήσω, της είπα ότι το θεωρούσα σωστό, αφού βρισκόμουν 13 ώρες στο γραφείο. Τότε υποστήριξε ότι δεν της δείχνω τον απαιτούμενο σεβασμό και συνέχισε για μερικά λεπτά να με μειώνει με τα σχόλιά της και ξαφνικά γύρισε και με διέταξε: «Φύγε».
7.Στις 14 Φεβρουαρίου 2025 και, αφού, μού έκανε παρατηρήσεις για την ποιότητα του… καφέ της, μού ζήτησε να ανοίξω μία πλαστική σακούλα που είχα, για να της δείξω όλο το περιεχόμενο. Αν και της εξήγησα ότι με προσβάλλει, όχι μόνο επέμεινε, αλλά κατέστησε σαφές ότι δεν θα με άφηνε να φύγω δίχως έλεγχο. Όταν είδε το περιεχόμενο της σακούλας, μού τόνισε ότι δεν επιτρέπεται να κουβαλάω μαζί μου, στον χώρο εργασίας, προσωπικά αντικείμενα και παρτιτούρες μουσικής.
8. Ιούλιος 2024, γύρω στις 15 του μήνα. Είναι απόγευμα και δέχομαι τηλεφώνημα από τη διευθύντρια του γραφείου, την κα Ζαχαρούλα Σπυριδοπούλου και μού ζήτησε να πάω εκεί. Την κατάκλυση. Έτοιμη να λιποθυμήσει. Μού είπε: «Έκανα εμετό. Είμαι χάλια. Φεύγω». Επίσης, μού ζήτησε να τη βοηθήσω να βρει ταξί. Κάτι που έκανα. Όταν επέστρεψα στο γραφείο μου, συζήτησα το θέμα με τον συνεργάτη μας, Δημήτρη Θεοδοσόπουλο. Εκείνος ενημέρωσε την κα Κωνσταντοπούλου και όταν συναντηθήκαμε με την Πρόεδρο, μερικές ώρες αργότερα, πέρασα από κανονική ανάκριση. Με ρώτησε περισσότερες από 10 φορές για τα γεγονότα. Μού ζητούσε ακριβή περιγραφή. Ακόμα και πώς διασχίσαμε τη Βασιλίσσης Σοφίας, για να μπει η διευθύντρια στο ταξί, αφού είχε τάσεις λιποθυμίας. Με ρώτησε ακόμα και αν είδα τον εμετό της Ζαχαρούλας Σπυριδοπούλου. Κι όταν της απάντησα αρνητικά, με επίπληξε, επειδή δεν είχα δει τον εμετό. Έπειτα εστίαζε στα πράγματα που κρατούσε η Διευθύντρια κατά την αποχώρησή της και με ρωτούσε αν έλεγξα τι ακριβώς είχε πάρει μαζί της. Το αποκορύφωμα της ανακριτικής συμπεριφοράς της ήταν η φράση – επίθεση που μού έκανε. «Τώρα, διάλεξε σε στρατόπεδο», μού είπε και όταν της απάντησα ότι δεν είναι σωστά αυτά που λέει, διότι όλοι δουλεύαμε για εκείνη, μού είπε να φύγω. Ξέρω ότι από την κα Σπυριδοπούλου ζήτησε και τις ιατρικές εξετάσεις της, που εξ όσων έμαθα, τις έστειλε η γυναίκα.
9.Ακόμα και στις τηλεφωνικές επικοινωνίες μας, όπως και στην ανταλλαγή μηνυμάτων, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η πλήρης απαξίωσή μου. Με υπενθυμίσεις ότι με προσέλαβε για χάρη συγγενικού μου προσώπου, ενώ δεν χρειαζόταν γραμματέα και ότι θέλω να πληρώνομαι χωρίς να εργάζομαι.
Θα μπορούσα να απαριθμήσω και άλλα περιστατικά. Από κάποιο χρονικό διάστημα κι έπειτα, κάθε μέρα συνεργασίας, με την κα Ζωή Κωνσταντοπούλου ήταν προβληματική, ίσως και τοξική. Λες και επηρεαζόταν από κάθε τι άλλο που συνέβαινε και ξεσπούσε στους συνεργάτες της, με χαρακτηρισμούς που μάς τάραζαν την ψυχολογία και την όποια καλή διάθεση είχαμε. Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, αλλά για την οικονομική ασυνέπεια της εργοδότριας, καταγγέλλω τη σύμβαση εργασίας, αορίστου χρόνου, που είχα με την Πλεύση Ελευθερίας».





